ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ :
giweather joomla module
Κυριακή, 23 Απριλίου 2017 - 7:42:17μ.μ.

Εκδόσεις Λεξίτυπον

×

Προειδοποίηση

JUser: :_load: Αδυναμία φόρτωσης χρήστη με Α/Α (ID): 49
24
Οκτωβρίου

"ΤΟ ΑΣΠΡΟ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ" - ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΠΟΥΛΗΜΕΝΑΚΟΥ

Κατηγορία Πεζογραφία

Από την πρώτη ώρα καταλάβαινες ότι εκείνο το φθινοπωρινό ταξίδι δεν θα είναι ίδιο με τα συνηθισμένα. Είχε ένα άρωμα αλλιώτικο.

VASILIS POULIMENAKOSΜε το που πάτησα το πόδι μου στον καταπέλτη του πλοίου με συντρόφευε μια αίσθηση σαν ανάμνηση. Σαν άδειασμα, μια παρέλευση του χρόνου.


Μ' ένα σακίδιο γκρι από αυτά που φοράνε οι πιτσιρικάδες στην πλάτη και την καλύτερη διάθεση που θα μπορούσα να έχω, αποφάσισα να ταξιδέψω με καράβι αρχές Νοέμβρη. Να γυρίσω τα νησιά. Να ζωγραφίσω τ' αποκαμωμένα από το καλοκαίρι ακροθαλάσσια. Στο μυαλό και στη σκέψη μου. Να τα περάσω στις μπογιές και στα πινέλα.


Ήθελα να ξεγυμνωθώ από το ένα και μοναδικό άσπρο πουκάμισό μου και να πεταχτώ στο γαλάζιο και στο πορτοκαλί από το πέλαγο και το δειλινό. Να πορώσω το δέρμα, να εκπληρώσω την κάθε θέληση της θάλασσάς μου, να της χαρίσω την πιο θερμή μου αγκαλιά, να της βαφτίσω όλη μου τη ζωή. Να αδειάσω.

 

Οι λαστιχιένιες σόλες από τα παπούτσια ακούγονταν να τρίζουν στο μέταλλο του γυμνού καταστρώματος. Το πλοίο βούιζε από το θόρυβο των μηχανών κι ένα σύννεφο λευκό ολοένα πλημμύριζε την ατμόσφαιρα. Φάνταζε έρημη κι η ρότα που μας τράβαγε. Σαν φευγιό χωρίς πλοηγό. Κάπου πέρα.


Η ομίχλη δεν έλεγε να κοπάσει. Κι εγώ κομπάρσος σε αδιάφορο ρόλο περιδιάβαινα από την πλώρη στην πρύμνη. Στα τυφλά. Με οδηγό μόνο μια αχνή άσπρη γραμμή από την κουπαστή, μετρούσα βήματα, σπιθαμές και μέτρα. Υπολόγιζα αποστάσεις, σα στραβός καπετάνιος που μάθαινε τις γωνιές από το καράβι του. Κάθε φορά που έφτανα στο ύψος του μηχανοστασίου, ένα διαπεραστικό κύμα υγρού ατμού σούβλιζε τη σάρκα και μου υπενθύμιζε ότι το φεγγάρι έχει κι άλλη πλευρά. Φωτεινή. Και καυτή.


Κάποια στιγμή η γραμμή της κουπαστής διακόπηκε απότομα. Μια θηλυκή σιλουέτα σχηματίστηκε μπροστά μου. Με το ένα πόδι σκαρφαλωμένο στα κάγκελα. Και τη ματιά της να την παίρνει το «μέσα» στα κύματα. Ανάμεσα στο λευκό της καταχνιάς διέκρινα τα μακριά μαύρα μαλλιά της. Έμοιαζε να σφίγγει τα χέρια στο σώμα και οι χούφτες, σαν πουλί στο κλαδί, γαντζωμένες στο ξύλο της κουπαστής. Σα να 'ψαχνε κάτι να τη σηκώσει. Να ξεφύγει από τα όρια. Και του πλοίου. Να γίνει ένα με το νερό. Με τον αέρα. Δεν ξέρω.


Πλησίασα και η ανάσα μου πέρασε στις αισθήσεις της. Σα να με γνώριζε. Δεν αντιστάθηκε. Σα να με περίμενε. Το πόδι κατέβηκε από τα κάγκελα και οι παλάμες δεν βασάνιζαν το ξύλο. Άρχισε να γέρνει το σώμα της αργά προς τα πίσω και στό τέλος τ' απίθωσε πάνω μου. Πήρα τα κοκκινισμένα από το κρύο δάχτυλα και τα έτριψα με τα δικά μου.


Πήρα από τη μπροστά τσέπη του σάκου το πακέτο με τ' άφιλτρα. Άναψα ένα. Της έδωσα τη δεύτερη ρουφηξιά. Ένα ρίγος της διαπέρασε. Έβγαλα το άσπρο μου πουκάμισο και το 'ριξα στους ώμους της. Ένα χνώτισμα ξεπήδησε από μέσα της και το άφησε να ταξιδέψει.


Περπατήσαμε αγκαλιασμένοι κατά μήκος της ίδιας άσπρης γραμμής. Χωρίς να έχουμε κοιταχθεί στα μάτια. Χωρίς εικόνες και χρώματα. Χωρίς να έχουμε μιλήσει. Μόνο μια ζέση και μια έλξη υπήρχε. Αόρατη μέσα στον ξεχαρβαλωμένο καιρό που κατέβασε τα σύννεφα επιδεικτικά, λες κι ήθελε να μας συνοδεύουν. Να αγκαλιάζουν. Σαν ένα άσπρο σεντόνι στα μάτια. Στο στήθος και πιο μέσα ακόμα.


Σταθήκαμε στην πρύμνη. Κει που το καράβι έσκιζε τη θάλασσα. Τ’ αφρισμένα κύματα πετάγονταν σαν λόγχες δεξιά κι αριστερά. Και τα μαλλιά της, ορθή γωνία, ανέμιζαν, σημαία τώρα, τα σώματα κατάρτι. Κάποιες σταγόνες μοίραναν το πουκάμισο και αναδεύτηκαν με το ελαφρύ της άρωμα.


Έβρεξα τα χείλη της μ' ένα φιλί πριν με προλάβει εκείνη κι είδα το πρόσωπό της για πρώτη φορά. Τότε μια ηλιαχτίδα πρόβαλλε κι άνοιξε παράθυρο στο μουντό απόγευμα. Το πούσι διάφανε το άσπρο του φόρεμα. Απομακρυνόταν διακριτικά παίρνοντας μαζί του ουτοπικά όνειρα και λευκές φιλοδοξίες. Επιδιώξεις γλυκές, ρεαλιστικές και μάταιες. Το παρελθόν. Το μέλλον. Κι άφησε τη στιγμή να ζωγραφίζει.


Αντιφέγγιζαν όταν σήκωσε ψηλά τα αλαβάστρινα χέρια και σαν πλοκάμια τα κύκλωσε στους ώμους μου. Το άσπρο πουκάμισο πετάρισε, ξανοίχτηκε στον άνεμο. Τη μια έμοιαζε νεφέλωμα. Την άλλη γλάρος.


Στον ορίζοντα φωσφόριζε η ακτογραμμή του νέου νησιού. Σούρουπο. Τα πρώτα φώτα ανάβουν.

 

 

 

Βασίλης Πουλημενάκος
Πολ. Μηχανικός - Συγγραφέας

 

Από το Ανθολόγιο «...πιο βαθιά από τη θάλασσα»

 

 

MCNews book banner

Διαβάστηκε 296 φορές
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)

Σχετικά Άρθρα

Πολιτιστικο Σωματειο «οι κορυφαιοι»