ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ :
giweather joomla module
Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017 - 6:11:19π.μ.

Εκδόσεις Λεξίτυπον

16
Δεκεμβρίου

Θερινό Ψυχοτρόπιο - Διήγημα του Φαίδωνα Θεοφίλου

Κατηγορία Πεζογραφία

Ξεκίνησα κατακαλόκαιρο για ένα μικρό μη τουριστικό χωριό της Λέσβου.

Ήταν ένας φίλος, που είχε το πατρικό του εκεί. Φέτος δεν θα πήγαινε.


-Πάρε το κλειδί μου είπε. Δεν μένει κανείς εκεί, γι αυτό το αντάλλαγμα της παραμονής σου θα είναι να το συμμαζέψεις λιγάκι. Το δέχτηκα με χαρά, αφού θα συναντούσα τη σιωπή, την απλότητα και τον αργό ρυθμό ζωής ενός τέτοιου χωριού. Η αλήθεια είναι ότι δυσκολεύτηκα να προσαρμοστώ στο νέο περιβάλλον, αφού οι ουρές της τράπεζας όπου εργάζομαι, καθώς και η ζωή της πόλης, με κρατούσαν τεντωμένο.


Τώρα η χαλάρωση φαινόταν δύσκολη υπόθεση. Τα βράδια, στο σπίτι του φίλου μου που είχε μόνο δύο δωμάτια, επικρατούσε ησυχία τάφου. Είχε εγκαταλειφθεί από δεκαετίες και ηλεκτρικό δεν υπήρχε. Χρησιμοποιούσα δυο λάμπες πετρελαίου. Τις άφηνα όλο το βράδυ χαμηλά αναμμένες. Οι φλόγες τους παιγνιδίζοντας ζωγράφιζαν στο ξύλινο ταβάνι ανισόρροπα σχήματα, που συνόρευαν με παράξενα όνειρα. Η ατμόσφαιρα αυτή μ' ερέθιζε να προσθέτω αυθόρμητα μια γιαγιά που ξεκούκιζε καρπούς. Ύστερα οι σκέψεις μου, φοβισμένα θαρρείς πουλιά, μ' έκαναν να μονολογώ: Δε θες οι πρόγονοι τού φίλου μου να μου δείξουν με κάποιο τρόπο την παρουσία τους, για να διώξουν εμένα τον παράταιρο που ήρθε να ταράξει την ησυχία τους; Έχοντας και μια στοιχειώδη μεταφυσική παιδεία, ανατρίχιαζα από φόβο. Φοβόμουν άραγε πράγματι αυτό που σκεφτόμουν ή ο καινούριος τρόπος ζωής με ξεστράτιζε απ' το συνηθισμένο μου ρυθμό, προκαλώντας μου ένα αίσθημα ανασφάλειας;



Για να διασκεδάσω όμως το φόβο μου, σκεφτόμουν διαρκώς κι επαναλάμβανα μέσα μου, μη και προλάβει κάποια σκέψη και μ' επαναφέρει στα προηγούμενα: «Αύριο το πρωί θα πιείς το καφεδάκι σου και κατά τις δέκα θα πας στη θάλασσα. Μπορεί να βρεις και καμιά παρέα. Μπορεί και να ψαρέψεις...Πέρκες να ψαρέψεις, πέρκες, πέρκες...» Λέγοντάς το συνέχεια για ν' αποφύγω να μου σφηνωθεί καμιά άλλη σκέψη στο μυαλό, κουραζόμουν.


Κάπου εκεί με γάντζωνε ο ύπνος. Ξυπνώντας νωρίς το πρωί, άκουγα το κρίτσι – κριτς που έκανε ο σάρακας στα ξύλινα μέρη του σπιτιού. Στα παράθυρα, στο πάτωμα, στις θύρες. Ετοίμαζα το καφεδάκι μου κι έβγαινα να το απολαύσω στην αυλή που έβλεπε στο δρόμο. Η αντικρινή γριά γειτόνισσα, θαρρείς με περίμενε και πρόβαλλε στα κάγκελα της αυλής.


-Τί κάνει το παλικάρι μας; Καλημέρα.


-Καλημέρα. Να, καφεδάκι, έλεγα, δείχνοντας ασυναίσθητα το φλιτζάνι.


-Ε! όμορφα είναι στην αυλή το πρωί. Μόνο που τ' άφησαν το σπίτι και ρήμαξε. Ξέρεις παιδί μου, τι είναι ν' ανοίγεις την πόρτα σου να μπαίνεις μέσα; Τον Παυλή τί τον έχεις;


-Είναι φίλος μου.


-Α! και σε 'δωσε το κλειδί να μείνεις.


-Ναι.


-Αχ, παιδί μου. Από τότε που συγχωρέθηκαν οι γονείς του, κανείς δεν ήρθε πια σ' αυτό το σπίτι. Κάτσε να σου φέρω ένα ποτήρι φρέσκο γάλα. Κι έφευγε φουριόζα, ξαναγυρίζοντας με το γάλα.


-Να! Κι εγώ δυο καμαρούλες έχω κι όσο μπορώ τις φροντίζω. Φτώχεια παιδί μου, φτώχεια. Οχτώ παιδιά ανάθρεψα και δεν είχα μήδε ένα κλαδί να κρεμάσω το ταγάρι μου. Ε, τώρα Δόξα τω Θεώ. Άντε σε ζάλισα. Πιες το καφεδάκι με την ησυχία σου. Κι έφευγε αργά – αργά, ευχαριστημένη που διέκοψε έστω και για λίγο τη μοναξιά της. Οι χωριανοί κοιμούνταν νωρίς το βράδυ. Την πρώτη μέρα, όταν πέρασα από την αγορά του χωριού για να καθίσω στο καφενείο της πλατείας με τον γιγαντιαίο πλάτανο, σηκώθηκαν οι πιο πολλοί και με περιεργάζονταν από πάνω μέχρι κάτω. Ενοχλήθηκα πολύ, μα δεν το έδειξα. Δεν χαιρέτησα κανέναν. Κάθισα σ' ένα τραπεζάκι και παρήγγειλα ένα ούζο. Από μέσα μου έβραζα, που τόσο ωμά και χωρίς προσχήματα μ' έβαλαν στο στόχαστρο της περιέργειάς τους. Ο καφετζής με ρώτησε φέρνοντάς μου το ούζο:


-Στο χωριό μας μένετε;


-Σχεδόν! Είπα συγκρατημένα , μεταβάλλοντας την οργή μου σε καλυμμένη κοροϊδία.


-Δηλαδή;


-Ε, να, κάπως έτσι.


Στο μεταξύ, δυο τρεις μεσήλικες ήρθαν βιαστικά και κάθισαν στα διπλανά μου τραπεζάκια, για ν' ακούν τι έλεγα με τον καφετζή και να πιάσουν το σφυγμό μου. Ο καφετζής απτόητος, απ' τις τουλάχιστον παράξενες ερωτήσεις μου, το γύρισε:


-Θα μείνετε καιρό στο χωριό μας;


-Πού;


-Στο χωριό μας, θα μείνετε πολύ;


-Στο χωριό εκείνο, απάντησα χωρίς να δείχνω.


-Σε ποιο χωριό;


-Κάπου εκεί ανάμεσα! Είπα ανέκφραστος.


Ο καφετζής έδειξε να τρόμαξε και απομακρύνθηκε γνέφοντας στους άλλους να φύγουν από κοντά μου. Κουνώντας με νόημα το χέρι του, ήταν σα να έλεγε: Φύγετε κι αφήστε τον. Κάτι δεν πάει καλά. Τις επόμενες μέρες όταν πια προσαρμόστηκα κι όχι μόνο δεν με πείραζε κάτι αλλά τα είχα όλα συνηθίσει κι αγαπήσει, είδα κι έπαθα να τους πλησιάσω. Με κρατούσαν σε απόσταση θεωρώντας με αλαφροΐσκιωτο κι ήταν πολύ επιφυλακτικοί μαζί μου. Όταν τους εξήγησα το λόγο που φέρθηκα έτσι, γέλασαν πολύ και το είχαν θέμα για μέρες πολλές.


Το χωριό ήταν αμφιθεατρικά χτισμένο στην πλαγιά ενός βουνού που είχε σχήμα ανάποδου ωμέγα μικρού. Αντίκρυ του το βουνό θωρούσε τη θάλασσα, που εισχωρούσε με αδιακρισία στους πρόποδές του. Πετρώδες βουνό, γεμάτο πουρνάρια που έμοιαζαν για προβιά του. Ανάρια και που κανένα δένδρο. Μέσα από την ξεραΐλα του ανάδινε μια άγρια, πρωτόγονη ομορφιά και, δεν ξέρω γιατί μα μου φαινόταν πως σου φώναζε:


-Να μ' αγαπάς! Κι εσύ τ' αγαπούσες.


Στο έβγα του χωριού ήταν το νεκροταφείο κι από κει ο δρόμος οδηγούσε στο μεγάλο κάμπο. Αριστερά του νεκροταφείου ο δρόμος, που μετά από πολλές ελικοειδείς στροφές και διαρκή κατάβαση, έφτανε στη θάλασσα, απ' όπου μπορούσες να δεις την κοιλότητα του ανάποδου ωμέγα μικρού που στην πλαγιά του ήταν σκαλωμένο το χωριό. Έτσι το χωριό ήταν και ορεινό και παραθαλάσσιο. Στο τελευταίο σπίτι τού χωριού, λίγο πριν το νεκροταφείο, υπήρχε μια μεγάλη κοινοτική βρύση και μια μεγάλη στέρνα που έπιναν τα ζώα κι έπλεναν τα αγροτικά οχήματα.

 

Στο σπίτι αυτό ζούσε ο Κωσταντής με τον γέρο πατέρα του. Έβγαινε κάθε απόγευμα και καθόταν κοντά στη στέρνα. Πότε, κρατούσε το κεφάλι του ανάμεσα στα χέρια κι έμοιαζε βυθισμένος. Πότε, έχοντας μια υπερχειλίζουσα ενεργητικότητα, σήκωνε το χέρι του και το χτυπούσε στο γόνατο, όπως κάνουν οι γριές φωνάζοντας: «Παναγιά μου τι έπαθα η έρμη!» Αυτό συνεχιζόταν επί ώρες και με την ακρίβεια εκκρεμούς. Άλλοτε, όρθιος, έγερνε το κορμί του μια απ' το ένα πόδι και μια απ' το άλλο, τραγουδώντας αυτοσχέδια:


Γιόγιογιογιο – γιογιογιό.
Κανένας δεν τον πείραζε. Ούτε ενήλικας ούτε παιδί. Αντίθετα, όποιος περνούσε από κει, και περνούσαν πολλοί, τον χαιρετούσε:


-Γεια σου Κωσταντή!


-Γεια σου απαντούσε, το χέρι σηκώνοντας.


Αν τον χαιρετούσε κάποια γυναίκα ή κορίτσι έλεγε:
-Γεια σου Πελαγία! Γεια σου Πελαγία!


Το επαναλάμβανε μ' ένα γλυκό και τρυφερό τόνο.
-Γεια σου Πελαγία! Γεια σου Πελαγία!


Καμιά σαρανταριά χρονών ήταν ο Κωσταντής. Αδύνατος με κοντό μαλλί, φαινόταν πολύ νεώτερος. Μ' όλο που πολλές φορές παρουσίαζε μια ασυνήθιστη κινητικότητα, δεν μπορούσε να κάνει τίποτα μόνος του. Ο πατέρας του ο γέρο – Πέτρος, τον έπλενε, τον έντυνε τον τάιζε. Σαν περνούσαν περισσότεροι από ένας περαστικοί και τον χαιρετούσαν, έλεγε:
-Στο καλό να πάτε όλοι! Στο καλό να πάτε όλοι.


Οι μέρες μου έρρεαν μέσα στη καθαρή φύση και αντανακλούσαν πάνω μου μια ζεστή ανθρώπινη γεύση. Γνώριζα τους περισσότερους χωρικούς με τις ιδιαιτερότητές τους, τα μυστικά τους, τις συνήθειες τους. Επικοινωνούσα μαζί τους. Τους δεχόμουνα και με δέχονταν. Τους ήθελα και με ήθελαν. Τους αγαπούσα και μ' αγαπούσαν. Τώρα τελευταία είχαν έλθει πολλοί χωριανοί από την Αθήνα να ξεκαλοκαιριάσουν στον τόπο τους κι είχαν δώσει ζωή στο χωριό. Τα καφενεία έμεναν μέχρι αργά ανοιχτά και οι ήχοι της μουσικής απάγκιαζαν στο βουνό, που είχε σχήμα ανάποδου ωμέγα μικρού. Εγώ, νωρίς κάθε απόγευμα, καθόμουν σε μια πέτρα κοντά στο σπίτι του Κωσταντή και του έκανα αμίλητος παρέα, παρακολουθώντας τα καμώματά του κι αφήνοντας μια πικρή τρυφερότητα να με συνεπαίρνει. Κείνη τη μέρα ο γέρο – Πέτρος, τού έπλενε τα πόδια στη στέρνα. Μια νέα κι όμορφη κοπέλα από την Αθήνα, που προφανώς είχε χρόνια να έλθει στο χωρίο της, στάθηκε:


-Τι γίνεσαι κυρ – Πέτρο;


-Καλώς την. Καλά παιδί μου. Να, όπως τα ξέρεις.


-Τι κάνει η σύζυγος;


-Πέθανε, παιδί μου.


-Πω – πω! Αλήθεια; Δεν το ήξερα. Ζωή σε σας.


-Να 'σαι καλά. Την έχασα παιδί μου. Ο θεός τη λυπήθηκε και δεν τυρρανίστηκε. Κοιμήθηκε και δεν ξύπνησε.


Ο Κωσταντής άλλαξε πόδι και το ακούμπησε στο χείλος της στέρνας. Δεν φαινόταν να καταλάβαινε τι έλεγαν. Έχοντας το κεφάλι σκυμμένο μπροστά στο στήθος του, είπε χαμηλόφωνα και μονότονα:


-Πλυν' τα ποδάρια. Πλύν' τα ποδάρια.


-Ο Κωσταντής το ξέρει για τη μητέρα του συνέχισε να ρωτά η κοπέλα.


-Όχι παιδί μου. Νομίζει ότι είναι στην Αυστραλία και θα φέρει παγωτό


-Πλυν' τα ποδάρια. Πλυν' τα ποδάρια, επανέλαβε ο Κωσταντής.


Υπέθεσα πως ο Κωσταντής θα 'πρεπε να καταλαβαίνει μόνο το φτωχό λεξιλόγιο που εκείνος χρησιμοποιούσε.


Το άλλο απόγευμα πηγαίνοντας να καθίσω, καθώς το συνήθιζα, στην πέτρα μου, άλλαξα γνώμη και κάθισα στη στέρνα.


-Έλα Κωσταντή! Του φώναξα.
Με κοίταξε ίσια στα μάτια.


-Έλα να πλύνουμε τα πόδια. Ήρθε, συνεχίζοντας να με κοιτάζει γαλήνια και μουρμουρίζοντας: Γιόγιογιογιο – γιογιογιό. Έβαλε το ένα πόδι πάνω στη στέρνα. Του έβγαλα το παπούτσι και την κάλτσα κι άρχισα να του πλένω το πόδι, τρίβοντάς το. Εκείνος περιέφερε το βλέμμα του, σαν πινέλο ζωγραφικής δίχως χρώμα, πάνω στον κοντινό ξερόλοφο και στα κατσίκια που έψαχναν για τροφή. Πλένοντας το άλλο του πόδι, ένιωσα κάτι μέσα μου να πάλλεται σαν χορδή κιθάρας. Ένα τρεμούλιασμα που ξεκίναγε από μέσα μου σαν υποψία και κατέληγε στη βεβαιότητα πως στον Κωσταντή κατοικούσε μια Θεότητα. Μια Θεότητα που απλωνόταν σ' όλη την έκταση της αθωότητάς του. Μια Θεότητα που ο ίδιος δεν αντιλαμβανόταν, αφού συνήθως δεν συνειδητοποιούμε ότι είναι αυτονόητο. Του έπλυνα και το δεύτερο πόδι, του φόρεσα τις κάλτσες και τα υποδήματα και τον άφησα. Εκείνος άρχισε να πηγαινοέρχεται από το σπίτι του ως την απέναντι πλευρά του δρόμου, και κάπου – κάπου σταματούσε, έγερνε το σώμα του πάνω στο ένα πόδι, μετά στο άλλο, και τραγουδούσε πάνω στο ρυθμό της κίνησης: Γιόγιογιογιο – γιογιογιό.

 

Μια παρέα πέρασε.
-Γεια σου Κωσταντή!


-Στο καλό να πάτε όλοι. Στο καλό να πάτε όλοι.


Την ίδια στιγμή περνούσε ένα ΑΓΡΟΤΙΚΟΝ. Ο Κωσταντής δεν το είχε δει και πηγαίνοντας να περάσει πάλι απέναντι, βρέθηκε μπροστά στο ημιφορτηγό.


-Όχιιιιιιι...φώναξα, κι ένταση της φωνής μου ένιωσα να μου ξεσκίζει τις φωνητικές χορδές. Το ΑΓΡΟΤΙΚΟΝ τον πέταξε δυο μέτρα μακριά, πάνω στο λιθόστρωτο. Αίμα ξεπήδησε από το στόμα του σαν εμετός. Κι ενώ φαινόταν πως ο Κωσταντής δεν είχε ακόμα καταλάβει τι είχε συμβεί, πρόλαβε πνιχτά να πει πάλι:


-Στο καλό να πάτε όλοι.


Στην κηδεία του πήγαν όλες οι Πελαγίες του χωριού κι όλοι όσοι κάθε μέρα πήγαιναν στο καλό.


-Γιατί να το πάθεις αυτό Κωσταντή! Γιατί να το πάθεις; Γεια σου Κωσταντή! Γεια σου Κωσταντή! Φώναζα, κι η φωνή μου αντηχούσε στα κοιλώματα του βουνού, που είχε σχήμα ανάποδου ωμέγα μικρού, όμοια παντιέρα ελευθερίας περασμένης στο κοντάρι της τρέλας.
Από τότε, αγνοώντας το αποκλειστικό δικαίωμα των Ιερών Συνόδων, καθόρισα την 26η Ιουλίου, εορτή του Κωνσταντίνου του Μικρού....

 

 

 

 

 

 

 

Φαίδων Θεοφίλου

Συγγραφέας 

 

* Από το βιβλίο : "Ο ΘΕΟΣ ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΊΟ"

Εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ

*To διήγημα αυτό διδάχτηκε στη νεοελληνική έδρα του πανεπιστημίου της Βόννης. (Γερμανία)

*Η Ισπανίδα πανεπιστημιακή καθηγήτρια και συγγραφέας, VERONICA MARSA, μετέφρασε αυτό το διήγημα και το δημοσίευσε στην Ισπανία.

Διαβάστηκε 95 φορές
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Σχετικά Άρθρα

Πολιτιστικο Σωματειο «οι κορυφαιοι»