ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ :
giweather joomla module
Κυριακή, 14 Ιουλίου 2024 - 4:52:29π.μ.
06
Μαΐου

Η Ελπίδα - Διήγημα του Πότη Κατράκη

Κατηγορία Πεζογραφία

Εγώ και η Ελπίδα γνωριστήκαμε και αγαπηθήκαμε για πρώτη φορά όλως τυχαία, όταν ήμουνα δεκαοχτώ χρονώ. Ανήκα τότε σε μια ερασιτεχνική ομάδα και έκανα ορειβασίες στα ψηλά βουνά και απολάμβανα τον ίλιγγο των γκρεμών και την όμορφη θέα που αντίκριζα σε μεγάλες αποστάσεις.

KATRAKISΚάποτε προσπαθούσα να ανέβω σε έναν γκρεμό και να φτάσω στη μια από τις πιο ψηλές κορυφές του Ταϋγέτου. Εκεί σε μια στιγμή ξεκόλλησε η πέτρα που κρατούσα με το δεξί μου χέρι και άρχισα να κατρακυλάω προς το βάραθρο. Τότε φώναξα σε βοήθεια την Ελπίδα και αυτή έφτασε αμέσως σαν αστραπή, στάθηκε δίπλα μου και μου λέει. «Μη φοβάσαι και δεν πρόκειται να πάθεις τίποτα. Πιο κάτω υπάρχουνε θάμνοι και πέτρες. Άνοιξε τα χέρια σου, πιάσε έναν θάμνο ή μια πέτρα, κράτησε την ψυχραιμία σου και σιγά σιγά ανέβα ως την κορυφή».

 


Και πραγματικά πήρα τόσο θάρρος, που άπλωσα τα χέρια μου, κρατήθηκα από μια καλά ριζωμένη στον γκρεμό πέτρα, άρχισα να ανεβαίνω και πάλι στον γκρεμό και σε λίγα λεπτά έφτασα στην κορυφή. Μετά απλωνότανένα οροπέδιο με δρόμο, που σε έβγαζε και πάλι στους πρόποδες του βουνού. Για το μεγάλο αυτό καλό, που μου έκανε η Ελπίδα, την αγάπησα τόσο πολύ, ώστε μια μέρα αποφάσισα και πήγα στο Θεό για να τη ζητήσω σε γάμο. Μόλις με είδε μπροστά του με καλοδέχτηκε, μου πρόσφερε γλυκό και λικέρ από περγαμόντο, γιατί νόμιζε πως για άλλο λόγο τον επισκέφτηκα.

 

Αλλά, όταν του ζήτησα να μου δώσει την Ελπίδα σε γάμο, έγινε θηρίο από το θυμό του και άρχισε να φωνάζει. «Πώς τολμάς και μου ζητάς τέτοιο πράγμα. Όταν σου δώσω την Ελπίδα για αποκλειστική χρήση, τότε πως θα πηγαίνει να βοηθάει τους δυστυχισμένους του κόσμου, όπως είναι οι φτωχοί, οι άρρωστοι, οι ναυαγισμένοι, οι ανάπηροι και αυτοί που πηγαίνουν να πολεμήσουν; Και χωρίς τη βοήθεια της θα τους αγκαλιάζουν μια ώρα αρχίτερα η καταστροφή και ο θάνατος».


Εγώ όμως είχα σοβαρές αντιρρήσεις σ’ αυτά που μου έλεγε και χωρίς να χάσω το θάρρος μου του απάντησα σε τόνο ήρεμο.

«Αυτά, θεέ και παντοκράτορα του κόσμου, νομίζω ότι είναι αναχρονιστικά και ανήκουν στο παρελθόν. Είναι κατάλοιπα του μεσαίωνα. Τότε που περίμενε η νύφη την απόφαση του πατέρα της για να παντρευτεί, χωρίς να την ρωτήσει και να πάρει τη γνώμη της. Τώρα οι νέοι παντρεύονται από μόνοι τους, χωρίς να ρωτάνε κανέναν. Αυτό θα πει εκσυγχρονισμός και πρόοδος. Γι’ αυτό και γω θα ρωτήσω την ίδια και αν μου πει ότι με θέλει, θα την παντρευτώ και κανείς πια δε θα μπορεί να μας χωρίσει».


Φόρεσα πάλι το καπέλο μου, που από σεβασμό προς το πρόσωπό του το είχα βγάλει και μια και δυο πήγα και βρήκα την ίδια και της είπα:

 

«Για το καλό που μου έκανες, Ελπίδα μου, να με σώσεις από τον γκρεμό και το σίγουρο θάνατο, οε αγάπησα τόσο πολύ, που θέλω να σε παντρευτώ και να σε κάνω δική μου. Να σε έχω κοντά μου σε κάθε δύσκολη στιγμή, για να παίρνω θάρρος και αντοχή και να μην υποκύπτω στο μοιραίο για ψύλλου πήδημα».


Αυτή κοκκίνισε από ντροπή και με ένα γλυκό χαμόγελο μου είπε:


«Σ’ ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνεις, αλλά αυτό που μου ζητάς είναι αδύνατο να γίνει. Σ’ αγαπώ και εγώ, σε εκτιμώ και αν ξαναχρειαστείς βοήθεια θα σου την ξαναδώσω, αλλά δυστυχώς δεν μπορώ να σε παντρευτώ και να ανήκω μόνο σε έναν. Γιατί ο προορισμός μου είναι να συμπαραστέκομαι και να ανήκω σε όλους».


«Προτιμάς, δηλαδή, να είσαι κοινή, παρά να ανήκεις σε έναν; Μα αυτό δεν είναι ντροπή;»


«Αφού έτσι με έπλασε ο Θεός, τι να κάνουμε; Πρέπει,βλέπεις, να βολεύονται και όσοι είναι μοναχοί και δεν έχουν στον κόσμο μοίρα. Και οι κοινές προσφέρουν έργο πολύτιμο».

 

«Υπάρχουνε, όμως, αντέτεινα και πουλιά που αφήνουν τα πάθη τους μέσα στις κατακόμβες της πίστης και ανάβουν φωτιές στον ουρανό για να φωτίσουν τα χαμόγελα των άστρων, όταν κοιτάζουν προς τον πλανήτη μας, όπως άλικος κύκλος, ρόδινη σφραγίδα, προθάλαμος αστραπής, που περιφέρονται στου ναυαγίου τον πυθμένα για να ατενίσουν την υπαρξιακά νεκρή σιωπή των αιώνων, που βρίσκεται θαμμένη στην άσπιλη ευδαιμονία των ρόδων. Και αφού η άβυσσος καραδοκεί για ένα καμπαναριό από μαλλί
νωχέλειας για να υψώσει την ευλυγισία του παρόντος μέχρι τη συντριβή του μέλλοντος, ένα ανθισμένο κλωνάρι ευγένειας στολίζει το νυφικό κρεβάτι του γονιμοποιημένου θανάτου, όπως καπνός που κατεβαίνει στα όνειρα που επιπλέουν στον αφρό της ανάγκης. Σου προσφέρω το δαχτυλίδι μου και σε παραδίδω στην αέναη κίνηση που ξεκινάει από του αετού το μάτι με την παράκληση να βλεπόμαστε συχνότερα, γιατί πολύ σε αγάπησα και θέλω να σε νιώθω κοντά μου».

«Αυτό θα γίνει και να είσαι σίγουρος, ότι όταν με χρειασθείς ξανά θα με πάρεις τηλέφωνο στο κινητό και εγώ θα φτάσω αμέσως».


Από τότε τη φωνάζω σε κάθε μου δύσκολη στιγμή και αμέσως έρχεται και μου συμπαραστέκεται. Καμιά φορά αργεί να έρθει, αλλά φωνάζω στη θέση της την Υπομονή, η οποία μου κρατάει συντροφιά και μου συμπαραστέκεται, ώσπου να φτάσει η ίδια και να με σώσει. Δεν είναι, βέβαια, τόσο όμορφη, γλυκιά και δραστήρια, όπως η Ελπίδα, αλλά στην αναβροχιά καλό είναι και το χαλάζι.

 

 

 

 

 

 

 

 

Πότης Κατράκης
Πεζογράφος-Ποιητής-Στιχουργός
Μέλος της "World Academy of Arts and Culture"
Επίτιμος Διδάκτωρ Λογοτεχνίας
Επίτιμος Αντιπρόεδρος του Δικ.Συλλ.Πειραιά
Από το βιβλίο "Διηγήματα και Νουβέλες" - Δεύτερος Τόμος
Εκδόσεις Λεξίτυπον

Διαβάστηκε 429 φορές
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)

Πολιτιστικο Σωματειο «οι κορυφαιοι»

Ποιοι Ειμαστε

Το mcnews.gr μετά από δέκα χρόνια συνεχούς λειτουργίας είναι ένα site που βοηθάει, ενημερώνει, ψυχαγωγεί και συναρπάζει τους αναγνώστες του παγκοσμίως.

Διαβάστε περισσότερα