Τρέχων Καιρός
16°C
σποραδικές νεφώσεις
ΜεταξουργείοΠρόγνωση 3 Ημερών (Ωριαία)
-
Παρ 18:0015°Cσποραδικές νεφώσεις -
Παρ 21:0014°Cαραιές νεφώσεις -
Σάβ 00:0012°Cαυξημένες νεφώσεις -
Σάβ 03:0010°Cαυξημένες νεφώσεις -
Σάβ 06:0011°Cαυξημένες νεφώσεις -
Σάβ 09:0015°Cελαφρές νεφώσεις -
Σάβ 12:0015°Cσποραδικές νεφώσεις -
Σάβ 15:0013°Cελαφρές νεφώσεις -
Σάβ 18:0010°Cελαφρές νεφώσεις -
Σάβ 21:009°Cελαφρές νεφώσεις -
Κυρ 00:008°Cσποραδικές νεφώσεις -
Κυρ 03:008°Cαυξημένες νεφώσεις -
Κυρ 06:009°Cαυξημένες νεφώσεις -
Κυρ 09:0013°Cαυξημένες νεφώσεις -
Κυρ 12:0015°Cσποραδικές νεφώσεις -
Κυρ 15:0014°Cαίθριος καιρός -
Κυρ 18:0010°Cαίθριος καιρός -
Κυρ 21:008°Cαίθριος καιρός -
Δευ 00:007°Cαίθριος καιρός -
Δευ 03:007°Cαίθριος καιρός -
Δευ 06:008°Cαίθριος καιρός -
Δευ 09:0012°Cαίθριος καιρός -
Δευ 12:0013°Cαίθριος καιρός -
Δευ 15:0011°Cαίθριος καιρός
"Η ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ ΜΟΥ" - ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΞΕΝΙΚΟΥΔΑΚΗ
Η ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ ΜΟΥ
“Dukunt volentem fanta, volentm trahunt”
«Γίνε ο Αδάμ μου, εγώ θα είμαι η Εύα σου. Δίχως μήλο. Αυτή τη φορά θα σου δώσω ένα ξυράφι να γράψεις για μένα με αίμα την πιο όμορφη ιστορία σου...».
Οι λέξεις ξεχύνονται γοργά στο χαρτί. Σχεδόν μηχανικά. Ο γιατρός μου θα ήταν ενθουσιασμένος, πάντα έδινε ιδιαίτερο βάρος στα όνειρα. Μα αυτό ήταν κάτι μεγαλύτερο: μια Κοσμογονία. Μετά από αυτό δε μπορώ παρά μονάχα να πλάσω τους δικούς μου μύθους, τους δικούς μου θρύλους. Πλέον θα υπάρχουν μονάχα οι δικοί μου Γεννήτορες, οι δικοί μου Απαρνητές – ναι! Ναι!, Απαρνητές ζωής, παραδείσου και κόλασης, οι δικοί μου δήμιοι ελευθέρων ψυχών.
Βρίσκομαι εκεί που θα ήθελα να ζήσω, σε ένα γαλήνιο τόπο, ονειρικό. Επιπλέω μέσα σε λάθη χωρίς φόβο, ακροβατώ σε τεντωμένα σκοινιά, δίχως να με νοιάζει αν θα πέσω. Κολυμπώ σε πορφυρές θάλασσες με σκακιέρες για βυθό. Στο δικό μου κόσμο ιπτάμενοι λέοντες και τίγρεις βγαίνουν από τα στόματα όμοιών τους αίλουρων, στο ρυθμό της πιο όμορφης μελωδίας του Μότσαρτ: ένα Ρέκβιεμ από τις κιθάρες του Πικάσο. Πόσο μαγευτικός είναι ο χορός της κυρίας που είναι βέβαιη πως ό,τι λάμπει είναι χρυσός στο δικό της σκαλοπάτι για τον Παράδεισο! Πόσο όμορφο είναι αυτό το θείο φως που λούζει γη και ουρανό! Δε μπορώ να αντισταθώ, σηκώνω το κεφάλι να κοιτάξω κατάματα το ζωοφόρο ήλιο. Προτού ολοκληρώσω την κίνησή μου, ακούω το ξύλινο σφυρί κάποιου δικαστή και όλα αλλάζουν. Βρίσκομαι σε μια ενδιάμεση κατάσταση, η τιμωρία μου δεν έχει έρθει ακόμα. Το Άλεφ είναι μπροστά μου. Είναι όλοι εκεί, μα εγώ πουθενά. Ούτε καν στην πατρίδα σκάκι, όπου η Μαύρη Βασίλισσα έχει εγκλωβίσει τον Λευκό Βασιλιά σε ένα αιώνιο, ανελέητο κυνηγητό θανάτου, μα αυτός καταφέρνει πάντα την ύστατη στιγμή να βρει κάποιο τέχνασμα για να ξεφύγει. Αμέσως, όλα γεμίζουν αλμυρό νερό, μα δεν είναι θάλασσα. Οι πνεύμονές μου γεμίζουν με υγρό, μα εγώ δεν πεθαίνω. Σιγά- σιγά ο καρέ ασπρόμαυρος βυθός καλύπτεται με άμμο κι ο Ποσειδώνας σηκώνει τρικυμίες, μα δεν είναι ο Ποσειδώνας. Όλα είναι τόσο ασαφή και μπερδεμένα.
Μια ιερή φωνή ψιθυρίζει «εν αρχή ην ο λόγος» και η τρικυμία με ξεβράζει σε μια στεριά άγονη. Σε ένα μέρος που δεν υπάρχει ούτε στη χειρότερη κόλαση, παρά μονάχα στους δικούς μου εφιάλτες: στο Μαύρο Έρεβος. Το ξέρω, δε μπορεί να βρίσκομαι αλλού, η ψύχρα στην ατμόσφαιρα είναι τόσο δυνατή, η δυσωδία θανάτου με πνίγει κι αυτή η εκκωφαντική σιωπή των στιγμών που στιγματίζουν υπάρξεις αντηχεί στ’ αυτιά μου και με λυγίζει.
Γονατίζω. Ξέρω, είσαι κάπου εδώ. Μα αισθάνομαι πως κοντά μου βρίσκεται και η Λύτρωση, με το μόνο κλειδί που μπορεί να μου χαρίσει την ελευθερία μου. Γυρίζω να κοιτάξω προς τα πίσω. Εκεί είναι η βιβλιοθήκη, η Μεγάλη Βιβλιοθήκη για την οποία σίγουρα θα έχει γράψει ο Χόρχε. Ακούω μια νότα – αργότερα θα συνειδητοποιήσω πως είναι η νότα του θανάτου, και στρέφω τρομαγμένος προς την άλλη. Ακούω ένα παιδί να γεννιέται κι έχω τη βεβαιότητα πως έχει ουρά, οιωνός για τα δικά μου εκατό χρόνια μοναξιάς.
Ξαφνικά ένα τραπέζι εμφανίζεται μπροστά μου. Και μια τράπουλα, ένα κερί, μια κλεψύδρα. Μα πού βρίσκομαι; Πού υπάρχω; Υπάρχω; Μυρίζω βροχή, αφουγκράζομαι φωτιά να κατασπαράζει, μπορώ να νιώσω το καυτό χώμα κάτω από τα γυμνά μου πόδια. Σίγουρα ένας προφήτης γεννιέται.
Ξαφνικά συνειδητοποιώ πως στο βάθος πίσω από το τραπέζι υπάρχει ένας καθρέφτης. Στη σκέψη πως θα μάθω ποια είναι η ύπαρξή μου αναρριγώ. Προσπαθώ να τον προσεγγίσω , μα αυτός όλο και απομακρύνεται. Τρέχω. Το κορμί μου αδρανεί. Πρέπει να προλάβω προτού χαθώ. Πλησιάζω το ξύλινο έπιπλο. Η φλόγα του κεριού εκεί πάνω τρεμοσβήνει και σε λίγο θα πάψει να υπάρχει στο παρόν και στο μέλλον. Μονάχα στο παρελθόν. Αλήθεια, πόσοι κόκκοι άμμου χρειάζονται για να μετρήσουν μια στιγμή; Για να την ορίσουν; Πιάνω στα χέρια μου την τράπουλα. Καίει! Τα αντανακλαστικά μου λειτουργούν άψογα! Μα... τα φύλλα στο πάτωμα είναι όλα λευκά! Όλα; Ψάχνω μανιωδώς για ένα σημάδι κι εμφανίζεται μπροστά μου ο Γελωτοποιός. Τον πιάνω στα χέρια. Μου χαμογελά; Σε μένα; Άραγε είναι καλός ή κακός; Μου κλείνει το μάτι και χάνεται...
Σκοτεινιάζει κι άλλο. Προσπαθώ πάλι να προσεγγίσω τον καθρέφτη, δεν πρέπει να χάσω άλλο χρόνο. Ακούω τους τελευταίους κόκκους άμμου μέσα στην κλεψύδρα, βλέπω τη φλόγα να τρεμοπαίζει. Δύο βήματα ακόμα. Λίγο ακόμα και θα καταφέρω, να αντικρύσω τη μορφή μου για πρώτη φορά εδώ και αιώνες. Όσο πλησιάζω, το χώμα κάτω από τα πόδια μου γίνεται όλο και πιο ζεστό, μια περίεργη θερμότητα κυριεύει το κορμί μου. Ξαφνικά όλα παγώνουν. Σωτηρία...
Κοιτάω μέσα, βαθιά στον καθρέφτη και μερικές στιγμές αργότερα εμφανίζεσαι εσύ. Βέβαια θα τα θυμάσαι όλα. Σε έλεγαν Εύα κι εγώ θα γινόμουν ο Αδάμ σου, ξανά και ξανά. Πόσος καιρός πέρασε μπροστά στον καθρέφτη! Πάντα απέναντι, ποτέ δίπλα. Κι οι κόκκοι στην κλεψύδρα συνεχώς λιγόστευαν. Μου χαμογέλασες και θυμήθηκα το Γελωτοποιό μερικές στιγμές πριν. Μερικές; Άρχισα να κρυώνω. Μου έδωσες το χέρι σου – ήταν τόσο ψυχρό. Στο άλλο κάτι κρατούσες. Το έβαλες στην παλάμη μου και την έκλεισες. Ύστερα χάθηκες. Για πάντα.
Ξύπνησα πνιγμένος με ιδρώτα, δάκρυα κι αυτή τη μεταλλική γεύση της απόγνωσης να δηλητηριάζει το στόμα μου. Κρύωνα, έτρεμα. Το κορμί και η ψυχή μου ήταν τόσο μουδιασμένα. Άνοιξα την παλάμη και είδα το ξυράφι που εσύ έβαλες στο χέρι μου. Ήθελες πάλι να γίνω ο Αδάμ σου. Μερικοί άνθρωποι δεν έχουν τη δύναμη να αλλάξουν τη μοίρα τους, σκέφτομαι. Ποτέ δεν είναι αργά όμως για μια καινούρια αρχή. Τούτη τη φορά η Λύτρωση φρόντισε για μένα, στην άλλη χούφτα κρατάω σφιχτά το μοναδικό κλειδί για τα δεσμά μου. Απόψε θα δώσω ζωή στο θάνατό σου, ο κονδυλοφόρος μου θα ματώσει με λέξεις το χαρτί. Απόψε, όπως ζήτησες, θα γράψω την πιο όμορφη ιστορία μου, την Κοσμογονία της Μοναξιάς μου. Αντίο γλυκιά Ειμαρμένη.
Γιώργος Ξενικουδάκης
Συγγραφέας
Από το περιοδικό για το βιβλίο και τον πολιτισμό «Κλεψύδρα»
(τεύχος 1 – 2011)
