ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ :
giweather joomla module
Δευτέρα, 6 Απριλίου 2020 - 2:48:02μ.μ.

banner468x60

14
Απριλίου

"ΟΙ ΚΥΡΑΤΖΗΔΕΣ" του Αυγερινού Ανδρέου

Κατηγορία Πεζογραφία

“Αλησμονώ και χαίρομαι, θυμάμαι και λυπούμαι,/

augerinos adnrouθυμήθηκα την ξενιτειά και θέλω να πηγαίνω./
Σήκω, μάνα μ', και ζύμωσε καθάριο παξιμάδι./
Με πόνους βάζει το νερό, με δάκρυα το ζυμώνει/
και με πολύ παράπονο βάζει φωτιά στο φούρνο./


- Άργησε φούρνε να καείς και συ ψωμί να γένεις,/
για να περάσει ο κερατζής κι ο γιος μου ν' απομείνει”.


Κυρατζής ή κερατζής ήταν στους περασμένους αιώνες ο αγωγιάτης. Διέθετε από 3 έως 50 ανθεκτικά μουλάρια και μετέφερε ανήμπορους ανθρώπους από τα ορεινά χωριά στις πόλεις. Κυρίως, όμως, και πρωτίστως εμπορεύματα (γεωργικά προϊόντα, κρασιά, λάδια σε ασκιά, πετρέλαια κλπ).

 

Κατά τον Μεσοπόλεμο Τζουμερκιώτες κυρατζήδες κατόρθωσαν να μεταφέρουν από την Άρτα στα Άγναντα, απόσταση 80 περίπου χιλιομέτρων, μία βαρειά ηλεκτρογεννήτρια, ισορροπώντας την σε 4 μουλάρια, που είχαν συγχρονικό βηματισμό! Αγώι λεγόταν το φορτίο, αλλά και η πληρωμή. (Τ' αγώι κάνει τον αγωγιάτη, λέει ο απλός λαός). Ήταν σημαντικό για τον κυρατζή να έχει φορτίο και ανθρώπους και στο πήγαινε και στο έλα. Διήνυαν 40 περίπου χιλιόμετρα τις 10 ώρες. Τις νύχτες κοιμούνταν σε χάνια, τα οποία διέθεταν τροφή γι' αυτούς και για τα ζώα τους.

 

Από εκεί και η φράση: “χατζής εσύ, κυρατζής εγώ, κάποτε θ' ανταμώσουμε”, που σημαίνει “ θα ξελογαριασστούμε κάποτε εμείς οι δύο”. Ισχυροί εκπρόσωποι της πολυσήμαντης αυτής τάξης αναλάμβαναν τη μεταφορά των μεταναστών από την Ήπειρο και τη Δυτική Μακεδονία, στη γη της Επαγγελίας, τη «Βλαχιά», σε ομάδες. Στην επιστροφή, βέβαια, αγόραζαν εμπορεύματα, τα έφερναν στα Γιάννενα και από την πώλησή τους πλούτιζαν.

 

Ο πιο ονομαστός «κυρατζής» στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα ήταν ο Γιαννιώτης Ρόβας, ο οποίος αναφέρεται σε έγγραφα του 1840. Διέθετε περίπου 100 μουλάρια ανθεκτικά και ασκούσε χρόνια το επάγγελμα αυτό. Το ταξίδι από τα Γιάννενα στο Βουκουρέστι διαρκούσε περίπου 212 ώρες, δηλαδή 25-30 ημέρες. Ενδιάμεσοι σταθμοί ήταν το Μέτσοβο, τα Γρεβενά, η Φλώρινα, το Μοναστήρι και το Κουμάνοβο. Ήταν ο Ρόβας καλός στη δουλειά του και πάρα πολύ έντιμος στις συναλλαγές του. Ήταν «ο ταχυδρόμος» μεταξύ Ηπείρου και Βουκουρεστίου. Ακόμη και χρήματα που έστελναν οι μετανάστες από τα ξένα, έφθαναν με ασφάλεια στους δικούς τους.

 

Ο απλός λαός των Ιωαννίνων και του Ζαγορίου, απ’ όπου κυρίως οι μετανάστες, συνέθετε αυτοσχέδια άσματα κατά τον αποχαιρετιστήριο δείπνο, αλλά και όταν ξεπροβοδούσε τον μετανάστη, σε αρκετή απόσταση από το χωριό. Ένα από αυτά αναφέρεται στην αναχώρηση του Ρόβα: “Ο Ρόβας εξεκίνησε μες στη Βλαχιά να πάει./ Νύχτα σελώνει τ’ άλογα, νύχτα τα καλιγώνει./ Βάζει ασημένια πέταλα, καρφιά μαλαματένια/ κ' η αρματωσιά τ' αλόγου του χρυσό μαργαριτάρι./ Και η καλή του τ' όφεγγε με το κερί στο χέρι./ Έχει μουλάρια δέκα οχτώ και μούλες δέκα πέντε,/ κι όλο στεριά ν' επήγαινε κι όλο στεριά πηγαίνει./ Κ' η κόρη, όπου αγαπάει, βαριά τον καταριέται:/ Ν' αυτού Ρόβα μ' που κίνησες, να πέσεις να πονέσεις,/ να πάει το στάρι δώδεκα, το ρύζι δέκα πέντε,/ και η του αλόγουσου,αμέτρητες χιλιάδες./ Σαράντα μέρες έκαμε σαράντα μερονύχτια,/ ώσπου να φτάκει στη Βλαχιά, στο έρμο Μπουκουρέστι”./

 

Το ταξίδι όμως θα τελείωνε και ο Ρόβας θα έφθανε στον προορισμό του, στο Βουκουρέστι. Για το «ξεπέζεμα» του ο ποιητής λαός της Ηπείρου έπλασε και δημιούργησε άλλο συμπληρωματικό τραγούδι: “Την ώρα που ξεπέζευε όλοι τον τριγυρίζουν./ Κ' οι Βλάχοι τον εξέταζαν κ' οι βλαχοπούλες λέγαν:/ Ρόβα τι μας έφερες από τα μαύρα Γιάνν’ να;/ Σας έφερα εκατό παιδιά, όλα Γιαννιωτοπαίδια,/ τα τρία τα καλύτερα της ομορφιάς στολίδια/ τό’ να το λεν Αυγερινό, τ’ άλλο το λεν Φεγγάρι,/ το τρίτο το καλύτερο το λεν Μαΐσιον ήλιο”./ ή “Σας έφερα τρία παιδιά, τρία παλικαράκια./ Το 'να το λένε Κωνσταντή και τ' άλλο Νικολάκη,/ το τρίτο τ' ομορφότερο το λένε Δημητράκη./ Σας ήφερα γλυκό κρασί να πιουν τα παλικάρια”.

 

Οι γονείς και οι άλλοι συγγενείς του αναχωρούντος για την ξενιτειά ήταν γεμάτοι συγκίνηση, θλίψη και πίκρα για τον αποχωρισμό αυτό και επόμενο είναι να βλέπουν στο πρόσωπο του Ρόβα τον αίτιο και να τον καταριούνται να πάθει οικονομικό και μόνο κακό: “Αυτού που πας, λεβέντη μου, μεγάλη ακρίβεια να’ βρεις,/ να βρεις τη ρόκα στα εκατό, το στάρι στα διακόσια”. Η πικρία των οικογενειών των ξενιτεμένων βρίσκει την έκφρασή τους και σε άλλο τραγούδι: “Ανάθεμά την τη Βλαχιά, Γιάσι και Μπουκορέστι./ Ανάθεμα το Δούναβη, δεν πνίγει τα καράβια,/ να μην περνούνε τα παιδιά π’ αφήνουνε τ’ς μανάδες,/ να μην περνούν οι νιόγαμπροι στα ξένα να γηράζουν./ Θέλω να τα καταραστώ τα τρία βιλαέτια,/ της Πόλης και της Βενετιάς, της Μπογδανιάς αντάμα”.


Οι Ηπειρώτες και μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους, ξενιτεύονταν για να βελτιώσουν τη ζωή τους. Απλώς οι χώρες του μισεμού τους άλλαξαν. Δεν ήταν «Η Βλαχιά», η Αυστρία και η Ρωσία, πλέον, αλλά η Αμερική, η Αυστραλία, ο Καναδάς. Έτσι, η ανάμνηση των ταξιδιών του Ρόβα παρέμεινε ζωντανή και το τραγούδι του είναι ιδιαίτερα αγαπητό μέχρι σήμερα και τραγουδιέται σε κάθε περίσταση, στην πατρίδα και όπου στα ξένα υπάρχουν Έλληνες.

 

 

 

 

 

 

 

 


Αυγερινός Ανδρέου

Συγγραφέας-Ποιητής

Μέλος του ΔΣ της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών

Διαβάστηκε 168 φορές
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Πολιτιστικο Σωματειο «οι κορυφαιοι»

Ποιοι Ειμαστε

Το mcnews.gr είναι ένα site, που φιλοδοξεί να δώσει στους αναγνώστες του αντικειμενική και ανεξάρτητη ενημέρωση, χωρίς υπερβολές, παραποιήσεις και σκοπιμότητες...

Διαβάστε περισσότερα