Εκτύπωση αυτής της σελίδας
12
Μαΐου

"Ένα ατύχημα" του Αντώνη Βαζιντάρη

Κατηγορία Πεζογραφία

Μέρα χειμωνιάτικη. Εφτά το πρωί. Ο συννεφιασμένος ουρανός μόλις αφήνει λίγες δειλές αχτίνες να φτάσουν ίσαμε δω. Η θάλασσα μπροστά μας, λίγο ανταριασμένη, κάνει αισθητή την παρουσία της με τα υπόκωφα χτυπήματα στο μόλο.

jΟι εργάτες, σαν εξωγήινα όντα, πώς αλλιώς να τους πει κανείς, με την άθλια κατάστασή τους, πάνε κι έρχονται, περνώντας από μπροστά μας για να μας δώσουν τον αριθμό τους, πριν πιάσουνε δουλειά.


Ο καθένας τους είναι κι ένας αριθμός. Αυτόν ξέρουμε εμείς, που δουλεύουμε στη χρονοτήρηση. Τ’ όνομά τους δε μας χρειάζεται. Εκείνο που θέλουμε και μας ενδιαφέρει είναι ο αριθμός τους και το όνομα του Συνεργείου. Αυτά τα στοιχεία φέρνει και η «μάρκα». Ένα μεταλλικό αντικείμενο, που πρέπει να έχουν κρεμάσει σε θέση που να φαίνεται μπροστά στο στήθος. Πολλοί κάθε μέρα τιμωρούνται που ξεχνούν, ή αδιαφορούν στη ρητή αυτή εντολή της Διεύθυνσης. Οι άνθρωποι, αντικείμενα! Αριθμοί! Τέτοιους αριθμούς δίνουν και στους τροφίμους των φυλακών. Πού να φωνάζουν ονόματα, και μάλιστα πολυσύλλαβα, δυσκολοπρόφερτα, πραγματικούς γλωσσοδέτες! Προχθές ο εργοδηγός ενός Συνεργείου απέλυσε μερικούς εργάτες, όχι, βέβαια, από άλλο λόγο, αλλά γιατί... δυσκολευότανε να προφέρει τα ονόματά τους! Να λοιπόν ο... αριθμός.


Πρακτική λύση; Δεν ξέρω ποιο θα είναι το άλλο βήμα.


Στις δεξαμενές, γύρω στα βαπόρια, σκαρφαλωμένοι οι εργάτες πάνω στις σκαλωσιές, χτυπούν τη λαμαρίνα να φύγει η σκουριά, ή ματσακονίζουν, όπως λένε, και γίνεται... πανδαιμόνιο. Άλλοι στην άλλη άκρη, στην πλώρη βάφουν ανεβασμένοι πάνω στα καβαλέτα, ή κρεμασμένοι με σκοινιά (σε σκαλωσιές). Όλοι τους σε λίγο θα είναι αγνώριστοι. Δε θα γνωρίζονται και μεταξύ τους ακόμη. Η σκόνη, η σκουριά και το χρώμα θα συμπληρώσει τη φορεσιά της δουλειάς, που αποτελείται από κοινά ράκη.


– Ελάτε παιδιά. Όλοι μαζί, ακούστηκε η φωνή του Νίκου. Ήταν ο ομαδάρχης των χρωματιστών, που ήθελε ν’ αλλάξουν θέση σε κάποιο καβαλέτο πάνω στη Δεξαμενή. Έτσι πάντα γινότανε. Πέντε-έξι εργάτες μαζί σπρώχνοντας, αλλάζανε τη θέση του καβαλέτου, για να ματσακονίσουν, ή να βάψουν ένα άλλο μέρος του καραβιού. Έτσι και τώρα όλοι μαζί έχουν πάρει θέση και περιμένουν την εντολή του Ομαδάρχη, για νά’ναι συγχρονισμένη η κίνησή τους.


– Εμπρός, παιδιά. Με το τρία, ακούγεται και πάλι η φωνή του Νίκου, που κι αυτός είχε πάρει τη θέση του κάπου εκεί στη μέση του καβαλέτου.

– Ένα... δύο... τρία, κι όλοι μαζί, σαν ένα σώμα σπρώχνουν το πανύψηλο αυτό καβαλέτο, που ήτανε κατασκευασμένο από σιδηροσωλήνες. Μα, πριν προφτάσουν να το πάνε ένα μέτρο πιο πέρα από τη θέση του, σωριάστηκε κάτω, διπλώνοντας οι σωλήνες του. Ένα ωχ! ακούστηκε. Μια απ’ αυτές τις σωλήνες, καθώς δίπλωσε, έκλεισε ανάμεσά της το Νίκο, βρίσκοντάς τον κάπου εκεί στο στήθος. Στο Νοσοκομείο που τον μετέφερε το αυτοκίνητο των Πρώτων Βοηθειών, τον άνοιξαν και τον ξανάκλεισαν, χωρίς να μπορέσουν να του προσφέρουν καμιά βοήθεια και σε λίγη ώρα κατέληξε.


Την άλλη μέρα, Κυριακή, ο Νίκος παντρευότανε. Και, τη μέρα τούτη Σάββατο, φιλότιμος όπως ήτανε, είχε έρθει για να δώσει κι αυτός ένα χέρι στη δουλειά, που ήτανε πολύ βιαστική. Μ’ αντιχαρές και τραγούδια, με δάκρυα και κλάματα, τ’ απόγιομα της Κυριακής οι δικοί του κι οι φίλοι συνοδέψανε το Νίκο στην τελευταία του κατοικία. Κι η Μαρία, τ’ όμορφο ‘κείνο κορίτσι, αντί με μεταξωτό κι ολόασπρο πέπλο κι ανθοδέσμη στα χέρια, με λουλούδια σαν εκείνα τ’ αμάλαγα της ψυχής της και των δεκαοχτώ της Ανοίξεων, τυλιγμένη στα ολόμαυρα κρέπια, κλαίει απαρηγόρητα, σπαράζει, για τον αναπάντεχο χαμό του αγαπημένου της.

 

Τη Δευτέρα ο Εισαγγελέας ήρθε στο εργοστάσιο, για να κάνει την τυπική αυτοψία του, για το θανατηφόρο εκείνο ατύχημα.


Το καβαλέτο, στο μεταξύ, το είχαν μεταφέρει στο Σωληνουργείο, το είχαν φτιάξει έτσι, που να φαίνεται πως πραγματικά είχε σπάσει ο σιδηροσωλήνας και γι’ αυτό έγινε το ατύχημα. Πράγμα φυσικό και που δικιολογείται μέσα στο ποσοστό των ατυχημάτων. Αυτό είπε, άλλωστε, κι ο Διευθυντής του εργοστασίου. Έτσι τα έδειξαν και κατ’ αυτόν τον τρόπο τα παρουσίασαν και στον Εισαγγελέα.

 

Ο Θανάσης, όμως, είχε διαφορετική γνώμη. Ήταν εκείνος, που πρώτος έτρεξε στον τόπο του ατυχήματος κι αυτός τηλεφώνησε για νά’ρθει το αυτοκίνητο των Πρώτων Βοηθειών. Έτσι, είδε και πως οι σωλήνες εκεί που είχαν σπάσει, δεν είχαν καθόλου σίδηρο. Μόνο ένα πάχος από σκέτη σκουριά. Άλλωστε, το είχαν δει κι οι εργάτες, που μαζί με το Νίκο σπρώχνανε το καβαλέτο, κι οι άλλοι που τρέξανε  πανικόβλητοι να προσφέρουν μια κάποια βοήθεια. Πριν χρόνια πολλά κατασκευασμένο, η θάλασσα είχε κάνει τη δουλειά της. Γι’ αυτό και έσπασε. Έπρεπε να είχαν φροντίσει οι αρμόδιοι και να το είχαν αντικαταστήσει. Καμιά, όμως, σοβαρή φροντίδα και μέριμνα για την ασφάλεια του εργατόκοσμου.

 

Ποιος όμως να σηκωθεί και να πει την αλήθεια; Η ανεργία βασιλεύει στη χώρα. Κι ο κίνδυνος μεγάλος να προστεθεί κι αυτός σε κείνες τις αναρίθμητες χιλιάδες των ανέργων. Την ίδια σκέψη κάνει κι ο Θανάσης. Κι έχει πέντε άτομα στην οικογένεια, που περιμένουν απ’ αυτόν. Κι αν αυτός μείνει χωρίς δουλειά, θα δυστυχήσουν. Ίσως βρεθούν κι έξω από το σπίτι, που δε θά’χει να πληρώσει το ενοίκιο. Σ’ ενδιαφέρουσα κι η γυναίκα του περιμένοντας το τέταρτο παιδί.


Όλ’ αυτά περνάνε από το μυαλό του, καθώς κάνει τη σκέψη, μήπως μπορούσε ν’ αποκαλύψει την αλήθεια. Όχι βέβαια, από ηρωισμό και τέτοια. Αλλά χάρη της αλήθειας μονάχα και της μνήμης του άτυχου και αδικοχαμένου Νίκου. Όμως, ενώ το κεφάλι του πάει να σπάσει από τις αλλεπάλληλες και αντικρουόμενες τούτες σκέψεις, τελικά υπερισχύει η… λογική πλευρά! Και, σκύβοντας το κεφάλι, συνεχίζει τη δουλειά του ταπεινωμένος. Ένα κοινό κουρέλι. Οι εργάτες αντικρινά και γύρω του, κάνουν όσο μπορούν πιο γρήγορα, να τελειώσει η δουλειά, γιατί το βαπόρι πρέπει οπωσδήποτε να φύγει. Έτσι και καθυστερήσει, χάνει το ναύλο, που πάει να πει λιγότερα κέρδη στ’ αφεντικό. Γι αυτό και το μάτι της Διεύθυνσης παρακολουθεί, επιστατεί.


Το μάτι της Διεύθυνσης!... Όχι ένα, πολλά. Άλλα που τα ξέρεις, τα βλέπεις. Κι άλλα που κρατούν μυστική την παρουσία τους. Μπορεί νά’ναι κι ο διπλανός σου. Αυτός που φοράει τα ίδια κουρέλια με σένα. Που μαζί σου ιδροκοπάει, που ματώνει ψυχικά. Που μοιράζεται μ’ όλ’ αυτά τα ψυχικά ράκη, τη βρωμιά και τη χλέβη.

 

Γι’ αυτό κι ο Θανάσης και στις σκέψεις του ακόμη ήταν επιφυλακτικός. Και η έκφραση του προσώπου του στις συζητήσεις γύρω από το ατύχημα ήταν ανάλογη. Το αβέβαιο του μέλλοντος κι η σκέψη, πως αύριο μπορεί και συ να ’σαι ένας απ’ αυτούς που θα βρεθούν έξω από την Πύλη, σ’ έχει καθηλώσει. Το ξέρει ο… αφέντης και σε πλησιάζει. Προσπαθεί να σε κάνει πιόνι του. Ένα από τούτα τα μάτια της Διεύθυνσης. Μερικές φορές πετώντας σου και μερικά ψίχουλα περισσότερα από κείνα που παίρνουν οι άλλοι. Εκτός από τις… «εύφημες μνείες», τις... «προβολές» και τα όμοια.


Εποχή της βρωμιάς και της σαπίλας. Της σκληρής κι απάνθρωπης συναλλαγής και καταπίεσης, με χίλιους δυο τρόπους, του εργαζόμενου. Τα χρόνια εκείνα, που οι δρόμοι βαφόντουσαν με αίμα.


Μα..., μήπως έχουν αλλάξει τα πράματα, ή θ’ αλλάξουνε ποτέ;

 

 

 

 

 

 

 

 

Αντώνης Βαζιντάρης

Ποιητής

Μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών

Απόσπασμα από την "ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ 2014", Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών

Διαβάστηκε 204 φορές
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)