ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ :
giweather joomla module
Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2020 - 10:02:47μ.μ.

banner468x60

11
Ιανουαρίου

« Σημάδια στην Ομίχλη» του Stephen Sachs - Σε σκηνοθεσία Λεωνίδα Παπαδόπουλου στο Θέατρο Vault

Κατηγορία Θέατρο και Χορός

Από την έναρξη της παράστασης, από τα πρώτα λεπτά, από την είσοδο του ηθοποιών επί σκηνής, αισθάνεται κανείς την ψυχική και συνάμα πνευματική πληρότητα που προσφέρει το αυθεντικά καλό θέατρο.

RIGOPOULOUΑυτό ακριβώς συμβαίνει και στη σκηνή του θεάτρου Vault με το έργο: « Σημάδια στην Ομίχλη» του Stephen Sachs, σε σκηνοθεσία του Λεωνίδα Παπαδόπουλου, όπου ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Ο θεατρικός συγγραφέας Στίβεν Σακς γεννήθηκε στο San Francisco και μεγάλωσε στο Los Angeles, εκεί σπούδασε στη Θεατρική Ακαδημία, εργάστηκε ως ηθοποιός, αλλά και ως σκηνοθέτης με την πρώτη του σκηνοθετική δουλειά να παρουσιάζεται το 1987. Στην πορεία έγινε συνιδρυτής και καλλιτεχνικός διευθυντής στο The Fountain Theater στο Los Angeles.

 

Στο ενεργητικό του ο Στίβεν Σάκς έχει πολλά θεατρικά έργα τα οποία ανέβασε και σκηνοθέτησε ο ίδιος στο θέατρο, αποσπώντας έτσι 200 βραβεία. Μάλιστα ο Arthur Miller έδωσε την έγκρισή του να σκηνοθετήσει το έργο του: « After the fall» το οποίο απέσπασε βραβείο παραγωγής και σκηνοθεσίας, έχοντας επί επτάμηνο sold-out παραστάσεις. Όπως επίσης και ο θεατρικός συγγραφέας Athol Fuggard τον εμπιστεύθηκε και τον επέλεξε ως σκηνοθέτη για το ανέβασμα των έργων του.

 

Ο Στίβεν Σακς ακόμα έχει βραβευθεί και για την εξαιρετική διασκευή του έργου: « Δεσποινίς Τζούλια». Το έργο: « Σημάδια στην ομίχλη» ο Στίβεν Σακς το έγραψε το 2012 και βασίζεται σε αληθινή ιστορία. Έχει ανέβει στο Duchess Theatre του Λονδίνου με την Κάθλιν Τέρνερ και τον Ίαν ΜακΝτίαρμιντ. Η πραγματική ιστορία αφορούσε μια Αμερικανίδα την Τέρι Χόρτον που ζούσε στην Καλιφόρνια, η οποία αγόρασε έναν πίνακα από ένα παλιατζίδικο στην εξευτελιστική τιμή των πέντε δολαρίων απλά και μόνο επειδή της άρεσε κι όταν μια μέρα μια καθηγήτρια εικαστικών τον είδε εντελώς τυχαία, της είπε πως πρόκειται γι αυθεντικό έργο του Τζάκσον Πόλλοκ. Αυτό το περιστατικό έκανε την Τέρι Χόρτον παγκοσμίως γνωστή, η οποία μόλις πληροφορήθηκε για το ενδεχόμενο αυθεντικότητας του έργου, κάλεσε ειδικό εμπειρογνώμονα προκειμένου να αξιολογήσει τον πίνακα. Παρότι ο εμπειρογνώμονας εισηγήθηκε την αυθεντικότητα του έργου, ωστόσο καμιά γκαλερί δεν πείστηκε και κανένα μουσείο, διότι δεν υπήρχε υπογραφή του καλλιτέχνη.

 

Παρόλα αυτά βρέθηκαν ένας συλλέκτης κι ένας γκαλερίστας που της πρόσφεραν τα ποσά των εννέα και δύο εκατομμυρίων δολαρίων αντιστοίχως, ωστόσο η Χόρτον δεν δέχτηκε να πουλήσει ποτέ τον πίνακα θεωρώντας πως τα χρήματα αυτά ήταν ελάχιστα μπροστά στην τεράστια αξία του έργου, έτσι η Χόρτον κράτησε τον πίνακα για πάντα. Εμπνευσμένος από αυτή την ιστορία ο Στίβεν Σακς, δημιούργησε το δικό του υπέροχο θεατρικό έργο.

 

Η υπόθεση του έργου διαδραματίζεται στον προσωπικό χώρο της Μωντ Γκούντμαν μιας άνεργης μπαργούμαν που ζει σ’ ένα trailer Park στο Bakersfield. Της Μωντ Γκούντμαν της αρέσει να μαζεύει πράγματα που κάποιοι άλλοι δεν τα θέλουν, δεν τα χρειάζονται πια ή δεν τους αρέσουν, έτσι μια μέρα αγόρασε από ένα παλαιοπωλείο έναν πίνακα για λίγα δολάρια, που δεν της άρεσε, τον απεχθανόταν για να τον κάνει δώρο σε μια παλιά της φίλη, μια γειτόνισσα που ζούσε μόνη με τα σκυλιά της, ως δώρο γενεθλίων.

 

Ωστόσο ο πίνακας δεν άρεσε ούτε σ’ εκείνη κι έτσι παρέμεινε στα χέρια της Μωντ. Μια μέρα εντελώς τυχαία είδε τον πίνακα ένας καθηγητής αισθητικής αγωγής, ο οποίος της λέει ότι μάλλον αυτός είναι του διάσημου ζωγράφου Τζάκσον Πόλλοκ. Στα αυτιά της Μωντ αυτή η είδηση εξ’ ουρανού, έμοιαζε ως σανίδα σωτηρίας για εκείνη που βρισκόταν σε μεγάλη ένδεια από τότε που απολύθηκε από μπαργούμαν κι αμέσως ενεργοποιήθηκε προκειμένου να βρεθεί εκτιμητής να εξακριβώσει την αυθεντικότητα του πίνακα και να τον εκτιμήσει. Μετά την έρευνά της, καταλήγει σε μια μεγάλη εταιρεία στη Νέα Υόρκη και σε έναν από τους πιο γνωστούς και λαμπρούς εκτιμητές έργων Τέχνης στον κόσμο, τον εμπειρογνώμονα Λάιονελ Πέρσυ. Έτσι ο Λάιονελ Πέρσυ την επισκέπτεται ο οποίος εισέρχεται κατατρομαγμένος από τα σκυλιά της γειτόνισσας κι αρχίζει ένας αξιολάτρευτος διάλογος, ανταλλαγής απόψεων, ερμηνείας, εκμυστηρεύσεων μέχρι την τελική απόφαση ότι ο πίνακας δεν είναι γνήσιος Πόλλοκ. Ο Λεωνίδας Παπαδόπουλος υπογράφει τόσο το μεταφραστικό μέρος του έργου, όσο και το σκηνοθετικό.

 

Υπέροχη η σκηνοθεσία του Λεωνίδα Παπαδόπουλου, οι ρέουσες φόρμες στις οποίες κινείται αναδεικνύουν και την πιο μικρή σημειολογική αναφορά του έργου, οικοδομώντας μια έξοχη παράσταση. Η αποκαλυπτική σκηνοθετική ματιά του Λεωνίδα Παπαδόπουλου θίγει πολλά ζητήματα τόσο περί Τέχνης, όσο και περί Τέχνης της ζωής. Ο σκηνοθέτης Λεωνίδας Παπαδόπουλος κατορθώνει να προσεγγίσει και να εμβαθύνει σε δύο εκ διαμέτρου αντίθετους κόσμους, σε δύο διαφορετικές κοινωνικές τάξεις, με διαφορετικό μορφωτικό επίπεδο και καλλιέργεια που η αντίληψη της ζωής γι ‘ αυτούς γίνεται με τελείως ξεχωριστό τρόπο και στο τέλος κατορθώνει να συγκεράσει τις διαφορετικότητές τους μια άλλη παράμετρος ζωής.

 

Η άνεργη μπαργούμαν Μωντ, μαζεύει σκουπίδια, πίνει πολύ γι’ αυτήν το αλκοόλ είναι η μοναδική συντροφιά στη ζωή της, στις χαρές και στις λύπες, στη μοναξιά και στην απόγνωση, ωστόσο σαν χαρακτήρας παραμένει πολύχρωμη, αυθεντική λαϊκή μορφή που μιλά έξω από τα δόντια χωρίς ιδιαίτερους τρόπους και περισσή αβρότητα, με ακραιφνή άγνοια για την Τέχνη, αλλά και αδιαφορία για τα ρεύματα τις τεχνοτροπίες, αλλά με πάθος για τη ζωή. Παλεύει για ν’ αποδείξει την αυθεντικότητα του πίνακα που έχει στα χέρια της ότι ανήκει στον Πόλλοκ με πείσμα, με δύναμη, με επιχειρήματα μα πάνω από όλα με τη φλογάτη ματιά της για τη ζωή.

 

Σε αντίθεση με τον Λάιονελ Πέρσυ που είναι μορφωμένος, με εξειδικευμένες γνώσεις, ένας έγκριτος ιστορικός Τέχνης παγκοσμίου φήμης, που ζει εντός και μόνο με τους κανόνες που διέπουν τόσο την Τέχνη, όσο και το βίο του χωρίς να παρεκκλίνει από αυτούς, τυπικός, ακραιφνής στις απαραβίαστες αρχές του, μιλά για την Τέχνη με απαράμιλλο πάθος. Το πρώτο κοινό σημείο μεταξύ τους είναι το πάθος που κρύβει η Μωντ για τη ζωή κάτω από τα πολύχρωμα εξωστρεφή ρούχα της και ο Λάιονελ κάτω από το στυλιζαρισμένο κοστούμι και τον σφιχτοδεμένο κόμπο της γραβάτας του.

 

Η Μωντ ωσάν λάβαρο καλυμμένο μ’ ένα λευκό πανί αποκαλύπτει με τελετουργικό τρόπο τον πίνακα στον Λάιονελ, όλες οι ελπίδες της πάνω σ’ αυτό το έργο που από την αρχή σιχαινόταν κι εκείνος αρχίζει τον εξονυχιστικό έλεγχο από κάθε άποψη για να καταλήξει να πει: « Δεν είναι Πόλλοκ» και στην ερώτησή της: « Πώς το ξέρεις;» εκείνος απαντά: « Είναι η δουλειά μου αυτή» κι εκείνη αθυρόστομη προσωπικότητα καθώς είναι απαντά: « Εμένα είναι η γαμημένη η ζωή μου». Από εκεί και ύστερα αρχίζει ένας έξοχος διάλογος, γρήγορος, ευφυής με χιούμορ κομψό και συνάμα διεισδυτικός, αποκαλυπτικός καθώς τα θέματα που θίγονται είναι πολλά και δύσκολα.

 

Η διαφωνία τους αυτή περί αυθεντικότητας του πίνακα είναι η αφορμή για μια συζήτηση περί Τέχνης και όχι μόνο. Ο Λάιονελ ισχυρίζεται πως ποτέ δεν κάνει λάθος γιατί πάντα εμπιστεύεται την « Ριπή» του, δηλαδή την εξονυχιστική, την τεκμηριωμένη άποψη βασισμένη σε γνώσεις και μελέτη ετών, « οι ριπές μου είναι πάντα ακριβείς». Γνωρίζει καλά πως ο Πόλλοκ κινείται στα όρια της ολικής καταστροφής, ενώ αυτός ο πίνακας είναι ρηχός, είναι μάλλον αντίγραφό του. Μέσα σε μια εκστατική κατάσταση ο Λάιονελ παραθέτει στοιχεία για την τεχνική του Πόλλοκ. Ο Πόλλοκ έλεγε πως: « Δεν ζωγραφίζω τη φύση, είμαι η φύση», επίσης εκτίναξε στα πιο υψιπετή επίπεδα τον κυβισμό, έριχνε τον καμβά στο πάτωμα και χυνόταν πάνω του, έμπαινε μέσα του, εκπροσωπούσε μια πύρινη Τέχνη όπως ο Τζάκ Κέρουακ στη λογοτεχνία και τελειώνει ο Λάιονελ τον μεγαλειώδη λόγο του περί Τέχνης λέγοντας πως: « Αυτοί που τρελαίνονται να ζήσουν, αυτοί που ποθούν τα πάντα ταυτόχρονα» αυτοί οι άνθρωποι του αρέσουν, αυτοί τον γοητεύουν. Ο σκηνοθέτης Λεωνίδας Παπαδόπουλος κατορθώνει τον συγκερασμό με ιδιαίτερα επιτυχημένο τρόπο των δύο αυτών ανθρώπων που στην ουσία αντιπροσωπεύουν δύο διαφορετικούς κόσμους.

 

Το πάθος είναι και για τους δύο η κινητήρια δύναμη, όμως η σκηνοθετική ματιά του Λεωνίδα Παπαδόπουλου ρηξικέλευθη καθώς είναι, ανοίγει διάπλατα και το θέμα αυθεντικότητας όχι μόνο στην Τέχνη μα και στην ίδια τη ζωή. Η Μωντ λατρεύει τους αυθεντικούς ανθρώπους και την αλήθεια τους και ο Λάιονελ, τα αυθεντικά έργα, σιχαίνεται κάθε τι που είναι αντίγραφο, που είναι μια κακόγουστη κόπια, λέγοντας για τη ρεπλίκα μιας κινέζικης υδρίας όπου η γυναίκα του τη λατρεύει, όμως ο ίδιος θέλει να αλλάξει το χώρο, για να μην βλέπει την κακογουστιά αυτής της κόπιας. Θεωρεί ακραία τιμωρία του να ζει με ένα ψέμα όλη του τη ζωή. Ο σκηνοθέτης Λεωνίδας Παπαδόπουλος μέσω της αυθεντικότητας της Τέχνης, αναδεικνύει τη γοητεία της αλήθειας και στηλιτεύει τα βορβορώδη ένστικτα του ψέματος που καταδυναστεύουν τις ζωές των ανθρώπων, που καταστρέφουν την ομορφιά της ζωής και προσθέτουν βάρος στα σαρκία τους.

 

Ο σκηνοθέτης Λεωνίδας Παπαδόπουλος ρίχνει άπλετο φως στους χαρισματικούς ανθρώπους στις μεγάλες καλλιτεχνικές φυσιογνωμίες, μας τονίζει πως είναι κυριευμένες από πειθαρχημένες αντιθέσεις, πως είναι μικροί Θεοί που διαπράττουν το έγκλημα της δημιουργίας, που κατορθώνουν μέσα από τα έργα τους να εκφράσουν υψηλά αισθητικά νοήματα μέσω της τελειότητας, της αναλογίας, της ισορροπίας των μερών και της ζωογόνας δυναμικής τους. Όμως το σκηνοθετικό του νυστέρι κατορθώνει να εισχωρήσει σε ακόμα βαθύτερα επίπεδα, σε πιο αναλυτικές φόρμες όπου τίθεται το θέμα της αξίας ενός έργου ή αντικειμένου ανάλογα με το που θα βρεθεί το πλαίσιο αισθητικό και σκηνικό κι αυτό φυσικά επεκτείνεται ακόμα και στην αποδοχή των ρευμάτων της Τέχνης όταν πρωτοεμφανίστηκε το καθένα στην εποχή του. Δια στόματος Λάιονελ ξεδιπλώνει το προαναφερθέν θέμα.

 

Ο Λάιονελ αναφέρει στη Μωντ το πείραμα της εφημερίδας Washington Post σε κάποιο σταθμό τρένου, όπου ένας μεγάλος βιολονίστας έπαιζε με ένα πανάκριβο χειροποίητο βιολί Stradivarius φτιαγμένο το 1713 από τον ίδιο τον Antonio Stradivari, έχοντας μπροστά του ανοιχτή τη θήκη για να συλλέγει φιλοδωρήματα. Ο παγκοσμίου φήμης βιολονίστας παρότι βιρτουόζος και δημιουργεί μαγικά ακούσματα με το βιολί, παρότι γεμίζει τεράστια θέατρα ανά τον κόσμο, όπου συρρέουν για ν’ απολαύσουν τις Θεϊκές νότες που βγάζει το δοξάρι του, στο σταθμό του τρένου ελάχιστοι του αφήνουν κάποιο φιλοδώρημα, ενώ από κανέναν δεν γίνεται αντιληπτό το μέγιστο ταλέντο του.

 

Στο λάθος χώρο το έργο Τέχνης εν προκειμένω ο βιολονίστας έχασε τη μοναδικότητα και την αξία του, εκμηδενίστηκε η δυναμική του και η αισθητική συγκίνηση του έργου του εξαϋλώθηκε. « Όποιος μπαίνει στον κόσμο της Τέχνης είναι σαν να μπαίνει σε ιερό ναό» λέει ο Λάϊονέλ, εξυψώνοντας τη μυσταγωγία της Τέχνης ισχυροποιώντας έτι περισσότερο αυτό που έλεγε ο Κωνσταντίνος Τσάτσος πως: « Με μιαν ευρύχωρη πύλη παραβάλλω την Τέχνη. Τα πάντα χωρούν από αυτή να περάσουν. Αλλά τίποτα, που δεν πέρασε από αυτήν δεν είναι Τέχνη».

 

Έτσι ως άξιος ενορχηστρωτής του λόγου και της έκφρασης ο σκηνοθέτης Λεωνίδας Παπαδόπουλος μέσα από τον αντιθετικό αυτό διάλογο των ακραιφνών αντιφάσεων, υπεισέρχεται και σε μια πιο οικεία, πιο ανθρώπινη, πιο καθημερινή- γήινη και θνητή φόρμα, απογυμνώνοντας τους δύο ήρωες από τους φόβους, τις ενοχές τους, τους πόνους και τις ανασφάλειές τους, έτσι η αρχικά καθαρά επαγγελματική τους σχέση μετατρέπεται σε τρόπο, μέσο εκμυστήρευσης, ακούμε τη Μωντ να λέει: « Σημάδια ζωής που είχαν χαθεί στην ομίχλη» κι ο Λάϊονελ: « Ο Πόλλοκ κουβαλούσε τους δαίμονές του», «Όπως όλοι μας» λέει η Μωντ, αυτούς τους δαίμονες κατόρθωσαν να ξορκίσουν μέσα από μια συζήτηση περί Τέχνης.

 

Απολύθηκε από το μπαρ που εργαζόταν η Μωντ γιατί προσπάθησε ν’ αυτοκτονήσει, ήταν παντρεμένη με έναν άντρα που φερόταν άσχημα τόσο σ’ εκείνη όσο και στο γιό της τον Έντι, μέχρι που έχασε το μονάκριβο γιό της, σκοτώθηκε με το αυτοκίνητο, αυτοί ήταν οι δικοί της δαίμονες που τη βασανίζουν ακόμα και που τους απαλύνει με το αλκοόλ. Ο Λάϊονελ πάλι ο διεθνούς φήμης έγκριτος κριτικός Τέχνης, διευθυντής του Μητροπολιτικού Μουσείου της Νέας Υόρκης μια μέρα έγραψαν γι’ αυτόν οι New York Times: « Καθαιρέθηκε ο αρχιεπίσκοπος της Τέχνης» κι όλα αυτά από μια λάθος κρίση για την αυθεντικότητα ενός Κούρου.

 

Όσο για τη σχέση με τη γυναίκα του επικριτική και αβάσταχτη, μια θλιβερή φυλακή με πλούσιο κάλυμμα, μια ψυχική ανεπάρκεια. Ο σκηνοθέτης Λεωνίδας Παπαδόπουλος μετουσίωσε το ανέφικτο σε εφικτό, τις συγκρουσιακές αντιθέσεις σε γοητευτικές συγκυρίες, την αποδόμηση του πολυδιάστατου των δύο χαρακτήρων και την τελική ολοκληρωτική σύμπλευσή τους, συμπόρευσή τους με κοινό άξονα τη μοναξιά, την απογοήτευση, την πικρία, την απομόνωση, την εσώτερη ψυχική ένδεια, την ανάγκη ζεστασιάς, τον πόνο γιατί η δυστυχία δεν ξεχωρίζει κοινωνικές θέσεις.

 

Στο ρόλο της Μωντ Γκούντμαν η έξοχη Ράνια Σχίζα. Η Ράνια Σχίζα επιτυγχάνει την ολοκληρωμένη ενσάρκωση του ρόλου της Μωντ, μιας γυναίκας δυναμικής, ανεξάρτητης, ελεύθερης, που ξέρει να πηγαίνει τη ζωή της στα άκρα, ανένταχτη, έξω από φόρμες και τυπικούς καταδυναστευτικούς καθωσπρεπισμούς και συνάμα ευαίσθητη, τρυφερή που κουβαλά πόνο στη ψυχή της, που ξέρει καλά τι θα πει μοναξιά, τι θα πει ερημιά ανεξάντλητη, τι θα πει αλκοόλ για συντροφιά κι ατελείωτες νύχτες με όνειρα και ελπίδες που δεν θα έρθουν.

 

Τόσο φυσική, αυθεντική επί σκηνής η Ράνια Σχίζα, με μια ξεχωριστή ικανότητα ευελιξίας και αλλαγής των συναισθημάτων και των εκφραστικών της μέσων καθώς από μια συνετή επιχειρηματολογία για την απόδειξη αυθεντικότητας του πίνακα, μετατρέπεται σε μια γοητευτική γυναίκα που προσπαθεί να πείσει τον Λάϊονελ με τα θηλυκά της θέλγητρα εν δράσει ύστερα πάλι μεταμορφώνεται σε μαινάδα που προσπαθεί να σφάξει τον πίνακα που δεν της προσφέρει τίποτα παλεύοντας με τον Λάϊονελ κι έπειτα σε μια πονεμένη μάνα που νοσταλγεί τόσο τρυφερά κι ανθρώπινα το παιδί που έχασε. Απολαυστική επί σκηνής η Ράνια Σχίζα οικοδομεί εύστοχα το ρόλο της, όταν πια μένει μόνη παρέα με τον πίνακα του Πόλλοκ, τη φωτογραφία του γιού της κι ένα ποτό, εκεί που όλα είναι πια χαμένα η ερμηνεία της είναι συγκλονιστική.

 

Στο ρόλο του Λάϊονελ Πέρσυ ο εξαίσιος Νίκος Παντελίδης. Ο Νίκος Παντελίδης αναδεικνύει κάθε πτυχή του ρόλου που υποδύεται του παγκοσμίου φήμης κριτικού Τέχνης Λάϊονελ Πέρσυ, άξιου εκπροσώπου της ανώτερης κοινωνικής του τάξης που τον συνοδεύουν η υψηλή μόρφωση, η καλλιέργεια, οι εμπεριστατωμένες γνώσεις του σε θέματα Τέχνης, αλλά και οι καλοί του τρόποι, γι’ αυτόν το Savoir Vivre είναι τρόπος ζωής. Ο Νίκος Παντελίδης ως Λάϊονελ Πέρσυ κινείται στα στεγανά που του επιβάλλει η τάξη, η μόρφωση και η κοινωνική του θέση με μια ελιτίστικη σνομπ εσάνς, τόσο αμετακίνητη από τα πλαίσια του καθωσπρεπισμού μέχρι τη στιγμή που μεταμορφώνεται, που αποκαλύπτεται ως προσωπικότητα φλογάτη, δημιουργική, ρηξικέλευθη και ως άλλη Άελλα περιγράφει την Τέχνη του Πόλλοκ λέγοντας: « Ο Πόλλοκ ήταν ένα ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί. Φλεγόταν. Βρισκόταν σε έκσταση όπως ένας σαμάνος.

 

Το σώμα του ήταν αυτό που επέβαλε στον πίνακα να υποταχθεί στις επιθυμίες του. Το έργο του Πόλλοκ ταλαντευόταν πάντοτε στα όρια μιας ολικής καταστροφής. Κάθε καμβάς, βουτιά στο κενό από ένα ψηλό απόκρημνο βράχο. Ζωή ή θάνατος. Μια Τέχνη πύρινη» κι είναι θαρρείς και περιγράφει τα μύχια της ζωής του. Αξεπέραστος ο Νίκος Παντελίδης, το πάθος του Πόλλοκ υποκινητής της ζωγραφικής του και της ιδιαίτερης τεχνικής που ανέπτυξε ως ένας από τους σημαντικότερους ζωγράφους του αφηρημένου εξπρεσιονισμού, το ίδιο με το πάθος του Λάϊονελ. Ο Νίκος Παντελίδης ενδύθηκε το κοστούμι του τυπολάτρη ιδιοψυχαναγκαστικού εκτιμητή έργων Τέχνης με λεπτομερειακή- χειρουργική ακρίβεια εκφραστική και κινησιολογική, αληθινή σπουδή για τους ηθοποιούς.

Χωρίς υπερβολές, χωρίς εκφραστικά φληναφήματα που εκμαιεύουν το γέλιο ή το δάκρυ των θεατών επιτυγχάνει την υψιπετή δομή του ρόλου που ενσαρκώνει. Χαρισματικός με μέγιστη υποκριτική δεινότητα, με τάλαντο υψηλό, απαύγασμα θεατρικού μεγαλείου, καλλιτέχνης με στόφα μεγάλου ηθοποιού. Ο Νίκος Παντελίδης αποθεώνει ερμηνευτικά το ρόλο που υποδύεται και αποθεώνεται, μάθημα υποκριτικής, μάθημα σωστής χρήσης της φωνής και καθαρής ολοστρόγγυλης άρθρωσης, ιδανικό δείγμα εκφραστικής δυναμικής και εσωτερικής ενάργειας, παλμού ολοκλήρου του σώματός του. Μιλά με όλο του το σώμα. Κατακτά τη σκηνή χτίζοντας μια ερμηνεία γεραρή, γοητευτική και μεγαλοπρεπή.

Τόσο το σκηνογραφικό, όσο και το ενδυματολογικό μέρος ανήκουν στην Όλγα Ντέντα, η οποία αποτυπώνει στο χώρο με σαφήνεια το στίγμα που φέρουν αυτοί οι δύο ρόλοι. Το σπίτι της Μωντ παρότι φέρει την αισθητική της η οποία δεν είναι υψηλή, κάνοντας αλλοπρόσαλλους συνδυασμούς αντικειμένων, ωστόσο πίσω από το προφανές η σκηνογράφος Όλγα Ντέντα χτίζει μια σημειολογική σκηνή μέσα από ένα σπίτι με χρώμα Art Nouveau και πολλές απομιμήσεις που παραπέμπουν σε μεγάλα έργα Τέχνης και αρκετό χρώμα.

 

Τα κοστούμια της Όλγας Ντέντα φοράνε απόλυτα τους ρόλους, τόσο το στενό καλοβαλμένο μαύρο επίσημο κοστούμι του Λάϊονελ με τη μαύρη γραβάτα και τη δερμάτινη τσάντα με τα χαρτιά του που προσδίδουν στη φυσιογνωμία το κύρος και την επισημότητα που της αρμόζει. Όσο και το κοστούμι της Μωντ ένα τζιν στενό παντελόνι με δαντέλες, ένα καρό πουκάμισο κι από μέσα ένα κόκκινο τοπ και πέδιλα animal, είναι αντιπροσωπευτικό της χαλαρής, ανένταχτης, ελεύθερης και πολύχρωμης προσωπικότητάς της. Ο σχεδιασμός των φωτισμών από την Κατερίνα Μαραγκουδάκη υπήρξε εξαιρετικός καθώς εναλλάσσεται και προσαρμόζεται στη δυναμική της ατμόσφαιρας κάθε φορά. Η Κατερίνα Μαραγκουδάκη στα αφηγηματικά μέρη των δύο ηθοποιών, δημιουργεί πιο ερεβώδεις, πιο σκοτεινούς φωτισμούς και συνάμα αποκαλυπτικούς και φωτεινούς καθώς επικεντρώνεται στο πρόσωπο, αναδεικνύοντας τη δυναμική του.

 

Οι εξαιρετικοί παιγχνιδισμοί της Κατερίνας Μαραγουδάκη με τις φωτοσκιάσεις, όταν οι ήρωες αποκαλύπτονται, απογυμνώνονται, δημιουργούν την αίσθηση του ομιχλώδους τοπίου στις ζωές τους και σε συνδυασμό με το ηχητικό τοπίο της Λιάνας Τζερεφού που άλλοτε ενισχύει το συναισθηματικό κρεσέντο των προσώπων κι άλλοτε γίνεται τρυφερό κι αέρινο, χάδι στις πληγές τους, άλλες στιγμές πάλι με τις εξαιρετικές επιλογές από έργα του Μπαχ και το υπέροχο έργο Τέχνης βίντεο που παλλόταν μέσα στην υπόλοιπη επαναστατική σκηνική παρουσία του Στέφανου Κοσμίδη, αποδόθηκε η πεμπτουσία ενός εικαστικού δημιουργήματος, η ύψιστη μορφή Τέχνης, αυτή του θεάτρου.

 

Ο Τζάκσον Πόλλοκ έλεγε πως: « Η ζωγραφική είναι αυτοανακάλυψη. Κάθε καλός καλλιτέχνης ζωγραφίζει αυτό που είναι» κι εδώ η σκηνοθεσία του Λεωνίδα Παπαδόπουλου ήταν ένα ταξίδι προς την αυτογνωσία, ένας διαρκής κλαυσίγελος, με αξιοσημείωτες λειτουργικές σιωπές που μεγαλουργούσαν πάνω στα συναισθήματα και στο σκηνικό τοπίο, μια ωδή στην Τέχνη, ένας ύμνος στον πνευματικό άνθρωπο, το δημιουργό που συνδέει τη ζωή του με τη μεγάλη ιδέα πάντα, ένα αέναο βαλς ευτυχούς συγκυρίας επί σκηνής δυο μεγάλων ηθοποιών της Ράνιας Σχίζα και του Νίκου Παντελίδη.

 

Μην τη χάσετε!!!

 

 

 

 

Μαριλιάνα Ρηγοπούλου

Εκπαιδευτικός, Σοπράνο, Κριτικός Θεάτρου

Διαβάστηκε 101 φορές
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)

Πολιτιστικο Σωματειο «οι κορυφαιοι»

Ποιοι Ειμαστε

Το mcnews.gr είναι ένα site, που φιλοδοξεί να δώσει στους αναγνώστες του αντικειμενική και ανεξάρτητη ενημέρωση, χωρίς υπερβολές, παραποιήσεις και σκοπιμότητες...

Διαβάστε περισσότερα