Τρέχων Καιρός
24°C
σποραδικές νεφώσεις
ΜεταξουργείοΠρόγνωση 3 Ημερών (Ωριαία)
-
Δευ 15:0024°Cσποραδικές νεφώσεις -
Δευ 18:0022°Cσποραδικές νεφώσεις -
Δευ 21:0020°Cαίθριος καιρός -
Τρί 00:0019°Cαίθριος καιρός -
Τρί 03:0018°Cαίθριος καιρός -
Τρί 06:0020°Cελαφρές νεφώσεις -
Τρί 09:0022°Cαυξημένες νεφώσεις -
Τρί 12:0022°Cαυξημένες νεφώσεις -
Τρί 15:0022°Cαυξημένες νεφώσεις -
Τρί 18:0019°Cαραιές νεφώσεις -
Τρί 21:0018°Cασθενείς βροχοπτώσεις -
Τετ 00:0017°Cασθενείς βροχοπτώσεις -
Τετ 03:0016°Cασθενείς βροχοπτώσεις -
Τετ 06:0019°Cαυξημένες νεφώσεις -
Τετ 09:0022°Cαραιές νεφώσεις -
Τετ 12:0023°Cσποραδικές νεφώσεις -
Τετ 15:0023°Cαίθριος καιρός -
Τετ 18:0021°Cαίθριος καιρός -
Τετ 21:0019°Cαίθριος καιρός -
Πέμ 00:0018°Cαίθριος καιρός -
Πέμ 03:0018°Cαίθριος καιρός -
Πέμ 06:0021°Cαίθριος καιρός -
Πέμ 09:0025°Cαίθριος καιρός -
Πέμ 12:0026°Cαίθριος καιρός
“Ευδαιμονική καταφυγή” Διήγημα του Σωτήρη Γυφτάκη
Μετά τους καταστρεπτικούς σεισμούς της Καλαμάτας είναι αλήθεια πως στην κοντινή Στούπα, βρήκα ένα μέρος να απιθώσω τη βάσανο που με ταλαιπωρούσε πολλές βδομάδες, μετά τον κατακερματισμό του ιστού της πόλης και παρόλο τον φόρτο της νυχτοήμερης δράσης μου στα πλαίσια των καθηκόντων μου,
ως υπεύθυνου συντονιστή ενημέρωσης, εκεί είχα τη δυνατότητα να γεμίσω ξανά τις μπαταρίες μου, να βρω τον εαυτό μου, να τολμήσω να πω τα πράγματα με το όνομά τους. Δεν θα αναφερθώ σε όσα με σημάδεψαν εκείνη την εποχή, αφού σε άλλο μου γραφτό- που θα παραμείνει για πολύ ακόμα στο συρτάρι μου εφτασφράγιστο μυστικό, αφού έχουν οι καιροί γυρίσματα!- τα επισημαίνω, ωστόσο υπήρξαν πράγματα φωναχτά, που όλοι, όσοι παρεπιδημούσαν στην… Ιερουσαλήμ πολύ καλά γνώριζαν και σίγουρα ευελπιστώ να μην τα έχουν εντελώς ξεχάσει…
Κάθε Σαββατοκύριακο με το φτωχικό μου ντε σεβώ ανηφόριζα τις κοδέλες του Αλμυρού, έκανα μια πρώτη στάση στην περίφημη γέφυρα της Κοσκάρακας, πάρκαρα στην άκρη κι αναλογιζόμουν τα περιπετειώδη ταξίδια του Παυσανία, όντας εκεί στην Χοίρειο Νάπη* ανακάλυπτε την ομορφιά της Γερηνίας, όπου έβγαζε καλά άλογα, όπως έγραφε, είδε και περιέγραψε αρκετά μνημεία. Μια δεύτερη πάντα στάση στην εκκλησία των Αγίων Θεοδώρων στον Κάμπο της Αβίας, περιδιαβάζοντας την απλοϊκή εικονογράφηση της απέριττης εκκλησούλας, και λίγα μέτρα πιο πάνω μια τρίτη στάση στο ανηφόρι, δίπλα από τον πύργο των Κουμουνδούρων που στέκεται ακόμα εκεί ερειπωμένος, λες και δεν υπήρξε κάμποσες φορές, τον προπερασμένο αιώνα πρωθυπουργός της Ελλάδας και μάλιστα πανάξιος, όπως τουλάχιστον ο γραμματέας σου συντοπίτης Καπετανάκης Ηλίας** ιστορεί, ενώ η ιστορία ελάχιστα ασχολείται μαζί του, μα και οι σημερινοί, ούτε που είχανε χρόνο να ασχοληθούν με τη μνήμη του επάξια. Στέκομουν εκεί και θαύμαζα τη βαθιά του Κάμπου κοιλάδα με τα λιόδεντρα και τους καλόμορφους λοφίσκους κι όταν αργότερα πληροφορήθηκα, πως πίσω από τον κουμουνδουρέικο πύργο βρίσκονταν ο τάφος του περίφημου της Τροίας, του γιατρού Μαχάονα, του πολύκλαυτου γαμπρού του Νέστορα του Γερήνιου, που μετέφερε τα οστά του κι απόθεσε στην πατρώα γη.
Κι όταν πια είχα ανέβει στην κορφή κι έπαιρνα τον κατήφορο για την ωραία Καρδαμύλη, στέκομουν και θαύμαζα τις δαντελένιες ακρογιαλιές της πετρομάνας Μάνης. Θέαμα πιο όμορφο δεν ματαγίνηκε ποτέ, όπου και αν πήγα, όσα κι αν είδα στη ζωή μου από το άγριο δέσιμο της θάλασσας με την πικραδερφή της τη Μάνη. Και δεν είμαι εγώ, που το λέω και το γράφω μόνο, από δεκάδες φίλους το έχω ακούσει και μάλιστα πολυταξιδεμένους. Εκεί καθόμουνα κάμποσην ώρα, ώσπου οι αισθήσεις μου όλες, όλος μου ο εσώτερος κόσμος μπορέσει να χορτάσει το εξαίσιο θέαμα. Πολλοί μου έχουν περιγράψει εκείνο το θαύμα και ο καθένας από διαφορετική οπτική γωνία, αλλά και με διαφορικές εποχές και ώρες. Σε μένα η πιο φαντασμαγορική φάνταζε η εσπερινή, λίγο μετά του ήλιου το βασίλεμα, όταν τα περιγιάλια και τα θαλασσόβρεχτα βράχια, από μόνα τους μετείχανε με μιαν απόκοσμη ομορφιά κι έφτιαχναν το μετείκασμα ονειρικό.
Πως να τελέψω με αυτή μου την επίμονη κι αθεράπευτη λαχτάρα να αποδώσω τα εσώτερα εκείνα στοιχεία που με κατακλύζουν τέτοιες ώρες, όντας ασχολούμαι με της Μάνης τις θεσπέσιες ομορφιές! Ας είναι, σε κάποια άλλη διάσταση θα αποτυπώσω αυτό μου τον ιμερτό!
Η πέμπτη μου στάση ήταν στην Καρδαμύλη, την Σκαρδαμούλα του Κολοκοτρώνη, των Τρουπάκηδων, των Μούρτζινων και του Ομήρου! Είχα πολλούς γνωστούς και ένα φίλο εκεί, τον Πέτρο κι όταν ξεπέζευα από το μικρό μου ντε σεβώ, με περίμενε το ουζάκι με τον περιποιημένο πάντα μεζέ. Ο Πέτρος ήταν και το αποκούμπι του άλλου εαυτού μου. Εκεί δεν χώραγαν οι ποιητικές εικόνες, τα εξαίσια, φωτολουσμένα τοπία, η άλλη διάσταση του χρόνου. Ωστόσο η ζωή από μόνη με χόρευε κάθε φορά με διαφορετικούς ρυθμούς κι ένας από αυτούς ήτανε και η πολιτική, που σαν βάσανο εκούσιο, φυτεύτηκε μέσα μου στα χρόνια της αβάσταχτης κιτσαρίας, της βάρβαρης πατριδοκαπηλίας, που πήρε και σήκωσε τους έρημους κι απροσανατόλιστους Ρωμιούς στα τραγελαφικά της επιγενόμενα-οποία πτώση και περίγελος της ιστορικής μας κληρονομιάς!- που με τόση ευκολία της προσπόρισαν οι καταγέλαστοι απριλιανοί τυραννίσκοι…Ώρες αρκετές έξω από το μαγαζί του καθίσαμε και είπαμε πολλά. Είναι αλήθεια ευχάριστα να συζητάει κανείς μαζί του κι ούτε που βλέπει πως κυλάει ο χρόνος…
Και πιο πέρα, ανάμεσα στα ελαιόδεντρα και τα πυκνόφυτα σκοίνα το πέτρινο στολίδι του γούπατου, το σπίτι του Πάτρικ Λη Φέρμορ. Με είχε πολύ εντυπωσιάσει, είναι αλήθεια, όντας για πρώτη φορά, πριν κάμποσα χρόνια με τα παιδιά του σχολείου μου είχαμε τολμήσει να πλησιάσουμε τον …ερημίτη Βρετανό συγγραφέα, το ήθος, η λιτή του ανθρωπιά, η περίσσεια αξιοπρέπειά του και τα καλατονισμένα ελληνικά του. Ήταν εκείνος που ως αξιωματικός της ιντέλιτζες σέρβις στη γερμανοκρατούμενη Κρήτη είχε καταφέρει με Κρήτες αντιστασιακούς να απαγάγει τον Γερμανό στρατηγό Φον Κράιπε κι εκείνος που αγάπησε την Ελλάδα πιο πολύ κι από κάποιους Έλληνες, θαρρώ και ας μη παραξενεύεται κανείς για αυτό. Για τον Λη Φέρμορ, αυτόν τον μικρό Μακρυγιάννη, όπως κάποιος φίλος του, μάλλον Κρητικός, αν θυμάμαι καλά, τον έχει αποκαλέσει για τις αξίες του, την αξιοπρέπειά του και τον βαθύ ανθρωπισμό του. Σε άλλο μου γραφτό λέω πολύ περισσότερο για αυτόν τον μέγα ταξιδευτή και σώφρονα ευπατρίδη!
Κι έπειτα έρχονταν ο Φονέας, η υπέροχη αμμουδιά, με τα περίκλειστα βράχια, με γαλανά, πεντακάθαρα νερά και τους γυμνιστές να απολαμβάνουν ολοχρονίς την εξαίσια ομορφιά, το παρθενικό σμίξιμο θάλασσας και στεριάς και μετά από λίγο ο πανέμορφος κολπίσκος των Δελφινιών, ή όπως αλλιώς κανείς τον ονομάζει και μπαίνοντας πια στο ίσιωμα δεν άργειε να φτάσει το στενό δρομάκι που οδηγούσε στα νεκρά πια μεταλλεία του Ζορμπά, το σπίτι του Διαμαντόπουλου, που με ελάχιστα χιλιάρικα…άρπαξε κάποια στιγμή ο Γερμανός ζωγράφος! Πόσες και πόσες φορές δεν ανηφόρισα προς τις αμπολές της γράνας, που οδηγούσε στις στοές εξόρυξης του λιγνίτη, που χρειάζονταν τότε τα συμμαχικά καράβια, μιας κι ο παμπόνηρος διπλωμάτης κι εξαίρετος Έλληνας πολιτικός, Βενιζέλος είχε προσχωρήσει στις συμμαχικές δυνάμεις της Ανταντ. Αυτά για την ιστορία των ανθρώπων που έζησαν και δόξασαν τις θεσπέσιες ακρογιαλιές της Μάνης, στην πανέμορφη Καλόγρια, στις βραχοσπηλιές και σε όλη την άπλα των δαντελωτών ακτών που περιβρέχουν, απαλοχαϊδεύουν ή αγριοδέρνουν.
Στην περίφημη διασταύρωση προς την Καλόγρια ή αλλιώς, την οδό Καζαντζάκη, που έχει και αξιοσημείωτη σημειολογία της, όσο τουλάχιστον με αφορούσε, τόσο εμένα όσο και το φίλο μου καλλιτέχνη, που βαλθήκαμε να βάζουμε σε δουλειά τους υποτακτικούς της χούντας δημοτικούς άρχοντες, που ήθελαν να εξοστρακίσουν από προσώπου δρόμων το όνομα του Καζαντζάκη. Εγώ κράταγα τσίλιες κι ο φίλος μου Χρήστος έσβηνε το «Καλόγρια» κι έγραφε Καζαντζάκη, κι όταν την επόμενη βδομάδα οι υποτακτικοί το είχανε σβήσει εμείς τους εξοργίζαμε επαναγράφοντες το μισητό όνομα των εθνοσωτήρων! Τι ωραία ιστορία κι αυτή και πόσο με διασκεδάζει, όντας μου έρχονται στη μνήμη τέτοιες στιγμές υπέροχες…
Δεξιά κάτω η άπλα της αμμουδιάς με την χρυσή άμμο και την πηγή του Πρίτζιπα, χωμένη στα βραχάκια στην δεξιά πλευρά της, κάτω ακριβώς απ΄ το σπιτάκι, που έμενε ο Ζορμπάς με την φρετζιάτα του και τους ξύλινους πάγκους ολοτρόγυρα, εκεί που κάποτε ο κυρ Νίκος και η παρέα του θα ακούγανε το απόβραδο τις κουτουράδες του μάστρο-Γιώργη, και αργά νωχελικά θα κατεβάζανε τα ουζάκια τους και θα φτιάχνανε τα σχέδια της επόμενης ημέρας για την καλύτερη εξόρυξη του αγαθού, που τους κρατούσε ακόμα πιο πολύ σε εκείνη την ευλογημένη γωνιά κι εκείνος με τα ντέρτια του να προσπαθεί με τα ξεσπάσματα του χορού του να στέλνει στην κοιλάδα της λήθης τις καθημερνές τους τις σκοτούρες. Έρμε Ζορμπά, ποιος να το φανταζόταν, πως κάποια ημέρα θα γινόσουν το ίνδαλμα του κυρ Νίκου κι ως τέτοιος θα πέρναγες στο συλλογικό πανθομολόγημα της φυλής σου; Τέτοιες κι άλλες σκέψεις μου πλάνταζαν το νου, μου τράνταζαν τις μνήμες και δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ, τι θα μου ήταν προτιμότερο να πράξω. Να κατέβω στην αμμουδέρα της Καλόγριας και να χιμήξω στα νωχελικά νερά του ορμίσκου, ή να τα παρακάμψω και να πορευτώ προς το χωριό, που τέτοια ώρα, απομεσήμερο Σαββάτου, όλοι θα βρίσκονταν στα παράκτια καφενεία. Επέλεξα το δεύτερο, αφού δεν ήθελα πια, εκείνο το παράξενο κι ιδιότυπο τοπίο να αφήσω μέσα μου να αράξει κι έτσι ως έφτανε με μια ιδιόμορφη λαχτάρα για να με καταχτήσει. Ντύθηκα μιας άλλης υπέρτατης λαχτάρας τη φόρμα, τυλίχτηκα με την αίσθηση της αναμενόμενης, πολυσυζητημένης συνάντησης, έτσι όπως είχε μέσα μου εντυπωθεί την προπερασμένη ημέρα στο γραφείο μου από τον Άρη, τον αχαλίνωτο ερευνητή γυναικείων εξομολογήσεων. Να ήταν άραγε έτσι όπως μου τα είχε αναμεταδώσει τόσο εμβληματικά, τόσο απείθαρχα, αφάνταστα ερωτικά και μου έστηνε μπρος μου εικόνες αβίαστες, ωστόσο κάποιες φορές βαθιά νωχελικές. Αυτό δεν πρόδινε καμιά αλλότρια διάσταση, τουναντίον, εμβάθυνε ισομερώς, όσα μέσα μου καταστάλαζαν κι ευωχούμουν διακριτικά ως την ώρα της εκπλήρωσης, εδώ της αβάσταχτης προσμονής. Εδώ θα καταλάγιαζα τα ανεύθυνά μου ορμέφυτα. Με είχανε τα συμβάντα μετά τους καταστρεπτικούς σεισμούς, κατασπαράξει. Δεν ήταν πως είχα χάσει το σπίτι μου, ή σχεδόν χάσει, έτσι όπως φαίνονταν μέσα στα χαλάσματα της γειτονιάς, που αν δεν υπήρχαν ολοτρόγυρα οι λεμονοπορτοκαλεώνες, που ανάσαιναν, θα φάνταζε κόλαση όλη η περιοχή με τα τραυματισμένα και καταποντισμένα τσιμεντένια κτίρια. Μόνο οι σκιές τους μες τα χαλάσματα ανακατεμένες με τα κλαψουρίσματα του σκιαγμένου Γκιώνη. Αν είχα έναν τρόπο διαφυγής θα τον ακολουθούσα ασμένως κι ήταν αυτό που με οδηγούσε τώρα σε τούτα τα μέρη, που ήδη είχα τόσο καλά την περασμένη δεκαετία βιώσει. Παλιές μου γνωριμίες από τη μεριά της Δαλιδάς και των άλλων συμπατριωτών της από το φίνο Γκρέμπεντσελ. Βρισκόμουν στην Στούπα. Μέρη οικεία κι αγαπημένα στα περασμένα μου καλοκαίρια. Μα εκείνο που ανάμενα να με σηκώσει από τα βάραθρα της αβάσταχτης ανίας μου, καθόλη τη διάρκεια της εβδομάδας το είχα μέσα μου τόσο πολύ εξυψώσει, που φοβόμουν πως η παράστασή του θα με ξανάστελνε από κει που ήρθα. Δεν ήμουν καθόλου σίγουρος, πως θα άντεχα στης λάμψης του το θάμπωμα. Στάθηκα κάτω από τις ψηλές λεύκες κι άναψα τσιγάρο. Τα φώτα κάτω στο περίκλειστο μικρολίμανο απόμακρα κι αχνά φάνταζαν μιας άλλης εποχής ποιητικό τοπίο.
Ελάχιστοι άνθρωποι στον παράκτιο δρόμο με τα καφενεία σχεδόν αδειανά και μια δυο βαρκούλες να λικνίζονται στα αβαθή του λιμανιού νερά. Στο πρώτο στενό μετά τον χάντακα του Δράκου, πήρα το μικρό, στενό δρομάκι. Κάπου εκεί πιο πάνω και δεξιά το σπιτάκι που με ανάμενε. Ο μπάρμπα Γιώργης στο μπαλκόνι να με καρτεράει, έτσι όπως είχαμε συμφωνήσει. Πάντα αριστοκράτης και πάντα δημοκράτης στην σκέψη και στην πράξη, μού παραχωρούσε δωρεάν το μικρό σπιτάκι με τη μεγάλη αυλή τριγύρω. Δεν θα μπορούσε για μένα καλύτερο δώρο εκείνη την εποχή να υπάρξει, πάρεξ ένα τέτοιο σπιτάκι σε μια παραθαλάσσια περιοχή, όπως η Στούπα κι ως είναι φυσικό το δέχτηκα με περισσή αγαλλίαση, όντας μου προσφέρθηκε πριν από μια βδομάδα στο γραφείο μου, στη Νομαρχία. Παράξενος άνθρωπος, είναι αλήθεια ο κυρ Γιώργης, που έδινε τα πάντα για μια ιδέα, για ένα καλύτερο κόσμο, καλύτερο περιβάλλον, αν και είχε τη φήμη στο χωριό του πλεονέκτη- θαρρώ πως πέφτανε έξω σχεδόν όλοι, απλώς ήταν ο μόνος, που ήξερε που να τοποθετεί τα χρήματά του και είχε έτσι πλείστα οικόπεδα στο χωριό αγορασμένα.
Αρχοντική εμφάνιση με τις τιράντες του και τα λευκά και πλούσια μαλλιά του, μα πάνω απ΄ όλα ευγενής, καλόπιστος, ξεχωριστός και πάντα πολιτικοποιημένος, κύριος και κυρίαρχος του εαυτού του, ωστόσο από τους πιότερο μορφωμένους στο χωριό.
Στα χωριά της Μάνης ελάχιστα διαβάζουν, ζουν πιο πολύ στη φύση, δεμένοι με τα πετρώδη εδάφη και τη θάλασσα, γνωρίζουνε τα πάντα για τα καιρικά φαινόμενα κι ως τέτοιοι δεν καταφεύγουν στα βιβλία, έτσι ο μπάρμπα Γιώργης με τη βιβλιοθήκη του και τις εφημερίδες του, τόμους ολόκληρους στοιβαγμένους στη γωνιά του τζακιού, ίσως να είναι κι ο μοναδικός στην περιοχή του δακτυλοδεικτούμενος για τη μόρφωσή του, μα εγώ τονίζω και το ήθος του ανθρώπου.
Στον περίβολο του μικρού σπιτιού, που έμελλε να με δεχτεί εκείνο το βράδυ, βγήκα από το ντε σεβώ και καλησπέρισα τον μπάρμπα Γιώργη, που ακόμα στέκονταν όρθιος στο μπαλκόνι με όλα τα φώτα γιορταστικά να με υποδέχονται. Με κάλεσε να ανέβω για καφέ ή για κανένα ποτηράκι! Η κυρά Σοφία με το πλεκτό της στη γωνία, χαμογελαστή και σιωπηλή, όπως πάντα υποδέχονταν τους επισκέπτες κι από όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω πολλοί ήταν αυτοί, που μπαινοβγαίνανε στο αρχοντικό της. Θεσπέσια εικόνα, σαν τον παλιό καλό καιρό. Ας είναι…
Ο μπάρμπα Γιώργης θαρρώ πως με ήθελε εκεί κοντά του πιότερο για πολιτική συζήτηση, αλλά και για φιλοσοφική, ωσαύτως. Τον θυμάμαι που έρχονταν στο γραφείο μου στη Νομαρχία πάντα με ένα μανιάτικο δωράκι. Τη μια με μανιάτικα παξιμάδια, την άλλη με ένα κομψό μπουκαλάκι πάναγνο, μανιάτικο λαδάκι, φάρμακο τουτέστιν, πάντα όμως με ένα πλατύ χαμόγελο βαθιάς αισιοδοξίας, εγκάρσια αποτυπωμένο στις κόκκινες παρειές του. Είχε πάντα άλλωστε έναν καλό λόγο για τον καθένα και μάλιστα πολιτικό, κάτι που τον ανέβαζε μέσα μου. Είχε κατέβει, αν θυμάμαι καλά υποψήφιος βουλευτής με την Ένωση Κέντρου, όταν εγώ ανήκα σε προοδευτικότερο κόμμα, μα αυτό δεν τον εμπόδιζε να μου μιλάει με τα καλύτερα λόγια για το κόμμα μου, ωστόσο ο ίδιος ένιωθε πολύ υπερήφανος που ανήκε στην ιστορική Ένωση. Γεγονός είναι πως κι εγώ φρόντιζα να δείχνω ευδιάκριτα την ευχαρίστησή μου, όσην ώρα βρισκόμουνα δίπλα του. Του άξιζε θαρρώ για όλους τους λόγους, που παραπάνω ανάφερα και για κάποιους, άλλους που δεν θα ήθελα εδώ να αναφέρω
Η βραδιά έξοχη με τα μανιάτικα λουκάνικα και το υπέροχο κοκκινέλι, που δεν έλεγε να τελεύει, αφού η διήγηση του μπάρμπα Γιώργη ήτανε τέτοια που δεν άφηνε το παραμικρό περιθώριο παρέμβασης. Ποιος θα μπορούσε να αμφισβητήσει το παραμικρό απ΄ όσα με τόση σαφήνεια και πειστικότητα αφηγούνταν;
Καθόμουνα με το στόμα μου ανοιχτό, ενώ εκείνος απογιόμιζε κατά τακτά διαστήματα το μακρόστενο ποτηράκι μου. Η κυρά Σοφία στη γωνία είχε γλαρώσει κι αν δεν υπήρχε η φωτιά, που αριά και που τη σύμπαγε για να μη σβήσει, μπορεί να είχε αποκοιμηθεί πάνω στη μαξιλάρα, που φαρδιά-πλατιά κάλυπτε το χαμηλό σκαμνί της. Θα πρέπει να είχαν περάσει τα μεσάνυχτα, όντας φάνηκε να μου το επιτρέπει ο προσφιλής οικοδεσπότης μου. Βγήκε με το φανάρι του ως την ανατολική βεράντα, αν και ήτανε, έστω κι αχνά φωτισμένη. Αισθανόμουν κάπως παράξενα κουρδισμένος, που πήδαγα δυο-δυο τα σκαλιά. Μπορεί το κρασί, μπορεί η τόση μου ευδαιμονία που βρισκόμουν σε μια περιοχή, που είχα τόσο πολύ αγαπήσει πριν κάμποσα χρόνια και μου είχε πραγματικά λείψει τελευταία, πιθανόν και η βιασύνη μου να καταλυθώ πριν ξημερώσει, γιατί η επόμενη ημέρα ήταν γεμάτη από πράγματα, που είχα μέσα μου ετοιμάσει να πράξω και βιαζόμουν να τα δω πραγματοποιούμενα. Ούτε και θυμάμαι αν καληνύχτισα σωστά, ως θα όφειλα το κυρ Γιώργη, αλλά σίγουρα ο ίδιος θα αντιλαμβάνονταν το πόσο κατάκοπος αισθανόμουν. Ένας πολύπειρος συζητητής σαν αυτόν ασφαλώς και θα το είχε παρατηρήσει. Με πολύ κόπο κρατούσα τα μάτια μου ανοιχτά και σαν θωρούσα την κυρά Σοφία, που μάλλον εξ αιτίας μου υπέφερε, μέσα μου πλήθαιναν τα ερωτηματικά, γιατί δεν έβρισκα κάποια λόγια να πω στον οικοδεσπότη να τα αφήσουμε για την επόμενη μέρα τα υπόλοιπα. Μα έλα που ήθελα το χρόνο των δυο η μάλλον της μιας και μισής ημέρας να τις χειριστώ κάπως διαφορετικά.
Η νύχτα δεν ήταν και τόσο ήρεμη. Μέσα μου χόρευαν όλες οι παραστάσεις των προηγούμενων ημερών. Υπήρχαν πρόσωπα, που με όλη μου τη διάθεση θα ήθελα να δω και να μιλήσω μαζί τους. Είχα τόσα να πω, αφού μετά τους σεισμούς δεν μου είχε δοθεί η ευκαιρία να ανταλλάξω κάποιες απόψεις για τη μελλοντική μου εγκατάσταση, έστω και περιοδικά-κατά τα Σαββατοκύριακα, άντε και μια δυο μέρες μέσα στην εβδομάδα, αν θα είχα τη δυνατότητα να κάνω αυτό το ταξίδι με το ντε σεβώ μου τόσο συχνά, όμως πολύ θα ήθελα να το δυνόμουν, αφού η παραμονή μου στην Στούπα μου έδινε δύναμη να μπορώ να συνεχίσω να υπηρετώ στη Νομαρχία με τα τόσα προβλήματα…Για μένα θα ήταν σίγουρα μια κάποια λύση η παραμονή μου σ΄ αυτό το πανέμορφο χωριό, αφού εδώ και πολλά χρόνια είχα δεθεί τόσο στενά μαζί του, όχι μόνο με τις όμορφες παραλίες του, τα εξαίσια ηλιοβασιλέματα, τους νότιους ζεστούς ανέμους του, όσο πιο πολύ με τους ανθρώπους του και ιδιαίτερα με τους θηλυκούς ανθρώπους του. Η μια καλύτερη από την άλλη οι κοπελιές, που κάθε ημέρα θωρούσε κανείς εκεί και φυσικά όχι μόνο Ελληνίδες, και πολλές αλλοδαπές, Γερμανίδες, Ελβετίδες, Αυστριακές κι άλλες Ευρωπαίες, ή κι Αμερικανίδες ακόμα. Το σπιτάκι του μπάρμπα Γιώργη αποτελούσε για μένα ένα καλό ορμητήριο για ωραίες περιπέτειες. Έτσι μέσα μου χόρευαν οι φαντασιώσεις και με έκαναν να αισθάνομαι περίσσια ευτυχής κάθε φορά, που πατούσα το πόδι μου σ΄ αυτό το χωριό. Άλλωστε με γνώριζαν αρκετοί από παλιότερες επισκέψεις μου εκεί με την κολονία, αποικία θέλω να πω των Γερμανών στη γύρω περιοχή-κι εδώ που τα λέμε κι εγώ είχα βάλει το χεράκι μου για αυτό. Μάλιστα από κάποιους είχα κατηγορηθεί κιόλας για αυτή μου την πρόθεση, να βοηθώ με κάθε τρόπο την εγκατάστασή τους στη Μάνη. Πίστευα πάντα και πιστεύω πως αυτό συμβάλει στην ανάπτυξη του τουρισμού κι όχι μόνο, αφού ο τόπος θα έπαιρνε τα πάνω του. Ήξερα ακόμα πως εκείνοι τουλάχιστον που εγώ βοηθούσα να βρουν σπίτι στη Μάνη, θα σέβονταν το περιβάλλον πιο πολύ από τους συμπατριώτες μου κι από την άλλη πολιτισμικά θα έδιναν μιάν άλλη εικόνα στην περιοχή κι έτσι θα αξιοποιούνταν πολύ οι δεσμοί ανάμεσα σε Ευρωπαίους πολίτες. Όλο το βράδυ σκέφτομουν αυτά και λαγαρά με τύλιγε μια γαλήνια σκέψη για τη διαμονή μου στο χωριό. Παραπέρα ακόμη με γοήτευε η ιδέα πως μπορούσα εκεί να ξαναβρώ τον εαυτό μου, την έμπνευσή μου για κάτι πιο δημιουργικό, ξεπερνώντας τις μονοτονίες της καθημερινότητας, που στοιβάζονταν στο γραφείο μου όλη την εβδομάδα.
Όταν ξύπνησα διαπίστωσα πως είχα περάσει μια υπέροχη νύχτα. Το σώμα πολύ ξεκούραστο, το πνεύμα μου λαγαρό, ξεκάθαρο και ο παφλασμός των κυμάτων πιο κάτω από του κήπου μου την άπλα, δένονταν σε ένα εξαίσιο συνταίριασμα, που θα μπορούσα να το ονομάσω τέλεια ευτυχισμένη ώρα. Ο μπάρμπα Γιώργης είχε φροντίσει για όλα. Ο καφές αχνιστός και τα λαλάγγια στο πεζούλι μαζί με το πλατύ χαμόγελο του μπάρμπα Γιώργη, που διακριτικότατα και καλοσυνάτα είχε έρθει να με τρατάρει…
Δεν μπορεί κανείς με λόγια-όσα κι αν πει-να αποδώσει τη μέγιστη εκείνη ευτυχία που αισθανόμουν εκείνη την ευλογημένη ώρα κι όπως ο ήλιος περίλαμπρος ανέβαινε στον με πολλά, πάλλευκα συννεφάκια, στεφανωμένο καταγάλανο, ουρανό, ήταν σα να με ακουμπούσε κάποιου αρχαίου θεού το χέρι στο μέτωπο. Ήταν σα να πετούσα πέρα μακριά ή πάνω ψηλά και να δενόμουνα με τη συμπαντική αρμονία κάποιας θηλυκιάς θεότητας- με το συμπάθιο!
Εκείνο το πρωινό θαρρώ, έγραψα τους πρώτους μου στίχους πάνω στο λευκό χαρτί του πακέτου των τσιγάρων μου, όταν ο μπαρμπα Γιώργης διακριτικά, όπως πάντα έφυγε για κάποιο χτήμα, αφού πρώτα με προσκάλεσε για μεσημεριανό φαγητό και όταν πήγα-δισταχτικά είναι αλήθεια-να το αποποιηθώ, συμπλήρωσε χαμογελώντας:
-Η φιλοξενία θα είναι πλήρης!
Ως το μεσημέρι όλα είχαν πάρει τη σειρά τους, Είχα συναντηθεί με τα πρόσωπα που ήθελα, κλείστηκε το βραδινό τσιμπούσι στη γνωστή ταβέρνα του Πέτρου και στη συνέχεια η φιλολογική-ποιητική βραδιά που τους είχα υποσχεθεί
Οι δυο ημέρες κύλησαν υπέροχα, Η ζωή μου άρχισε πάλι να αποχτάει κάποιο νόημα εκείνη την στεγνή, ξηρή μα και άγονη, μετασεισμική περίοδο. Μια ευδαιμονική καταφυγή να μου γεμίζει όλες τις βαθιές σπηλιές της άδειας μου καθημερινότητας, εκείνη την Άνοιξη του 1987!
ΚΑΖΙΜΙΕΡΖ-ΠΟΛΩΝΙΑΣ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2010
Σωτήρης Γυφτάκης
Συγγραφέας
Μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών

