ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ :
giweather joomla module
Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017 - 7:24:44π.μ.

banner468x60

23
Δεκεμβρίου

"Άνθρωποι μονάχοι..." (Μέρος Β') της Pipina Elles

Κατηγορία Πεζογραφία

2ο Ο «Μοναχός»

Στο βουνό... εκεί ζούσε, σε μία μικρή σπηλιά. Κάπου εκεί κοντά του περνούσε ένα παρακλάδι του ποταμού που διέσχιζε την κοιλάδα πιο κάτω. Ένας χώρος ιερός, ασκητικός, ανθρώπινος. Το λυχνάρι στο τραπέζι όπου έγραφε ή έτρωγε ή μαστόρευε, το στρώμα και τρεις κουβέρτες ήταν τα έπιπλά του. Το καμινέτο, μία κατσαρόλα, ένα-δυο πιάτα και ισάριθμα ποτήρια, ήταν τα επιπλέον, που μαρτυρούσαν ότι δεν είχε αποβάλλει εντελώς τις συνήθειές του, της κοινωνικής μονάδας. Είχε μαζί του έναν κάτασπρο σκύλο, τον Άγγελο, και είχε φτάξει ενα φιλόξενο κοτέτσι με πέντε κοτούλες που όλες έφεραν γυναικεία ονόματα: Κούλα, Βασούλα, Βαγγελίτσα, Βικτωρούλα, Λιτσάκι.


Μόνος και ξεχασμένος όπως το είχε επιδιώξει, όταν παρουσιαζόταν στην πόλη, τον χαιρετούσαν ελάχιστοι μ’ ένα: «Γεια σου βρε Νίκο! Τι χαμπάρια; Χάθηκες!» απομεινάρια γνωριμιών της αλλοτινής του ζωής, τότε που φοιτούσε στη Θεολογική σχολή του Πανεπιστημίου... «Ε, όχι και χάθηκα... έχω και δουλειές!» έλεγε μετριόφρονα, μ’ ένα συμμαζεμένο χαμόγελο και απομακρυνόταν όσο πιο γρήγορα γινόταν.


Ε, ναι, κατέβαινε που και που για να πάρει τους τόκους από κάποια χρήματα που είχε καταθέσει -χρόνια τώρα-πουλώντας το πατρικό του. Ήταν έλεγαν, συγγραφέας και αγιογράφος. Κανείς δεν ήξερε, αλήθεια. Δεν ήξεραν πού έμενε, δεν ήξεραν πώς ζούσε, αν ήταν μόνος ή αν είχε φίλο ή σκύλο ή γυναίκα... Γυναίκα; Αυτό ίσως ήταν το «μόνο πράγμα» που δε θα έβαζε ποτέ στη ζωή του ο άνθρωπος. Ήταν πέρα για πέρα «μοναχός» με όλη την έννοια της λέξης. Ένας αγιάνθρωπος στην ουσία, αν πιστεύει κανείς ότι η γυναίκα είναι ο «σατανάς που παραπλανά το «άγιο κτίσμα του θεού», τον άντρα!»


Ο Νίκος είχε μάθει από μικρός, ότι ο άντρας είναι ον με κατευθύνσεις, είναι το πλάσμα του Θεού και μάλιστα το θνητό αντίγραφό του, και η γυναίκα το παράπλευρο κομμάτι του σώματός του, οπότε δεν ήταν απευθείας ή από πρώτο χέρι, πλασμένη από το Θεό. Αυτή η πίστη τον βόλευε άλλωστε, καθώς τον βοηθούσε να αισθάνεται ότι ήταν απόλυτα φυσικός... αν όχι τίποτα άλλο... ο βίος που διήγε τέλος πάντων!


Αλλά δεν πίστευε και σε τίποτα περισσότερο ο άνθρωπος. Αγαπούσε τη μοναξιά του και όταν ξημέρωνε, αφού τακτοποιούσε τα ζώα του, έψηνε ένα τσάϊ κι έτρωγε ένα αυγουλάκι. «Νά ‘ναι καλά οι γυναίκες μου!» έλεγε εννοώντας τις κοτούλες του. Ναι αυτές του πρόσφεραν κάτι πολύ χρήσιμο, τ’ αυγουλάκια τους και αν έβγαινε και κανένα μικρούλι από αυτά -όταν τα άφηνε στην κλώσσα- του επέτρεπε να μεγαλώσει. Έσφαζε τότε την παλιά κότα που γερασμένη πια όφειλε να παραχωρήσει τη θέση της στο κοτέτσι, σε μια νια. Από την σφαγμένη παλιά κότα, έβγαινε πεντανόστιμο το ζουμάκι που το φύλαγε μια-δυο μέρες για να πίνει κι από λίγο σα φάρμακο, κυρίως το χειμώνα με τα κρύα. Για να καρδαμώσει λοιπόν έτρωγε και το ελαφρύ άσπρο στηθάκι της. Χρειαζόταν αυτή η ανακύκλωση, όπως συμβαίνει με όλα τα καλά σ’ ετούτο τον κόσμο: όταν μεγάλωναν λοιπόν οι κότες του κι άφηναν απογόνους, τις έσφαζε, και οι θυγατέρες τους -οι νιες κοτούλες- έπαιρναν με τη σειρά τους τα ονόματα των μανάδων τους κι έτσι υπήρχε μία καταπληκτική διαπίστωση κληρονομικότητας στο κοτέτσι του!


Με τους γιατρούς δεν είχε πάρε-δώσε. Μια φορά που είχε κρυώσει είχε βάλει κομπρέσες με ρίγανη και λάδι στο στήθος του –κάπου το είχε ακούσει, ίσως από τις γιαγιάδες του ή από τους παππούδες του, δεν θυμόταν τώρα πια-, ρούφαγε φρέσκια μέντα στην τσάφκα του κι έτρωγε σκόρδα με τη σέσουλα, από την αρμαθιά που είχε φτιάξει με τα δικά του, τα φυτεμένα στον κηπάκο του: «μόνο οικολογικά προϊόντα!» έλεγε μονολογώντας και γελούσε ευχαριστημένος.

 

Έκοβε και κανένα φρούτο από την μανταρινιά του προς το χειμώνα ή κανένα κορόμηλο το καλοκαίρι, από την «εκ Θεού προφητευμένη κορομηλιά» εκεί δίπλα του. Όταν κατέβαινε στην πόλη αγόραζε φρέσκο ψωμί που η κόρα του το έκανε ακόμη πιο λαχταριστό, τυρί φέτα, λάδι, σαπούνι και κανένα πάναντολ για τους πονοκεφάλους του, αν και αυτό ήταν σπάνιο φαινόμενο για την αφεντιά του. Μία φορά στις τόσες αγόραζε κανένα εσώρουχο ή κανένα ρούχο για να μην κρυώνει. Δεν ήταν δα και άνθρωπος των σπηλαίων ο χριστιανός! Στον 21ο αι. ζούσε, είχε και πανεπιστημιακή μόρφωση... Άλλα ήταν τα αίτια που τον είχαν απομακρύνει από την πολυκοσμία της πολιτείας και από την καθημερινή ματαιότητα, που μόνο κακό έκανε.

Μια μέρα τον ακολούθησε από μακριά, και εν αγνοία του, ένας αλλοτινός του φίλος. «Να μη μείνει καμιά μέρα ξερός ο άνθρωπος και δεν τον πάρει κανείς είδηση, έτσι μοναχός που ζει», είχε σκεφτεί. Τον είχε ακολουθήσει με το αυτοκίνητό του: όταν εκείνος είχε επιβιβαστεί στο λεωφορείο αρχικά και ύστερα όταν κατέβηκε από αυτό, τον ακολούθησε με το αυτοκίνητό του, εξ αποστάσεως πάντα και μέχρι ενός σημείου τελικά. Ύστερα αναγκάστηκε να παρκάρει το όχημά του και να ακολουθήσει τον Νίκο, μέσα από ένα καλογραμμένο μονοπάτι ανάμεσα σε μυρτιές, βατομουριές και αγριοκορομηλιές.


Δεν είχαν περπατήσει περισσότερο από σαράντα λεπτά όταν από κάποια απόσταση, τον είδε να μπαίνει σε μια εσοχή στους πρόποδες του βουνού. «Δεν είναι κι άσχημα εδώ πάνω, μα τω Θεώ!» είχε θαυμάσει ο άντρας βλέποντας στα πόδια του τη μικρή κοιλάδα από το ένα μέρος και μέρος της πόλης από το άλλο. «Καλά βολεύεται ο άνθρωπος. Λεωφορείο ως το μονοπάτι και άντε και τρία τέταρτα δρόμος... γυμναστική είναι στον μπάτο της γραφής. Τον άθλιο, δίπλα μας είναι και δεν το ξέραμε!» χαμογέλασε με συμπάθεια.


Προχώρησε ήσυχα, προσεκτικά. «Νίκο, ε Νίκο!» φώναξε σε ελάχιστη απόσταση από το άνοιγμα, όπου τον είχε δει να μπαίνει. Ο Νίκος εμφανίστηκε, σχεδόν αμέσως. «Έλα Παύλο... καλώς ήρθες!» είπε εκείνος εκπλήσσοντας τον Παύλο, με την ηρεμία του. Λες και τον περίμενε. «Μη με κυττάζεις σα να είμαι φάντασμα. Ήξερα πως μ’ ακολουθούσες. Σε είδα από το παράθυρο του λεωφορείου και ύστερα σ’ ένιωθα πάντα πίσω μου. Ήθελα να δω πώς θα φερθείς, να δω τις αντιδράσεις σου. Δεν πειράζει που με παρακολούθησες μέχρις εδώ. Δεν κρύβομαι. Να το ξέρεις, σου λέω την αλήθεια».

 

«Καλά Νίκο φίλε, δεν είπα κάτι τέτοιο. Απλά σκέφτηκα ότι είναι καλό να ξέρει κάποιος που είσαι... Άνθρωποι είμαστε», είπε μετριόφρονα ο Παύλος. «Ευχαριστώ πολύ, που ενδιαφέρεσαι αν και μπήκες σε κόπο με αυτό που έκανες» είπε ο Νίκος και συμπλήρωσε: «Είναι γεγονός ότι με γοητεύει ετούτη η ερημιά». «Δεν μπορώ να το πιστέψω απόλυτα, αλλά θα το δεχτώ μα την αλήθεια» είπε ο Παύλος.


Τον κύτταξε σα να τον πρωτοαντάμωνε. «Μα τι κάνεις εδώ πάνω ολομόναχος; Είσαι μήπως άρρωστος και κρύβεσαι;» ρώτησε πάλι και τον κύτταξε με συμπόνια. Ο Νίκος χαμογέλασε. «Όχι... Καλά είμαι... Μια χαρά είμαι. Αλλά πρέπει να δεχτείς και να καταλάβεις ότι μου αρέσει αυτός ο τρόπος ζωής, είναι να... πώς το λένε; η επιλογή μου. Είναι σωστή αυτή η επιλογή μου. Αυτό θα ήθελα να τονίσω. Αισθάνομαι ελεύθερος, σαν τον Πρωτότοκο στον Παράδεισο... Σέβομαι την πολύτιμη μοναξιά μου... Άραγε το καταλαβαίνεις αυτό που λέω;»

 

Ο Παύλος μάλλον «εκ συνηθείας» αντιστέκεται στα όσα ακούει. Επιμένει. «Μα θα μπορούσες να ζεις κοντά μας, να σε βλέπουμε, να εργάζεσαι όπως και πριν, να προσφέρεις και να ζεις σαν άνθρωπος και κανονικά... μέσα σ’ ένα σπίτι. Όχι έτσι, σαν άνθρωπος των σπηλαίων! Αποφεύγεις!..»

 

Ο Νίκος γέλασε. «Δεν αποφεύγω τίποτα. Μια χαρά είμαι πίστεψέ με. Έχω όλα όσα χρειάζομαι. Κάποια στιγμή θα κατεβάσω τη ζωγραφική μου στην πόλη...» «Ζωγραφική είπες; Ζωγραφίζεις; Α ναι, ναι βέβαια... Θυμάμαι τότε στο Πανεπιστήμιο, που κάπου και που μας παρουσίαζες και κανένα δείγμα του ταλέντου σου. Το είχα ξεχάσει, φίλε μου».

 

Ο Νίκος χαμογέλασε. «Ναι... και γράφω... γράφω για εκείνα που δεν έμαθα στα σχολεία και στο Πανεπιστήμιο, για όλα όσα δεν λέγονται όταν καταλαμβάνεις τα θρανία και που οι ακαδημαϊκοί τ’ αποφεύγουν, καθώς μπορεί να θεωρηθούν προπαγανδιστές μιας κάποιας θεωρίας και μπορεί να χαλάσει η φήμη τους... και χάσουν και τη δουλειά τους. Εγώ φίλε μου, σέβομαι πρώτα τον εαυτό μου και παρουσιάζω την αλήθεια, όπως τη βλέπω από το πρίσμα της μοναξιάς μου. Χαίρομαι για την αγιοσύνη του ανθρώπου όταν την μπορεί, μακριά από την κοινωνία κι όμως πέρα για πέρα μέσα σ’ αυτήν. Μ’ αρέσει αυτή η ερημιά, αυτή η μοναξιά. Αυτό που αποκαλείς εσύ ζωή των σπηλαίων... εγώ την αποκαλώ καταφύγιο από την τρέλα».


«Τι γράφεις λοιπόν;» ρώτησε ο Παύλος με ενδιαφέρον. «Γράφω για τον ευφυή άνθρωπο, που αφού έγινε πρώτα άνθρωπος, ύστερα σοφίστηκε πώς να καταστρέφει τον συνάνθρωπό του για να τον τραβολογάει στην ανάγκη του. Εν ολίγοις, εξελισσόμενος ο άνθρωπος έγινε ακριβώς το αντίθετο: απάνθρωπος. Κατάλαβες; Ένα νόμισμα που οι δύο όψεις του καλός-κακός, εξελίχτηκαν τελικά να ισοδυναμούν: καλός-κακός = κακός. Η επιτυχία και η δύναμη δεν αποκτώνται για την πλάκα. Έχουν τον σκοπό τους που δεν είναι άλλος από το control και το management. Με καταλαβαίνεις; Κι ύστερα όταν οι κακομοίρηδες οι μικροανθρωπάκοι επαναστατούν κατά της εξουσίας που τους ρουφάει το αίμα, εκείνοι και πάλι εφευρίσκουν μία πολιτική θεωρία για να τον καλοπιάσουν... Μιλάνε για ανθρώπινα δικαιώματα... Δίνοντάς του δήθεν παναθρώπινα δικαιώματα, τους ωθούν ώστε να συνεργούν και πάλι στην ίδια κατάληξη: να δίνουν το δικαίωμα συγκέντρωσης της δύναμης σε μια χούφτα ανθρώπων -τους ηγέτες τους- ώστε να αστυνομεύουν την τήρηση αυτών... αστυνομεύοντας εκ νέου τον δότη τους δηλαδή τον αδύνατο άνθρωπο τελικά. Φαύλος κύκλος! Κατάλαβες τι σου λέω; Είναι μεγάλο το κόλπο του ανθρωπισμού του, τα «ανθρώπινα δικαιώματα». Εν ονόματί τους, τώρα επιβάλλει τους αντιτρομοκρατικούς νόμους, σε μία εποχή που η τρομοκρατία επιβάλλεται εκατό τα εκατό από τους δυνατούς στους αδυνάτους, που επαναστατούν τελικά οι ταλαίπωροι χρησιμοποιώντας τη μέθοδο που οι δυνατοί εφαρμόζουν, εκείνη της τρομοκρατίας!..»


Ο Παύλος κουνάει το κεφάλι του. «Ναι φίλε μου... είναι θλιβερά όλα αυτά!» «Δεν υπάρχει ισορροπία στη ζωή, λείπει εντελώς ανάμεσα στους ανθρώπους, ανάμεσα στη δύναμη και στην αδυναμία, στον πλούτο και στη φτώχεια» είπε πάλι ο ερημίτης καλλιτέχνης.

Έχοντας πει αυτά, πιάνει τον Παύλο από το μπράτσο και τον οδηγεί στη σπηλιά του. «Έλα Παύλο. Θέλω να σου δείξω τον πόνο που τρώει τα σωθικά μου...» λέει και τον φέρνει μπροστά σε έναν από τα τοιχώματα της σπηλιάς. Τραβάει ένα μεγάλο σεντόνι. Είναι ένας τεράστιος πίνακας: ένας τεράστιος ημίγυμνος, πληγωμένος Χριστός που γελάει ειρωνικά. Κρατάει το αγκαθωτό στεφάνι στ’ αριστερό του χέρι με απαξίωση και το δεξί του -σφιγμένη γροθιά- είναι υψωμένο εναντίον του ουρανού που τον κυττάζει με σφιγμένα τα πικραμένα χείλια. Γύρω του οι άνθρωποι τραγουδούν, τινάζονται στον αέρα με μακαρόνια δυναμίτη, σκοτώνουν και σκοτώνονται. Ένα πυρηνικό μανιτάρι καταβροχθίζει δύο πολιτείες, και τα νοσοκομεία γεμίζουν με ό,τι απόμεινε: παραμορφωμένα ημιθανή όντα. Πιο πέρα κάποια ρακένδυτα παιδιά ψάχνουν σε σωρούς σκουπιδιών και δίπλα κάποιες απαίσιες λιγδερές γυναίκες γυμνώνονται μπροστά στα μάτια πεινασμένων «λυκανθρώπων», που με γλώσσες κρεμασμένες προσπαθούν να γλύψουν τις γυαλιστερές από τον ίδρωτα βρώμικες σάρκες τους.

 

Δίπλα απλώνεται η έρημος, όπου κουφάρια μαύρων καταβροχθίζονται από τεράστιους κόνδορες ή άλλα όρνια και οι πολιτισμένοι λευκοί απολυμαίνουν τον τόπο ψεκάζοντάς τον. Ένα τεράστιο κύμα -ένα τσουνάμι- που έρχεται απειλητικό από πάνω από τη δεξιά άκρη του πίνακα, είναι έτοιμο να καταπιεί όλα όσα απεικονίζονται. Η απειλητική παρουσία του, η ικανή να καταπιεί και να σαρώσει τα πάντα στο πέρασμά του, είναι η μοναδική διέξοδος στην μόλυνση που επικρατεί.


Ο Παύλος κάνει μία γκριμάτσα. Κουνάει το κεφάλι του. «Ευτυχώς φίλε μου που η κοινωνία ψοφάει για διαστρεβλωμένες καταστάσεις πάνω στον καμβά. Αλλιώς...» «Ο άνθρωπος πρέπει να μάθει να κυττάζει την αλήθεια στα μάτια. Αυτοί είμαστε: «Ανθρωπόμορφα Τέρατα». Κάνουμε πως λυπόμαστε, κάνουμε πως πονάμε για τον άλλον... στην ουσία φοβόμαστε για τα τομάρια μας, γιατί θα μπορούσε να συμβεί και σ’ εμάς και πασχίζουμε να γίνουμε παντοδύναμοι, untouchables!.. Ευτυχώς που η φύση έχει ένα σύστημα ανακύκλωσης που είναι και το ευφυέστερο φίλε μου. Έτσι, όταν πια φτάνουμε στο αποκόρυφο της αποκοτιάς, μας δίνει μια και πάει...» λέει ο Νίκος ήσυχα.

 

Ο Παύλος τον κυττάζει. «Τι θέλεις να πεις;» «Τίποτα. Θέλω να πω πως βρήκα την ηρεμία μου εδώ πέρα. Κατεβαίνω μόνο για κάποια υλικά κι εξαφανίζομαι στα γρήγορα. Τώρα που μου έκανες την τιμή να μ’ ακολουθήσεις, θα σε παρακαλέσω να με βοηθήσεις με τη ζωγραφιά αυτή. Θέλω να την δείξω και να την πουλήσω. Χρειάζομαι τα χρήματα... θα σου εξηγήσω εν καιρώ», λέει και τον κυττάζει μέσα από τα παράθυρα των ματιών του κατευθείαν μέσα στην ψυχή, με τη δική του, τη μυστικοπαθή. Ο Παύλος ταράζεται. Ανταποδίδει το κύτταγμα του Νίκου. Είναι ήρεμος, τον προσέχει καλά. Σκέφτεται για λίγο και ύστερα λέει: «Εντάξει. Άσε με να το κυττάξω λιγάκι». «Ευχαριστώ φίλε!» λέει ο Νίκος απλά.

 

Ένα μήνα αργότερα άρθρο σε εφημερίδα γράφει: «Ένας καταπληκτικός πίνακας κρεμάστηκε εχτές στην Πινακοθήκη της Πόλης μας. Το ταλέντο που κρύβεται πίσω απ’ αυτόν, δεν αποκαλύφθηκε. Ανήκει σ’ άγνωστο καλλιτέχνη που επιμένει ν’ αναγνωρίζεται μόνο από τα γράμματα Ν. Ζ. Ο πίνακας πουλήθηκε σε πλειστηριασμό για είκοσι χιλιάδες Ευρώ. Εκπρόσωπος του καλλιτέχνη και αρχικός εκτιμητής του έργου υπήρξε ο Παύλος Χνουτάκης, ο διευθυντής της Πινακοθήκης της Πόλης μας. Τα χρήματα από την πώληση του αριστουργήματος θα διατεθούν υπέρ του Νοσοκομείου Ανιάτων.

 

Η συγκινητική προσφορά του ανθρώπου που επιμένει να παραμείνει εκτός του σκηνικού της πόλης μας και μακριά από τα μάτια των θαυμαστών του, είναι το ελάχιστο, όπως δήλωσε στον κ. Χνουτάκη, που μπορούσε να προσφέρει άνθρωπος προς τον συνάνθρωπο. Αναρωτιόμαστε αν θα μας κάνει την τιμή να στολίσει και κάποιους άλλους χώρους Δημοσίων Υπηρεσιών της πόλης μας, με έργα του. Αναρωτιόμαστε πότε θα έχουμε την τιμή να σφίξουμε τ’ άξια χέρια του και να τον συγχαρούμε αυτοπροσώπως τόσο για το καταπληκτικό του ταλέντο όσο και για την ανθρωπιά του και τη γενναιοδωρία του !»

 

Ο Νίκος πέταξε τα αποκόμματα των εφημερίδων στο μικρό τζάκι της σπηλιάς του. Δεν είχε ανάγκη να κρατήσει τίποτα από εκείνα που είχαν γραφεί «υπέρ» του, από τους συντοπίτες του.

 

Η φήμη ήταν εφήμερη και το ήξερε. Ένα είχε σημασία: η δουλειά του είχε πιάσει τόπο και είχαν βοηθηθεί κάποια άτυχα πλάσματα. Τι άλλο θα μπορούσε να ευχαριστήσει τον άνθρωπο περισσότερο απ’ αυτό; Δεν ήταν μία απόδειξη ότι οι άνθρωποι είχαν ακόμη ψυχή; Γέλασε κυττάζοντας τον ουρανό: «Καλά πήγαμε φίλε μου! Ξετρυπώσαμε την ευαισθησία και τη γενναιοδωρία του ανθρώπου προς τον συνάνθρωπο. Άντε, πάω για ύπνο τώρα!»

 

 

 

 

 

 

 

Pipina Elles
Ελληνίδα Ποιήτρια – Ζωγράφος
Τριλογία, υπό τον γενικό τίτλο, Άνθρωποι μονάχοι...(Αφηγήσεις) από το Βιβλίο …και ο Θεός έπλασε τον άντρα…(Σύδνεϋ 2006)

Διαβάστηκε 102 φορές
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Σχετικά Άρθρα

Πολιτιστικο Σωματειο «οι κορυφαιοι»