ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ :
giweather joomla module
Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2020 - 3:02:16π.μ.

banner468x60

30
Σεπτεμβρίου

"Κωνσταντίνος Μικέ Κανάριος - Ψαρά 1790-1793" του Μάρκου Συνοδινού

Κατηγορία Πεζογραφία

Ο ατρόμητος μεταξύ ατρόμητων, Κωνσταντίνος Κανάρης γεννήθηκε στα ψαρά μεταξύ των ετών 1790-1793 .

Όλη η βουλή των προεστών στο μόλο  συναγμένοι
Είπε πως έξω στην στεριά τους Τούρκους θα προσμένει.
Τότε έβγαλα το φέσι και να μιλήσω θέλησα προβάλλοντας στη μέση.
«Τίποτα αρχόντοι δεν φελά μονάχα το καράβι».
Σαν μ’ άκουσε ένα απ’ τα τρανά καλπάκια μας ανάβει
Και το φαρμάκι χύνει.
“Ποιος είναι αυτός και πως το λεν που συμβουλές μας δίνει”;
«Να τα Ψαρά πως χάθηκαν. Κι εγώ φωτιά στο χέρι
Πέρα  και πέρα τράβηξα κατά της Χίος τα μέρη .
Κι είπα από εκεί δεν βάσταξα με χείλη πικραμένα:
Να πως με λεν εμένα».


Αλέξανδρος  Πάλης.

 

Ο άφοβος αυτός ψαριανός που τιμητική είναι αυτή η μικρή αναφορά και μια πλειάδα άλλων Μπουρλοτιέρηδων, σαν εμπνευσμένος από θεϊκή δύναμη της δικαιοσύνης στάθηκε ενάντια στην Τουρκιά με αχαλίνωτη ορμή, τιμωροί του Βάρβαρου εξανδραποδισμού  του Ελληνικού έθνους.
           

Του Διονύσιου Σολωμού ο στίχος – «φως που ατρόμητο πατεί τον Άδη  και το χάρο»- κι ας ήτανε ο αριθμός των εχθρών όπως πάλι ο ίδιος ποιητής αναφέρει- «τόσα άστρα δεν εμέτρησε ο τρίσβαθος αιθέρας» -και μαζί όλοι πεζικό και Ναυτικό, κάνανε πραγματικότητα το όνειρο και  η άγια λευτεριά τραγούδησε στα Ελληνικά βουνά και πέλαγα -απ’ τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά…


Ο Κωνσταντίνος Κανάρης ο μετέπειτα υπουργός των Ναυτικών, υπήρξε γενναίος, ατρόμητος και του θανάτου καταφρονητής. Από τα τρανταχτά του κατορθώματα, η πυρπόληση της τούρκικης Ναυαρχίδας στην Χίο στέκει σαν το πιο φωτεινό άστρο, σαν φως που οδηγεί τον σκλαβωμένο Ραγιά, μια ελπίδα , ένας και μόνο δρόμος προς την ελευθερία. Σαν πυρσός που φέγγει μέσα στην νύχτα και προβάλλει απειλητικός πίσω από φαράγγια πέλαγα και τρισκόταδα βουνά.
           

Σαν να άστραψε φως και γνώρισε ο νιος τον εαυτό του όπως γράφει ο εθνικός ποιητής, Δ. Σολωμός. Τραγωδίες σαν της Χίου είναι δύσκολο να τις ζωντανέψεις πάνω στο χαρτί. Πώς να ζωγραφίσεις τον πόνο από τα μαρτύρια που παγώνουν το αίμα και κάνουν γυάλινα τα μάτια;
       

Ολοκαύτωμα μόνης αγίου Μηνά  1822   Απρίλιος, (193 χρόνια  μέχρι σήμερα).             

Κλεισμένοι στο μοναστήρι του Αγίου Μηνά στη Χίο, χιλιάδες ψυχές άνδρες γυναίκες και παιδιά, νιώθοντας ασφάλεια  λόγω της υψηλής του οχύρωσης  και από λίγους αρματωμένους άνδρες που κρατούσαν μακριά τους τούρκους , που αναμένανε εντολή από τον Βαχίτ πασά για να το πάρουν.
           

Κυριακή του Πάσχα, 2 Απριλίου.
Οι Ντερβίσηδες με τα μαύρα σουβλερά κιουλάφια τους, φανατίζουν τα Ζεϊμπέκια και τα ταγκαλάκια, μπαίνουν οι Μπαϊραχτάρηδες μπροστά και αρχίζουν το γιουρούσι. Όσο είχαν μπαρουτόβολα -γράφει ο Δημήτρης Φωτιάδης στο έργο του Κωνσταντίνος Κανάρης-, βάσταγαν γερά την άμυνα. Μα αυτά ήταν λίγα και κάποια στιγμή τελείωσαν. Οι εχθροί σιμώνουν ανοίγουν μια τρύπα στενή και άρχισαν να μπαίνουν λίγοι, λίγοι. Τον πρώτο και καμιά εικοσαριά, τους σκότωσαν οι υπερασπιστές , χωρίς οι έξωθι του τειχιού να το καταλάβουνε. Ύστερα έσπασαν τα γιαταγάνια τους.
           

Βγάλανε τότε ένα χοντρό ξύλο από την Εκκλησία και άρχισαν να τους χτυπάνε μέχρι που και τούτο έσπασε. Οι Τούρκοι τότε έκαναν μια τρύπα στο αντικρινό τείχος και μπήκανε μέσα, ένας, ένας αφού δεν βρίσκανε αντίσταση. Είναι εκτός περιγραφής το τι έγινε εκεί μέσα. Τρείς χιλιάδες σφάχτηκαν στην αναμπουμπούλα. Το μεγαλύτερο κακό που έγινε, ήταν εκεί μέσα στην Εκκλησία. Βάλανε φωτιά και  τους κάψανε όλους. Δεν άφησαν τρύπα άψαχτη, στο μοναστήρι που να μην την ψάξουν, μέχρι που βρήκανε κάποιους κρυμμένους μέσα σε μια παλιά άδεια στέρνα και τους ζητούσανε να βγούνε. Οι δυστυχισμένοι άνθρωποι , γνωρίζοντας τι τους περίμενε αν έβγαιναν από το πηγάδι  δεν το αποτολμούσανε. Τότε οι τούρκοι συνάζοντας, ξύλα, στρώματα και ότι άλλο υπήρχε εύφλεκτο, βάλανε φωτιά και τους κάψανε…  Ατέλειωτα καραβάνια θανάτου, φρίκης και αγωνίας σχίζανε ολημερίς το Νησί.
           

Τους άντρες τους είχανε φορτωμένους με τα χαλκώματα των σπιτιών, με στάμνες γεμάτες λάδι και ότι άλλο, πλιάτσικο, ως που να φτάσουν στην Χώρα, κι εκεί όταν τους ξεφόρτωναν τους σκοτώνανε. Η λαϊκή Μούσα τραγούδησε από πολλά στόματα όπως του Βίκτωρος Ουγκώ,  «Τούρκοι διαβήκαν, χαλασμός θάνατος πέρα ως πέρα. Η Χίος το καλό νησί έμεινε μαύρη ξέρα, με τα κρασιά με τα δεντρά της. Η Χίος που αρχοντόσπιτα, βουνάκια και λαγκάδια, Που νιες πιασμένες στο χορό , καμιά φορά τα βράδια καθρέφτιζε μες τα νερά της»…..(Μετάφραση κ. Παλαμά).
           

Ο Κάλβος στην ωδή του << Εις Χίον>>:
«Ω λαιμοί των αθώων
Παιδιών μας , ω πλευρά
Σεβάσμια των μητέρων,
Γερόντων κόμαι εις το αίμα
Αθλίως βρεγμέναι.
Εκδίκησιν ζητείται:
Η φωνή σας ηκούσθη ποτέ εις την γην,  οι αθάνατοι  
Τους ληστάς δεν αφήνουν ατιμώρητους».


Και αυτή η εκδίκηση, ωρίμαζε μέσα στην καρδιά ενός ταπεινού και άγνωστου ως τότε θαλασσινού μας του Κανάρη.


Η Καπιτάνα ( ναυαρχίδα, του Καραλή) με 2200 νοματαίους οι περισσότεροι καλεσμένοι του  Καπουτάν Πασά στο μεγάλο τσιμπούσι που θα έδινε στο τελευταίο βράδυ του Ραμαζανιού όλοι στολισμένοι με τα καλά τους. Αξιωματούχοι από το ασκέρι της ξηράς ακόμα μπέηδες κι αγάδες από το Τσεσμέ, την Σμύρνη και άλλα μέρη της ανατολής. Έτρωγαν κι έπιναν, χάιδευαν αργά τα γένια τους , κι ευχαριστούσαν τον Αλλάχ για τόσα μπερικέτια που χει ο Ντουνιάς να το χαίρονται οι μεγάλοι. Κι όσο προχωρούσε η νύχτα όλο και δυνάμωνε ο αέρας , φέρνοντας στην Καπιτάνα τη δροσιά, μα και το θάνατο. Κάτω στους κουραδόρους και στα αμπάρια, βρισκόντουσαν ξαπλωμένες γυναίκες και παιδιά έχοντας προσκέφαλο την δυστυχία.
           

Πάνω στα κατάρτια της Καπιτάνας βρισκόντουσαν κρεμασμένα, γκιαούρικα κορμιά. Είχανε περάσει τα μεσάνυχτα και πέρα μέσα στη νύχτα σίμωναν τα  δύο μπουρλότα, κι όλο και γέμιζε ο αέρας τα πανιά.  Στο ένα του Κανάρη, ανάσαιναν 24 ψυχές και στο άλλο του Πιπίνου, 19. Συμφώνησαν ο Πιπίνος και ο Κανάρης να ρίξουν τα μπουρλότα τους, πάνω στα δύο φωταγωγημένα Ντελίνια. ( πλοία κατ’ εξοχήν μάχης). Από εκείνη την ώρα δεν άλλαξαν πια κουβέντα κι ο καθένας τράβαγε το δρόμο του.

 

"Κατεβάστε την Σκαμπαβία" Προστάζει ο Κανάρης. Τα Σχοινιά γλιστράνε στους Μακαράδες και η βάρκα της ελπίδος ταξιδεύει πλάι στο μπουρλότο.

 

"Ανοίξτε τους ρούμπους και τις μίνες της φωτιάς". Γιάννη- λέει ο Κανάρης στο τιμονιέρη Τσάκαλο-. Παίρνα ανάμεσα από τις φρεγάτες και μουράρισε σ’ εκείνο το ντελίνι που παίζουνε οι ζουρνάδες-. Ο Κανάρης κι ο Πιπίνος δεν σταμάτησαν στις φρεγάτες γιατί γύρευαν τον Καπουτάν χασάπη. Και τότες ο Κανάρης είπε στον εαυτό του. «Κωνσταντή θα πεθάνεις». Παιδιά τους γάντζους φωνάζει ο Κανάρης κανείς να μην κατέβει στην Σκαμπαβία αν δεν στερεώσουμε καλά, καλά τους γάντζους. Πέρασαν ανάμεσα από τις φρεγάτες , μέχρι  και μπροστά τους φάνηκε λαμπρό και κατάμονο το ντελίνι. Πάνω στο κύμα παίζανε άστρα πολύχρωμα τα φώτα του.
           

Ο Κανάρης ορθός δίπλα στον τιμονιέρη του κρατώντας την αναμμένη μίτζα, το Τσούρμο του σχεδόν κράταγε την αναπνοή του, με τους γάντζους στα χέρια έτοιμους. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα όταν μια άγρια φωνή από την ναυαρχίδα ξέσχισε την σιωπή.
 Φούντο, μπρε ! Φούντο!...


Η Βάρδια παίρνοντας το μπουρλότο για τούρκικο καράβι και νομίζοντας ότι από ατζαμοσύνη πήγαινε να τρακάρει πάνω στην ναυαρχίδα, του φώναξε να φουντάρει. Καθώς όμως το πυρπολικό προχωρεί  ολόισια καταλαβαίνει την πικρή αλήθεια . Ατές, γκεμισί ! Άτες γκεμισί»!... ( Μπουρλότο! Μπουρλότο!.> Λίγα βόλια σφυρίζουν πάνω στα ξάρτια . Ακολουθεί ένας ξερός τράκος. Του μπουρλότου το μπαστούνι χώθηκε σε μια ανοιχτή μπουκαπόρτα. Στο Ντελίνι  με μιας σωπαίνουν  ζουρνάδες και νταούλια, Πασάδες και Μπέηδες  τινάζονται όρθιοι και αναποδογυρίζουν τους σοφράδες με τα κρέατα,  σερμπέτια και τα κρασιά. Αμολάτε τους γάντζους! Βρουχιέται ο Κανάρης. Τους ρίχνουν με δύναμη οι ναύτες και τους γαντζώνουν στα  ξάρτια. Σιγουράρουν το μπουρλότο πάνω στην ναυαρχίδα, δένουνε τότε το τιμόνι, για να μην λασκάρει και ξεμακρύνει το μπουρλότο.
           

Η τούρκικη ναυαρχία και το ταπεινό μπουρλότο τώρα, βρίσκονται σφιχταγκαλιασμένα,  πλώρη με πλώρη. Στην σκαμπαβία φωνάζει ο Κανάρης. Άλλοι κατεβαίνουν  σε αυτή από την ανεμόσκαλα και οι πιο σβέλτοι, κρεμιούνται και πηδάνε. Πασάρει ο Κανάρης τη μίτζα σε ένα από τους ναύτες που σκαρφαλώνει στη σκαλωσιά και βάζει φωτιά στα δύο λούκια που ξεκίναγαν από τα πορτέλα. Σκάζουν οι μίνες του μπαρουτιού, πετιούνται οι φλόγες πάνω στο ντελίνι , η νύχτα γίνεται μέρα. Καθώς το μπουρλότο κόλλησε από την πλευρά που φύσαγε ο αέρας , η φωτιά αγκαλιάζει το ντελίνι, μπαίνει μέσα από τις Μπουκαπόρτες, απλώνεται στα σπλάχνα του. Οι γεμιτζήδες που προσπάθησαν να διώξουν πέρα το μπουρλότο, τρομαγμένοι από τις φλόγες οπισθοχωρούν. Μυριόστομη κραυγή που αντηχεί μέχρι τα βουνά της Χίου ακούγεται. – Γιαγκίν! Γιαγκίν! ..  ((Φωτιά! Φωτιά)!
           

Τότε οι μπουρλοτιέρηδες αρπάζουν τα κουπιά και κωπηλατούν με όλη τους την δύναμη. Δυστυχώς. Η καρένα είχε μπερδευτεί σε κάποια λιανόσκοινα. Αρπάνε τον μπαλτά καταφέρνουν να τα κόψουν. Και η σκαμπαβία γλίστρησε γρήγορα πίσω μακριά από το ντελίνι.  Και όπως απομακρυνόταν βλέποντας φάτσα την Ναυαρχίδα του Καπουτάν Πασά ξεχώριζαν πάνω στο μεγάλο άλμπορο το σαντζάκι, το κορωνέτο δηλαδή του Καπουτάν Πασά, το κόκκινο τετράγωνο με τα διχαλωτά σπαθιά. Ήτανε σαν να τους χάριζαν ολόκληρο τον κόσμο.  Μπήξανε τις νικητήριες κραυγές.
           

Τραβάγανε κουπί και γελάγανε, ενώ πάνω στην Καπιτάνα άκουγαν τις διαταγές των Μπέηδων και Πασάδων. Ο Κανάρης που κοίταγε την φωτιά ενώ κράταγε το διάκι παρατηρούσε την φεγγοβολή σαν θαμπωμένος και έλεγε. Τι φεγγοβολή! Πανικόβλητος ο Καραλής , έβλεπε ουρλιάζοντας να λαμπαδιάζουν πανιά κατάρτια, οι δε Μπέηδες και Αγάδες είχανε πρόσωπα σαν λείψανα. Πέφτανε στην κουβέρτα καψαλισμένες μαΐστρες, γάμπιες αντενοκάταρτα. Το 80 γεμάτα κανόνια πύρωσαν, κι ένα , ένα άρχισαν να βροντάνε μεγαλώνοντας τον  τρόμο όσων θέλανε από τα άλλα καράβια να τρέξουν να βοηθήσουν στην Καπιτάνα. Αλλά βλέποντας το αδύνατο του θέματος κόβανε με βία τις γούμενες και άγκυρες τους να φύγουνε γρήγορα και να βρεθούνε μακριά. Και από την ταραχή τους βρόνταγε το ένα πάνω στο άλλο.
           

Και να τριζοβολάει το μεγάλο κατάρτι  τρίζει, και το μεγάλο άλμπουρο του ντελινιού πέφτει πάνω στην φελούκα που φυγάδευαν τον Καπουτάν πασά και τον χτυπάει στο κεφάλι. Τον βγάλανε στην στεριά , ανάσαινε ακόμα αλλά σε λίγα λεπτά παράδωσε την ψυχή του στον Αλλάχ. Στις 2 μετά τα μεσάνυχτα, - ιστορεί ο Δημήτρης Φωτιάδης-  η φωτιά έφτασε στην μπαρουταποθήκη, κι η Καπιτάνα τινάχτηκε στον αέρα.   

 

Η έκρηξη ήταν πολύ φοβερή. Η πολιτεία της Χίου την ένιωσε σαν φοβερό σεισμό. Οι τούρκοι που από την ξηρά κοίταζαν το θέαμα, έπεσαν κάτω ουρλιάζοντας σαν να τους χτύπησε αστροπελέκι…..
           

Το κουφάρι του Καραλή μετακομίσθηκε μελανό στην όψη και καταρημαγμένο, ενταφιάστηκε το πρωί μέσα στο κάστρο. Στον τάφο του χάραξαν οι Τούρκοι διάφορα επαινετικά επιγράμματα.

 

Μετά όταν πέρασαν 100 χρόνια από αυτό τα κατόρθωμα του Κανάρη, γίνανε γιορτές στην Χίο και στήσανε το άγαλμα του Ήρωα. Την μεγάλη είδηση έφερε στα ψαρά ο Αγαμέμνονας (πλοίον  πολεμικόν) του Τσαμαδού. Ως εξής. "Γυρίζοντας από κείνη την νύχτα από την Σάμο τρεις η ώρα πρωινή είμεθα κοντά εις την Χίον και ευθύς βλέπαμε φωτιές όπου έκαναν τα Μπουρλότα και κανονιές έπεφταν πολλές. Έπειτα 45  της ώρας είδαμε μιαν μεγάλη λάμψη  έως τον ουρανό και έπειτα ακούσαμε ένα μεγάλο βρόντο ως κανονιού εξερχομένου από πυριτιδαποθήκη και εβεβαιώθημεν ότι ήταν το ντελίνι  καμένο. Μετά μια ώρα της ημέρας αράξαμε εις τα ψαρά".
           

Ο Κωνταντίνος Κανάρης πραγματοποίησε και άλλες πολλές πυρπολήσεις και έκαμε τον τούρκικο Ναυτικό να φοβάται ακούγοντας το όνομα του. Με το παράτολμο θάρρος του, και την εμπιστοσύνη  στον σκοπό του σκλαβωμένου έθνους να φέρει την λύτρωση, προχώρησε ακλόνητος και πάντα πιο τολμηρός για το όραμα την λευτεριάς και τιμωρίας του αιμοδιψούς  και βαρβάρου εχθρού που σκότωσε, έσφαξε νέους, γέρους, γυναίκες και παιδιά , όλο και πιο βάρβαρος πάντα. Άνδρες σαν τον Κανάρη, τον Μιαούλη , τον Πιπίνο, τον Παπανικολή  και πλειάδα επαναστατημένων, ξεσηκώθηκαν.
 

Μπουρλότο ατ’ την Ύδρα  μπουρλότο από τα ψαρά, πήγανε και συγκάψαν τα γένια του πασά. Η λαϊκή μούσα τραγούδησε, ύμνησε την αρετή του ανδρός , το έθνος τον τίμησε και έφθασε διαδοχικά σε πολλά  ανώτερα και ανώτατα  αξιώματα.
           

Κατά το τέλος του 1826 ορίσθηκε κυβερνήτης του ημιδικρότου «Ελλάς». Το 1827 αντιπρόσωπος των ψαριανών στην συνέλευση της Τροιζήνας, κατόπιν φρούραρχος της Μονεμβασίας. Συντετριμμένος,  από τον φόνο του Καποδίστρια και απογοητευθείς, απεσύρθη εις Σύρον Ιδιωτεύων.  Ανακληθείς υπό τον Όθωνος , προήχθη εις πλοίαρχο και μετά υποναύαρχος και γερουσιαστής. Αργότερα ( 1843) διετέλεσε πρωθυπουργός και υπουργός των Ναυτικών , Υπουργός επί κυβερνήσεως Μαυροκορδάτου. Το 1861 αποποιήθηκε την απονεμηθείσα εις αυτόν σύνταξη, δια να υποστηρίξει ελεύθερα τις συνταγματικές θεωρίες του…Κουρασμένος πια στις 8-9- 1877, ο ένδοξος πυρπολητής εκοιμήθη τον αιώνιου  Ύπνον εις την μικράν οικίαν του στην οδό Κυψέλης αριθμός 56  και ετάφη τις το Α’ νεκροταφείον παρά το  παρεκκλήσιο του Αγίου Λαζάρου.
           

Η Λαϊκή Μούσα τον ύμνησε με διάφορα ποιήματα που βέβαια δεν μπορούν να αναφερθούνε εδώ. Όμως ένα χαρακτηριστικό που δεικνύει το ήθος και πίστη του , ως εξής είναι το κατωτέρω:

 

Μεσάνυχτα ο πυρπολητής εγύρισε και πήδηξε απ’ το γρήγορο καΐκι. Πιστός να φέρει με τα πόδια ολόγυμνα στην εκκλησία το τάμα για την νίκη. Το χέρι που άτρεμο έσπειρε το θάνατο με το δαυλό το φοβερό το χέρι, τώρα ταπεινωμένο και κρεμάμενο στην εκκλησιά  ανάφτει εν  αγιοκέρι

 

 

 

 

 

 

 

Μάρκος Συνοδινός
Ποιητής
Μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών

 

 

Πηγές. Δ.Φωτιάδη. ΚΑΝΑΡΗΣ. Εγκυκλοπαίδειες: ΠΑΠΥΡΟΣ  ΛΑΡΟΥΣ, ΗΛΊΟΥ, ΧΑΡΗ ΠΑΤΣΗ.    

Διαβάστηκε 193 φορές
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)

Πολιτιστικο Σωματειο «οι κορυφαιοι»

Ποιοι Ειμαστε

Το mcnews.gr είναι ένα site, που φιλοδοξεί να δώσει στους αναγνώστες του αντικειμενική και ανεξάρτητη ενημέρωση, χωρίς υπερβολές, παραποιήσεις και σκοπιμότητες...

Διαβάστε περισσότερα