Τρέχων Καιρός
21°C
ελαφρές νεφώσεις
ΚολωνάκιΠρόγνωση 3 Ημερών (Ωριαία)
-
Τετ 15:0021°Cσποραδικές νεφώσεις -
Τετ 18:0018°Cαραιές νεφώσεις -
Τετ 21:0015°Cαυξημένες νεφώσεις -
Πέμ 00:0015°Cαυξημένες νεφώσεις -
Πέμ 03:0014°Cαυξημένες νεφώσεις -
Πέμ 06:0016°Cαυξημένες νεφώσεις -
Πέμ 09:0020°Cαυξημένες νεφώσεις -
Πέμ 12:0020°Cαυξημένες νεφώσεις -
Πέμ 15:0019°Cαυξημένες νεφώσεις -
Πέμ 18:0015°Cαυξημένες νεφώσεις -
Πέμ 21:0014°Cαυξημένες νεφώσεις -
Παρ 00:0014°Cαυξημένες νεφώσεις -
Παρ 03:0014°Cαυξημένες νεφώσεις -
Παρ 06:0016°Cαυξημένες νεφώσεις -
Παρ 09:0018°Cαυξημένες νεφώσεις -
Παρ 12:0019°Cαυξημένες νεφώσεις -
Παρ 15:0018°Cαυξημένες νεφώσεις -
Παρ 18:0014°Cαυξημένες νεφώσεις -
Παρ 21:0014°Cαυξημένες νεφώσεις -
Σάβ 00:0013°Cαυξημένες νεφώσεις -
Σάβ 03:0012°Cαυξημένες νεφώσεις -
Σάβ 06:0016°Cαραιές νεφώσεις -
Σάβ 09:0019°Cαίθριος καιρός -
Σάβ 12:0020°Cαίθριος καιρός
Η ΚΡΑΤΑΙΑ ΑΓΑΠΗ - ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΗΣ ΜΑΡΩΣ ΒΑΜΒΟΥΝΑΚΗ
Τι είναι αυτό που κάνει τον έρωτα τόσο τρομακτικό και επίφοβο; Το να μην έχεις έλεγχο στον εαυτό σου που υπνωτισμένος τραβάει προς την παράδοσή του σε χέρια αγαπημένου εχθρού;
Γιατί είναι εχθρός ο καθένας που έχεις τόσο απελπισμένα ανάγκη. Γιατί τον φοβάσαι. Γιατί εξαρτάσαι. Γιατί με όπλα τα «σ’ αγαπώ» κρύβεις και κρύβει τα «σε τρώγω» και τα μικρά, κοφτερά μαχαιράκια της πείνας.
Μέχρι πότε; Μέχρι ποιου σημείου; Μέχρι ν’ απομείνουν μαραμένα και ξερά τ’ αποφάγια του. Ποιος θα προλάβει να πρωτοτελειώσει το άλλον είναι ένα μαύρο αίνιγμα μέσα σε μαύρο κουτί που μόνο εκ των υστέρων αποκαλύπτεται. Τότε που είναι δώρο άδωρο η λύση.
Ποτέ σχεδόν δεν χορταίνουν και δεν τελειώνουν ταυτόχρονα οι δυο εραστές. Πάντα ο ένας τους – κατά κάποιο τρόπο – άσπλαχνα θα εγκαταλείψει τον άλλον. Θα εγκαταλείψει και θα φύγει. Και μέσα στο ίδιο σπίτι, και πάνω στο ίδιο κρεβάτι να μείνει, πάλι θα φύγει και εσύ θα το ξέρεις καλά αυτό. Περισσότερο κι απ’ τον φυγάδα θα το ξέρεις.
Δεν υπάρχει έρωτας ατιμώρητος. Ανάλογα το μέγεθός του και η τιμωρία. Δεν είναι τυχαίο, που οι δήθεν αφελείς των προλήψεων, οι αγράμματοι της λαϊκής δοξασίας, θέλουν να συσχετίζουν το καταστροφικό κόκκινο μήλο της Εδέμ με την ερωτική πράξη. Το μήλο το κόκκινο, το ξύλο της γνώσης και της απόγνωσης, το βασίλειο και η εξορία. Η εξουσία. Έχει κι η Αίμα το κόκκινο μήλο της, την καρδιά και την μήτρα της. Τη γνώση που στραγγίζει απ’ τη βαθιά σκέψη του Μίνω, το ανθηρό βασίλειο που η λατρεία του διαρκώς της περιστοιχίζει. Δεν της λείπει παρά η αμαρτία, η οδύνη, η τιμωρία και η εξορία, κι όπως λένε οι σοφοί ποιητές: Είμαστε τρελά ερωτευμένοι μ’ αυτό που μας λείπει.
Στο τέλος πάντα απομένει ένας προδομένος κι ένας προδότης. Αναζητούν ο ένας τον άλλον όπως η κακία την αρετή, όπως ο διάβολος το λιβάνι και η σφαίρα μια ζεστή, αχνιστή καρδιά. Και το ανάποδο. Σε όλα τα σπίτια, σ’ όλα τα ειδύλλια των δρόμων, σ’ όλα τα κρεβάτια, έτσι γίνεται. Το φιλί της ζωής, το φιλί του Ιούδα, τα ιταλικά σοκολατάκια «Φιλί», ο τελευταίος ασπασμός και το φιλί του κόμη Δράκουλα.
Η πίκρα του ενός, η θανάσιμη πίκρα του ενός κι η ενόχληση του άλλου. Η βίαιη εκδίκηση η φανερή, κι η αργόσυρτη εκδίκηση η καλά κρυμμένη. Οι απιστίες που θα είναι θυσίες στα πόδια του ισχυρού απατημένου, της αδιάφορης απατημένης. Οι θυσίες χωρίς αποτέλεσμα, χωρίς νόημα εκτός την αυτοκαταστροφή. Οι κακίες που ροκανίζουν την κακιωμένη καρδιά. Η αθωότητα που είναι τώρα πια πανουργία. Οι διαστροφές της επιθυμίας, οι αλυσίδες με τα ψέματα του υπολογισμού και του εξευτελισμού. Οι καταστροφές, η οξύνοια λίγο πριν, μια έκλαμψη, πολύ σκοτάδι. Ο βυθός. Το χάος. Κι ο πόνος εντέλει. Ο ατέλειωτος πόνος που υπόσχεται φωτισμό, κάποια αλγολαγνία ίσως, για παυσίπονο.
Άλλοι θα χωρίσουν κι άλλοι θα παραμείνουν δήθεν μαζί μέσα στα ίδια δωμάτια με τα σάπια αποφάγια. Θα εθιστούν στην απαίσια οσμή. Θα τους ασφαλίζει σαν οικεία αρρώστια αργότερα, σαν αναπηρία με κάποια οφέλη. Θα απονέμουν στον εαυτό τους λίγα παράσημα, όπως μετά από πόλεμο. Παρηγοριά που δεν μπορούν να βαδίσουν. Να μετακινηθούν πιο πέρα.
Θα μιλούν για «ήρεμη αγάπη τώρα πια», για συνενοχή, για καθήκον, για συντροφικότητα. Για τρυφερότητα, για συνήθειες, για συμπόνια. Για δειλίες και ψέματα. Όλα ύβρεις και φτυσιές πάνω στις κλειστές πόρτες του χαμένου παραδείσου. Μαρασμός και γερατιά, μελαγχολία, κατάθλιψη και μάταιες κούρες.
Γιατί η έλλειψη του έρωτα με τίποτα δεν αποξεχνιέται. Με τίποτα δεν παρηγοριέται, δεν αποζημιώνεται. Τίποτα, τίποτα δεν τον αντικαθιστά. Ο έρωτας ανθρώπου προς άνθρωπο, άμα συμβαίνει, αλλά και άμα δε συμβαίνει, δημιουργεί. Η στέρησή του σε κινητοποιεί προς το αδύνατο. Γίνεσαι απίστευτα ευρηματικός, απίστευτα εργατικός για ν’ αποφύγεις μια τέτοια θλίψη. Κάνεις λεφτά, κάνεις πολιτική, κάνεις τέχνη. Έτσι χτίζονται οι πολιτισμοί. Ανάμεσα σ’ έξοχα επιτεύγματα σταματάς αργά και που κατάκοπος, κάθεσαι και ξανανιώθεις πως είσαι διψασμένος ακόμα. Και μάταιος.
Κι ύστερα, γαλήνη δεν είναι ποτέ η ησυχία της ασάλευτης ζωής. Γαλήνη μονάχα είναι η ικανοποίηση, κι όποιοι αληθινά τη γεύτηκαν θυμούνται καλά πως είναι σχεδία πάνω σε θαλασσοταραχή, στις απειλές και στα ναυάγια των βυθών.
Η Αίμα έχει μπροστά της χρόνια πολλά να τα συλλογίζεται αυτά. Ο Μίνως ήδη τα ξέρει όλα γι’ αυτό είναι πανίσχυρος και ακατάβλητος μέσα στην πανοπλία της αδιέξοδης επίγνωσης. Μονάχα το τώρα, μονάχα το εδώ, μονάχα τα πάντα. Έχει τόσο πολύ βασανιστεί που δεν έχει ανάγκη ασφάλειες, εγγυήσεις ή θύρες κινδύνου. Καλπάζει στη μάχη του αλύγιστος και θα καλπάσει όπως ο Σιντ, όσο μπορεί, και μετά το σύνορο του θανάτου του όταν έρθει.
Δεν έχει λόγο ν’ αποφύγει μιαν αυτοπυρπόληση αν χρειαστεί. Θα απολαύσει τις εξαίσιες φλόγες, την πυρκαγιά. Θα φωτιστούν με τις φλόγες του κι οι δυο τους. Εκείνη για το μέλλον της, εκείνος για το λίγο τώρα του. Δεν θα αφήσει στο θάνατο παρά τις στάχτες του. Είναι πια συνειδητός στην ηδονή και στην φρίκη.
Δίχως μέλλον και δίχως προοπτική θα εντυπωσιάσει την πολυαγαπημένη του με τον ηρωισμό των απελπισμένων. Με τις ανδραγαθίες του πανικού. Οι απελπισμένοι άντρες είναι οι δυνατότεροι εραστές. Προσφέρονται χωρίς να διεκδικούν. Ολοσχερώς παραδίνονται, ευγνωμονούν και μεταφράζουν και το ελάχιστο σε δώρο ζωής. Αφήνονται στη γυναίκα που αγαπούν όπως στην πιο ανακουφιστική εκδοχή του θανάτου τους. Είναι επικίνδυνα γοητευτικοί γιατί είναι άφοβοι, απροστάτευτοι, δεν ελπίζουν.
Για ν’ αγαπήσεις αληθινά χρειάζεται είτε πίστη, είτε απόγνωση. Και τα δυο σπάνια, δυσκολότερο το πρώτο.
Άλλωστε εκείνη είναι ακόμα εύπιστη, ευφάνταστη, ρομαντική και νέα. Μπορεί άνετα να συλλέγει αποσπασματικά τις σαγηνευτικές εντυπώσεις που χρειάζεται το όνειρό της. Μπορεί ακόμα να περιφρονεί την πραγματικότητα και να ονομάζει αλήθεια τον πόθο και το ποθούμενο.
Είναι φλογερή και είναι εύφλεκτος όπως το ξερό χόρτο. Τον σέρνει και τον ανάβει και εκείνος αφήνεται με ευγνωμοσύνη που φτάνει να μοιάζει με δουλικότητα. Προχωρούν έτσι και μπαίνουν σ’ ένα παιχνίδι ρώσικης ρουλέτας, στον κρόταφο του άντρα όμως.
Αξίζει! Αξίζει! Σκέφτεται ο άντρας και γελά. Γελά με γκριμάτσα, με βλέμμα σκοτεινό, πιέζει την σκανδάλη.
«Η λογοτεχνία είναι μια τεράστια παρομοίωση», ισχυρίζεται.
«Κι εμείς;»
«Εμείς πια δραπετεύσαμε έξω απ’ το παρά».
Κι εμείς; Κι εγώ; Εμείς; Με τον εγωκεντρισμό των μικρών παιδιών και των παραχαϊδεμένων, ζητά να της εξηγεί τα πάντα με μέτρο εκείνη, τους δυο τους, την αγάπη τους. Όλα, για να της γίνουν κατανοητά, πρέπει να εφαρμόζονται πάνω τους. Να της δίνει συνεχώς και συγκεκριμένο το στίγμα τους στα νοήματα, στα αισθήματα, στην πόλη, στη γη, στον ουράνιο θόλο. Ειδάλλως χάνεται σαν παιδάκι στο δάσος, του παραπονιέται και του θυμώνει.
Κι εγώ; Κι εμείς; Πες μου, κι εμείς;
Την ελευθερώνει να είναι κοντά του αδίσκτακτα και ασύστολα παιδί και παραχαϊδεμένη. Ο ίδιος την ωθεί σ’ αυτήν την πολυτέλεια όπου το υποσυνείδητο ξεχειλίζει άπληστο όπως στο όνειρο και όπως στην τρέλα. Είναι περήφανος που την κακομαθαίνει και που μπορεί να χαίρεται τις παραξενιές της σαν εραστής και σαν πατέρας.
Μαζί, οι δυο τους, διαστέλλονται πολύ πιο πέρα απ’ όσα νόμιζαν πως μπορούσαν.
Δεν υπάρχουν περισσότεροι απ’ τους δυο ανθρώπους που αγαπιούνται. Περισσότεροι από τρεις. Πολύ περισσότεροι από χίλιους.
«Δεν αντέχω για πολύ έξω απ’ τη δικιά μας ατμόσφαιρα», της τηλεφωνά απ’ το Πανεπιστήμιο, από περίπτερα, από τηλεφωνικούς θαλάμους, από γραφεία που πρέπει να πηγαίνει. Από τον αδιάφορο έξω κόσμο που μέρα τη μέρα του γίνεται και πιο αδιάφορος. Τον αρρωσταίνει.
«Ο έρωτας που αποσβολώνει τον χρόνο». Θυμάται τον στίχο που του άρεσε να συλλογίζεται. Μόνο τώρα τον ζει, μόνο τώρα τον καταλαβαίνει. Είναι εκπληκτικό πώς τα καταλαβαίνει τώρα αυτά. Πόσο θ’ αντέξει τόση κατανόηση;
Ο έρωτας αποσβολώνει τον χρόνο. Όμως εντέλει ο χρόνος είναι ο ανίκητος. Η χάρις του Θεού μόνο τον ξεπερνά, η χάρις μόνο και η πνοή της χάριτος.
Αλλιώς ο χρόνος είναι μοχθηρός, αμείλικτος τιμωρός, ιδίως με όσους τα βάζουν μαζί του και επαίρονται πως τον ανέκοψαν. Ιδίως με τους ερωτευμένους.
Οι εραστές στο τέλος πληρώνουν την αλαζονεία τους. Σαν τον ψεύτη, σαν τον κλέφτη, σαν τον υβριστή, τον επαναστάτη και τον ιερόσυλο. Οι ερωτευμένοι είναι όλα αυτά και το πληρώνουν.
Σε λίγο ο χρόνος θα υποκλίνεται πως πάει με το μέρος της Αίμας. Για να στραφεί εναντίον του άντρα θα το καμώνεται.
Μάρω Βαμβουνάκη
Συγγραφέας
Απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Η κραταιά αγάπη» (Κεφ.7)
Εκδόσεις ΦΙΛΙΠΠΟΤΗ (΄Ελληνες Πεζογράφοι 94) – 11η ΄Εκδοση

