ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ :
giweather joomla module
Δευτέρα, 20 Ιανουαρίου 2020 - 6:59:58π.μ.

banner468x60

05
Μαΐου

Η Σταματίνα μεγάλωσε με πολύ φτώχεια και πολλά όνειρα.

roulaΓιατί όσο πιο λίγα ζεις στην πραγματική σου ζωή, τόσο πιο πολλά ονειρεύεσαι στην ψεύτικη.


Και όταν ξάπλωνε νηστική πολλές φορές στο κρεβάτι της, τόσο φόρτωνε το τραπέζι των ονείρων της, με τα πιο ακριβά φαγητά, που είχε ακούσει να περιγράφουν, και πολλά από αυτά δεν τα ήξερε, και ωραία ρούχα, που είχε δει να φοράνε, ή είχε ακούσει να μιλάνε, και τα πιο ωραία πριγκιπόπουλα να την ερωτεύονται. Και το σπίτι της να γίνεται μεγάλο σαν παλάτι και πλούσιο σε έπιπλα και σε φαγητά. Γιατί αγάπη είχανε μεταξύ τους. Και η γιαγιά με τη μικρή σύνταξη τη έπαιρνε στην αγκαλιά της και την νανούριζε, και η μαμά όταν πρόφταινε την φίλαγε σφιχτά πολλές φορές στα μάγουλα, και εκείνος ο μπαμπάς, που έλειπε συχνά της έλεγε παραμύθια από τα μεγάλα του ταξίδια, όταν έβρισκε πλοίο να μπαρκάρει.


Και η Σταματίνα μεγάλωνε και ομόρφαινε, αλλά ζούσε πιο πολύ χωμένη μέσα στα παραμύθια της, παρά μέσα στις μπαλωμένες κάλτσες και στα μεταχειρισμένα βρακιά της.


Το σχολείο δεν το τέλειωσε, γιατί ο μπαμπάς σταμάτησε να δουλεύει στα καράβια, γιατί έπαθε η καρδιά του, και αυτή έπρεπε να δουλέψει στα δέκαπέντε της χρόνια.


Στο εργοστάσιο του Παπαδόπουλου, που έφτιαχνε χαρτιά υγείας, καί ήταν στο άλλο τετράγωνο από το σπίτι της. Έφτιαχνε πακέτα. Έτσι και αλλιώς τα γράμματα δεν ήταν και τα αγαπημένα της, γιατί την ώρα του μαθήματος εκείνη ονειρευόταν άλλον πρίγκηπα και άλλο σπίτι, και πάντα, ήταν εκτός μαθήματος και εκτός τάξης.


Αλλά τραγουδούσε συνέχεια. Της άρεσε να τραγουδάει με την ψιλή καθαρή σαν κρύσταλλο φωνή της. Και όταν έφτιαχνε πακέττα τα χαρτιά τουαλέττας, και όταν έμπαινε σπίτι, και όταν περπατούσε στον δρόμο εκείνη τραγούδαγε. Σαν να έστρωνε το δρόμο της με τραγούδια. Η Μαμά της έλεγε πως είναι γεννημένη τραγουδίστρια και η γιαγιά της έλεγε πως είναι ίδια αυτή, που τραγούδαγε στην ταβέρνα του άντρα της στην πόλη, όταν μαζευότανε η οικογένεια.


-Χαμένη θα πας, έλεγε η μάνα της.


-Γιατί; ρώταγε η Σταματίνα.


-Για να προκόψεις σε αυτόν τον κόσμο χρειάζεται η Θεός, που δεν υπάρχει, οι γνωριμίες, που δεν έχουμε.


-Εγώ πιστεύω, πως είναι αλλιώς, είπε η Σταματίνα, και έπιασε πάλι το τραγούδι, μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο, και ήταν άνοιξη, και το δωμάτιο είχε γεμίσει μυρωδιές από τους νάρκισους και τα ζουμπούλια και τα γιασεμιά και τη φωνή της Σταματίνας, που ανηφόριζε το δρομάκι και έσπαγε σε χιλιάδες αστράκια κάτω από το φεγγάρι, με το τραγούδι του Χατζηδάκη «διώξε τη λύπη παλληκάρι, πάμε μια βόλτα στο φεγγάρι….»
Και είχε σκοτεινιάσει για τα καλά, και η φωνή της Σταματίνας επέμενε στο «φεγγάρι…» του Χατζηδάκη, όταν χτύπησε η σιδερένια γροθιά, που ήταν καρφωμένη έξω από την ξύλινη πράσινη βαμμένη πόρτα τους.
Και όταν άνοιξε την πόρτα η γιαγιά της Σταματίνας, ένας ψαρομάλλης κύριος ρώτησε ευγενικά αν μπορεί να περάσει.
Και μπορούσε.


-Άκουσα μια υπέροχη φωνή να τραγουδάει. Είπε.


-Η Σταματίνα μας, είπε η γιαγιά και κοίταξε τη Σταματίνα, που στεκόταν στην πόρτα της κρεβατοκάμαράς της.


-Τι τάξη πάεi  ρώτησε.


-Δεν πάει.


-Γιατί ξαναρώτησε.


-Σπουδάζει στο σχολείο της ζωής. Είπε η γιαγιά.


-Δηλαδή;


-Δουλεύει στο εργοστάσιο.


-Ο μπαμπάς της, η μαμά της.


-Κάνουν ότι μπορούν. Είπε η γιαγιά και δεν ξαναμίλησε.


-Θέλεις να τραγουδάς τα βράδια στο κέντρο μου ρώτησε τη Σταματίνα ο ψαρομάλλης.


-Ναι, είπε εκείνη.


Η μαμά που γύρισε εκείνη τη στιγμή από τη δουλειά, στο μαγαζί του κυρ Τάσσου, που πουλούσε ψιλικά, και ο μπαμπάς, από το καφενείο, συμφώνησαν.


-Παρά στο εργοστάσιο, καλύτερα να κάνει αυτό που ονειρεύεται, είπε η μαμά και ο μπαμπάς συμφώνησε.

 

Και η μικρή Σταματίνα μπήκε με την ωραία της φωνή στη νύχτα και τη γέμισε κελάιδισμα πουλιών και αθωότητα και βαριά όνειρα, που μόνο αυτή όμως ονειρευόταν και πάντα ήταν περισσότερα, από αυτά που ζούσε. Γιατί άλλο αληθινή ζωή και άλλο αληθινά όνειρα.


Και όσο τραγουδούσε τόσο η φωνή της ξεδιπλωνόταν όλο και περισσότερο κα τραγουδούσε η Σταματίνα καλύτερα, και το μαγαζί γέμιζε κόσμο, και όσο η Σταματίνα γινόταν ευτυχισμένη ομόρφαινε κιόλας όσο μεγάλωνε. Και άρχισαν οι αγάπες.


Όλοι οι άντρες να πέφτουν στα πόδια της και να της χαρίζουν ότι έχουν και δεν έχουν μαζί με την αγάπη τους. Και η Σταματίνα να μην μπορεί να καταλάβει, τόσο γρήγορα που έγιναν όλα αυτά, ποιά ήταν αληθινά και ποιά δεν ήταν. Γιατί όλα αυτά μοιάζανε και με όνειρα αλλά και με εφιάλτες. Όπως η ιστορία με τον Γιάννη τον οικοδόμο, που την έπαιρνε από πίσω, όταν σχολούσε από το μαγαζί, μέχρι να φτάσει σπίτι της, δύο δρόμους πιο κάτω, και σε όλο το δρόμο, της έλεγε πως αν δεν τον πάρει για άντρα, θα την σκοτώσει. Και αυτή τρόμαζε και δεν μπορούσε να κοιμηθεί.


Ώσπου το είπε στη μαμά της και στον μπαμπά της, και τον πιάσανε μιά μέρα έξω από την πράσινη βαμμένη πόρτα του σπιτιού της, να την περιμένει να βγει, και του είπανε, πως αν δεν την αφήσει ήσυχη, θα το πούνε στο αφεντικό του, που είναι φίλος τους, και θα χάσει τη δουλειά του.


Και ο Γιάννης έγινε πιο προσεκτικός. Η Σταματίνα ζούσε τις μέρες και τις νύχτες ανάμεσα σε θρίαμβο και φόβο.


«Φαίνεται αυτά πάνε μαζί», σκέφτηκε.


Και σιγά σιγά γινότανε και πιο γνωστή και άρχισαν οι προτάσεις από δισκογραφικές εταιρείες και από άλλα πιο γνωστά μαγαζιά. Και άρχισαν τα χρόνια να περνάνε και αυτή να γίνεται όλο και πιο γνωστή και διάσημη και πλούσια.  Και νόμιζε πως έτσι θα ήτανε όλη της η ζωή.


Και μετά από αγάπες που ξεχάστηκαν και άλλες που δεν ξεχάστηκαν, αλλά πέθαναν, γνώρισε τον Αργύρη, που ήταν πλούσιος και ηθοποιός και ωραίος και τον παντρεύτηκε. Και μαζί του έκανε μία κόρη, που αγάπησε πολύ. Αλλά τον Αργύρη, τον αγάπησε λιγότερο, και όταν συνάντησε τον Κώστα χώρισε τον Αργύρη, που κλείστηκε με βαριά θλίψη στο σπίτι του, και κατέστρεψε την κινηματογραφική του καριέρα, κάτι που δεν της συγχώρεσε ποτέ η κόρη της. Και έτσι πήρε διαζύγιο και από τον Αργύρη και από την κόρη της, που δεν της ξαναμίλησε.


Και τα όνειρά της έγιναν πραγματικότητα, αλλά η ζωή της άρχισε να πηγαίνει κατά διαόλου. Γιατί αυτά τα όνειρα δεν την κάνανε ευτυχισμένη, όπως νόμιζε, ενώ η άλλη ζωή, που δεν έμοιαζε με όνειρο, και που ήταν χαμένη, την έκανε δυστυχισμένη, και την έκανε να αλλάξει όνειρα. Να ονειρεύεται δηλαδή όχι ότι έχει, αλλά ότι δεν έχει, ότι δηλαδή είχε χάσει, πως θα το ξαναποκτήσει. Αλλά επειδή τα χρόνια περνούσανε και η Σταματίνα δεν το καταλάβαινε, δεν έβρισκε αυτό που νόμιζε πως μπορούσε να αποκτήσει, όπως μπορούσε κάποτε, αλλά αυτό που μπορούσε να αποκτήσει, και που δεν ήτανε αυτό που ονειρευότανε πως μπορούσε να αποκτήσει.


Εραστές νέους, που της τρώγανε τα λεφτά, και την αφήνανε μόνη στο κρεβάτι και άλλους, που πήγαιναν κοντά της για να γίνουν γνωστοί και διάσημοι. Και η Σταματίνα που όλο και μεγάλωνε αλλά που δεν το καταλάβαινε στο μέτρο που μεγάλωνε, αλλά στο μέτρο, που εκείνη ήθελε να μεγαλώνει. Δηλαδή άλλα της έδειχνε ο καθρέφτης της και άλλα αυτή έβλεπε μέσα εκεί, συνέχισε να ονειρεύεται ένα σπίτι μεγάλο σαν παλάτι, και την κόρη της κοντά της μέσα σε αυτό το παλάτι.


Παρόλο που η κόρη της, είχε παντρευτεί και φύγει μακριά, στην Αυστραλία, και ο άντρας της είχε ξαναπαντρευτεί, αυτή άρχισε να κτίζει το παλάτι, για τη ζωή, που δεν είχε, αλλά που ονειρευότανε, πως μπορούσε να έχει.


Και ήταν κιόλας πολύ μεγάλη και πολύ μόνη. Και έκτιζε σιγά σιγά, με όσα λεφτά της είχαν απομείνει, γιατί τώρα η δουλειά είχε λιγοστέψει και η φωνή είχε λιγοστέψει, ένα παλάτι από μάρμαρο, με πολλές σκάλες, και βασιλική μεγαλοπρέπεια που πάντα ονειρευόταν.

 

Μα όταν τέλειωσε κατάλαβε πως δεν μπορούσε να το κατοικήσει γιατί τα πόδια της δεν την βαστούσαν να ανεβαίνει τις μαρμάρινες σκάλες.

 

 

 

 

 

 

 

 

Ρούλα Κοντέα

Συγγραφέας

Μέλος της "Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών"

Απόσπασμα από την "ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ 2013", Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών

Διαβάστηκε 128 φορές
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Πολιτιστικο Σωματειο «οι κορυφαιοι»

Ποιοι Ειμαστε

Το mcnews.gr είναι ένα site, που φιλοδοξεί να δώσει στους αναγνώστες του αντικειμενική και ανεξάρτητη ενημέρωση, χωρίς υπερβολές, παραποιήσεις και σκοπιμότητες...

Διαβάστε περισσότερα