ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ :
giweather joomla module
Κυριακή, 14 Ιουλίου 2024 - 5:33:50π.μ.
02
Απριλίου

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ - Διήγημα της Χριστίνας Ιατρού - Σοϊταρίδη

Κατηγορία Πεζογραφία

-Γιαγιά! φώναξε η μικρή, καθώς άνοιξε την πόρτα της γιαγιάς και όρμησε σα σίφουνας μέσα στο σπίτι.

ACIATROU-Γιαγιά! είπε πάλι το μικρό κοριτσάκι.


      -Σήμερα στο σχολείο, στο μάθημα της ιστορίας η δασκάλα μας, μας μίλησε για τους Τούρκους, που είχαν σκλαβώσει την Ελλάδα μας για 400 χρόνια. Σκότωναν τους Έλληνες, δεν άφηναν τα παιδιά να πηγαίνουν στο σχολείο, να μη μάθουν γράμματα να ξεχάσουν ότι είναι Έλληνες!


     -Και να ξέρεις γιαγιά, πόσο -μα πόσο θύμωσα και τώρα τους μισώ πάρα πολύ τους κακούς τους Τούρκους.

 

     Η κυρά Ρηνιώ η Μικρασιάτισσα σταμάτησε για ένα λεπτό να ανακατεύει το ρόφημα της. Ά! Εδώ που τα λέμε, τίποτε δε σταματούσε τη γιαγιά από αυτή την ιεροτελεστία του απογευματινού ροφήματος, ήταν το αγαπημένο της τσάϊ ( δεντρολίβανο με λεμόνι ) που το συνόδευε πάντα με τα πατροπαράδοτα σπιτικά φινίκια της!!!


     Ήταν δέ τόση η εντύπωση που της προξένησε αυτή η επιδρομή της μικρής της εγγονής, που πάραυτα σταμάτησε την όλη ιεροτελεστία. Κοίταξε τη μικρή στα γαλανά της μάτια και είπε!

 

    - Και όμως, Χριστινάκι μου και εγώ έπρεπε να τους μισώ πολύ, πάρα πολύ, δε μπορώ όμως να το κάνω…


    - Μα γιαγιά, αφού και εσάς σας έδιωξαν από την πατρίδα σας, γιατί δεν μισείς;


    - Και όμως παιδί μου! παντού υπάρχουν καλοί άνθρωποι και μέσα στους Τούρκους ακόμη…


       Η μικρή άνοιξε όσο μπορούσε τα έξυπνα γαλανά της μάτια και επανέλαβε!


    - Και μέσα στους Τούρκους ακόμη;


    - Ναί! Ναί παιδί μου και μέσα στους Τούρκους ακόμη…


     Η κυρά Ρηνιώ η αρχόντισσα τοποθέτησε το τσάϊ δίπλα της στο μικρό τραπεζάκι και έγνεψε στην μικρή να καθήσει πλάι της.

 

     Άχ! Πόσο πονούσε κάθε φορά που γύριζε νοερά σε εκείνα τα ευλογημένα μέρη…


Η ζωή ήταν χαρούμενη, ώσπου έφθασε το φοβερό καλοκαίρι του 1922...


    - Λοιπόν γιαγιά! ρώτησε η μικρή γεμάτη περιέργεια.


    - Ά! Ναί! Λοιπόν, άκουσέ με προσεκτικά, αυτά που θα σου πω θέλω να τα θυμάσε σε όλη τη ζωή σου…

 

    - Ζούσαμε πάρα πολύ χαρούμενα, είμασταν πάρα πολλοί Έλληνες, στο μέρος που ζούσαμε έξω από τη ξακουστή Σμύρνη, στην Φωκαία όλα ήσαν Ελληνικά! Και τα σχολεία και τα μαγαζιά και τα πάντα! Είχαμε και μερικούς Τούρκους γείτονες πολύ καλοί άνθρωποι, κάναμε παρέα, ο μπαμπάς σου ήταν μικρό αγοράκι, έπαιζε με τα παιδιά τους, κι’ όταν αργούσαν εκείνα να πάνε στο σπίτι τους έβγαινε η μητέρα τους και φώναζε. Γκέλ-Γκέλ…

 

     -Τη δική μας την οικογένεια την εκτιμούσαν πάρα πολύ. Ήταν ξακουστή οικογένεια με μόρφωση, με γνώση. Δύο προπαππούδες σου (αδέλφια) ξακουστοί γιατροί, είχαν αφήσει όνομα! Η βιβλιοθήκη τους ( που τη διατηρούσε πολύ προσεκτικά η πεθερά μου,
η μητέρα τους) έκρυβε τα καλύτερα επιστημονικά βιβλία της εποχής εκείνης…


Και μη ξεχνάς ότι τα βιβλία ήσαν πολύ ακριβά τότε…


    - Ερχόντουσταν λοιπόν και μας ρωτούσαν να τους εξηγήσουμε κάοια δύσκολη ιατρική λέξη που δε καταλάβαιναν ή ότι δήποτε άλλο ήθελαν να μάθουν.


    - Ά! Ναί! Το ξέρω κι’εγώ, μου το είπε ο μπαμπάς μου, από αυτούς τους ξακουστούς γιατρούς πήρε η οικογένεια το επίθετο -ΙΑΤΡΟΥ- ενώ πριν ήταν Ιωακειμόγλου, έτσι δεν είναι γιαγιά;


    - Ναί! Ναί! Ακριβώς έτσι είναι. Εκτός τους γιατρούς, είχαμε και δύο αδέλφια του παππού σου που είχαν πάει στην Αθήνα στο πανεπιστήμιο, σπούδασαν φιλόλογία, γύρισαν πίσω στην πατρίδα μας καθηγητές και δίδασκαν εκεί…για όλα αυτά λοιπόν είχαμε μία ξεχωριστή θέση στην κοινωνία εκεί…

 

    -Όλα πήγαιναν ωραία μέχρι που έφθασε το καλοκαίρι του 1922. Ο Ελληνικός στρατός ενώ προχωρούσε πάντα νικηφόρος ξάφνου άρχισε να υποχωρεί. Οι Τούρκοι αγρίεψαν, οι Έλληνες ζούσαν με φόβο, περίμεναν ότι κάτι θα συμβεί, κάτι κακό, φοβερό…


    - Μία ημέρα ο παππούς σου με τον αδελφό του πήγαν στη χώρα για δουλειές τους. Εκεί συνάντησαν κάποιο φίλο, γειτονά μας Τούρκο και τους είπε κρυφά και πολύ εμπιστευτικά!

 

   - Ακούστε φίλοι μου! Είσαστε Χριστιανοί, είμαι Μουσουλμάνος. Είσαστε Έλληνες, είμαι Τούρκος, μεγαλώσαμε στην ίδια γειτονιά, οι γονείς μας μεγάλωσαν μαζί, αγαπημένοι σαν αδέλφια. Πιστέυουμε στο Δημιουργό, εσείς τον λέτε Θεό, εμείς Αλλάχ.


Ούτε η φυλή, ούτε η θρησκεία,μας χώρισαν ποτέ γιατί είχαμε μέσα μας την ανθρωπιά…


    -Τώρα έλαχε σε εμένα να σας σώσω από το κακό που θα συμβεί…μακάρι να μπορούσα να το σταματούσα αυτό το φοβερό κακό. Δεν περνά όμως τίποτε από το χέρι μου. Ακούστε! Έμαθα από εμπιστό μου άνθρωπο - που έχει μεγάλη θέση στο στρατό ότι οι Τούρκοι ετοιμάζονται να διώξουν τον Ελληνισμό, έξω από τα μέρη αυτά τα δικά σας.

 

   - Ακόμη τώρα είναι νωρίς χωρίς καθυστερήσεις γυρίσετε στα σπίτια σας,πάρετε μαζί σας ότι πολύτιμο μπορείτε , να το πείτε και σε δικούς σας ανθρώπους μυστικά…
Να κατεβείτε στο λιμάνι της Φωκαίας, από εκεί θα βρήτε κανένα εμπορικό καϊκάκι που φέρνουν εμπορεύματα από την Κρήτη.


   - Να φύγετε να γλυτώσετε τις οικογένειες σας…Αυτά είχα να σας πω καρντάσια μου.


Ο δικός μου Αλλάχ και ο δικός σας Θεός των Χριστιανών να είναι βοηθός σας…


Ασπάσθηκαν σαν αδέλφια και χώρισαν.Ήρθαν πίσω με την καρδιά γεμάτη αγωνία, μας είπαν το τι είχε συμβεί.

 

    -Τότε με την ψυχή γεμάτη φόβο για το κακό που ερχόνταν, αλλά και με την καρδιά γεμάτη ευγνωμοσύνη για τον καλό άνθρωπο, μαζέψαμε τα χρυσαφικά μας, τα λεφτά μας.


    - Πήγαμε στο κοιμητήριο,ανάψαμε για τελευταία φορά το καντήλι στους τάφους των προγόνων μας…Ρίξαμε τη ματιά μας στα μέρη μας που τόσες χιλιάδες χρόνια ήσαν Ελληνικά!!! Με δάκρυα καυτά πήραμε τον δρόμο της προσφυγιάς…


     -Μπήκαμε σε ένα καϊκάκι και πήγαμε στην Κρήτη.


     -Ά! Ναί ξέρω γιαγιά, εκεί ζήσατε για πολλά χρόνια, μεγάλωσε ο πατερούλης μου γνώρισε την καλή μου μητερούλα που είναι Κρητικιά και μετά ήρθατε όλοι μαζί εδώ πάνω στη Μακεδονία!


     -Έτσι δεν είναι γιαγιά; τώρα τον αγαπώ και εγώ εκείνον τον καλό άνθρωπο,που σας έσωσε! κι ας ήταν Τούρκος! Πόσο όμως θα ήθελα να ήξερα εάν βοήθησε κι άλλους Χριστιανούς;


     -Από ότι μάθαμε παιδί μου, από άλλους πατριώτες μας εκείνος ο καλός άνθρωπος με το μέσον που είχε έσωσε πολλούς Χριστιανούς…Προσεύχομαι πάντοτε, για τον καλό εκείνον άνθρωπο.


Βλέπεις τώρα παιδί μου γιατί δε μπορώ να μισήσω;


    Η μικρή έμεινε για λίγο σκεπτική και είπε.
   -Όμως γιαγιά, εκείνοι άρχισαν πρώτοι τον πόλεμο.

 

   -Άκουσε παιδί μου αυτό που θα σου πω, θέλω να το θυμάσε πάντα στη ζωή σου. Σε όλες τις φυλές, σε όλες τις οικογένειες, ο κόσμος θέλει να ζει με αγάπη, δε θέλουν πόλεμο και μίση. Δυστυχώς είναι οι δυνατοί εκείνοι που έχουν συμφέροντα,θέλουν να ανοίξουν πολέμους για να πλουτίζουν, χωρίς ποτέ να νιάζονται για τον πόνο, το άδικο και για τη δυστυχία…αυτό να το ξέρεις! να μη μισείς ποτέ σου κανένα, μόνο να παρακαλάς να δίνει ο Θεός φώτιση στούς ισχυρούς, που κυβερνάνε τους λαούς.


     -Η ειρήνη και η δικαιοσύνη να βασιλεύσουν στη γη!!!


     -Άχ! Γιαγιά μου, πόσο σε αγαπώ, θα αγαπώ όλο τον κόσμο, δε θα μισώ κανένα…


… Έδωσε στη γιαγιά ένα φιλί στο μάγουλο, άρπαξε ένα φινίκι από το πιατάκι και σα σίφουνας όπως ήρθε-έτσι βγήκε-με μπουκωμένο στοματάκι, σιγοτραγουδώντας!!!

                 «  Τα χριστιανόπουλα θα πάμε με χαρά,
                     να πούμε μήνυμα που δίνει τη χαρά.
                     Μας περιμένει με λαχτάρα όλη η γη,
                     κι’εμείς κινήσαμε πρωί με την αυγή.
                     Τίποτε στο δρόμο δε μας σκιάζει…»

 

 

 

 

 

 

 

 

Χριστίνα Ιατρού-Σοϊταρίδη
Μελβούρνη. 20-3-2016.

 

Υ.Γ.: Αναμνήσεις της παιδικής μου ζωής.
   

Διαβάστηκε 380 φορές
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(5 ψήφοι)

Πολιτιστικο Σωματειο «οι κορυφαιοι»

Ποιοι Ειμαστε

Το mcnews.gr μετά από δέκα χρόνια συνεχούς λειτουργίας είναι ένα site που βοηθάει, ενημερώνει, ψυχαγωγεί και συναρπάζει τους αναγνώστες του παγκοσμίως.

Διαβάστε περισσότερα