Skip to main content

Τρέχων Καιρός

ελαφρές νεφώσεις

21°C

ελαφρές νεφώσεις

Κολωνάκι

Πρόγνωση 3 Ημερών (Ωριαία)

  • ελαφρές νεφώσεις
    Τετ 15:00
    21°C
    ελαφρές νεφώσεις
  • σποραδικές νεφώσεις
    Τετ 18:00
    19°C
    σποραδικές νεφώσεις
  • αραιές νεφώσεις
    Τετ 21:00
    17°C
    αραιές νεφώσεις
  • αυξημένες νεφώσεις
    Πέμ 00:00
    13°C
    αυξημένες νεφώσεις
  • αυξημένες νεφώσεις
    Πέμ 03:00
    14°C
    αυξημένες νεφώσεις
  • αυξημένες νεφώσεις
    Πέμ 06:00
    15°C
    αυξημένες νεφώσεις
  • αυξημένες νεφώσεις
    Πέμ 09:00
    19°C
    αυξημένες νεφώσεις
  • αυξημένες νεφώσεις
    Πέμ 12:00
    21°C
    αυξημένες νεφώσεις
  • αυξημένες νεφώσεις
    Πέμ 15:00
    19°C
    αυξημένες νεφώσεις
  • αυξημένες νεφώσεις
    Πέμ 18:00
    16°C
    αυξημένες νεφώσεις
  • αυξημένες νεφώσεις
    Πέμ 21:00
    14°C
    αυξημένες νεφώσεις
  • αυξημένες νεφώσεις
    Παρ 00:00
    14°C
    αυξημένες νεφώσεις
  • ασθενείς βροχοπτώσεις
    Παρ 03:00
    14°C
    ασθενείς βροχοπτώσεις
  • ασθενείς βροχοπτώσεις
    Παρ 06:00
    14°C
    ασθενείς βροχοπτώσεις
  • αυξημένες νεφώσεις
    Παρ 09:00
    17°C
    αυξημένες νεφώσεις
  • αυξημένες νεφώσεις
    Παρ 12:00
    19°C
    αυξημένες νεφώσεις
  • αυξημένες νεφώσεις
    Παρ 15:00
    17°C
    αυξημένες νεφώσεις
  • αυξημένες νεφώσεις
    Παρ 18:00
    15°C
    αυξημένες νεφώσεις
  • αυξημένες νεφώσεις
    Παρ 21:00
    14°C
    αυξημένες νεφώσεις
  • αυξημένες νεφώσεις
    Σάβ 00:00
    13°C
    αυξημένες νεφώσεις
  • σποραδικές νεφώσεις
    Σάβ 03:00
    12°C
    σποραδικές νεφώσεις
  • αραιές νεφώσεις
    Σάβ 06:00
    16°C
    αραιές νεφώσεις
  • αίθριος καιρός
    Σάβ 09:00
    19°C
    αίθριος καιρός
  • αίθριος καιρός
    Σάβ 12:00
    19°C
    αίθριος καιρός
📅 Τετάρτη, 15 Απριλίου 2026
⏰ --:--:--
«Μανώλης Αναγνωστάκης: Μοναχικός προφήτης και αγωνιστής» του Παύλου Ναθαναήλ
| kiki | Πεζογραφία
Εμφανίσεις: 364

«Μανώλης Αναγνωστάκης: Μοναχικός προφήτης και αγωνιστής» του Παύλου Ναθαναήλ

Η δεκαετία 1940-50 υπήρξε η πιο τραγική δεκαετία της Νεοελληνικής Ιστορίας. Η Κατοχή και ο Εμφύλιος στοίχισαν πολύ αίμα και προκάλεσαν ψυχικά τραύματα που μόλις τώρα τελευταία άρχισαν να επουλώνονται.


Η διαπίστωση αυτή αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση πριν αρχίσουμε να μελετάμε οποιοδήποτε συγγραφέα ή ποιητή που βγήκε μέσα από εκείνο το καμίνι. Ανάμεσά τους και ο Μανώλης Αναγνωστάκης, κατ’ εξοχήν παιδί που ξεπήδησε μέσα από τις περιπέτειες εκείνης της δεκαετίας και αποτέλεσε, κατά τη γνώμη μας, μια από τις πιο γνήσιες και αντιπροσωπευτικές (ίσως η αντιπροσωπευτικότερη) φωνές της γενιάς του.


Μια και ήταν γεννημένος το 1925, η Κατοχή βρήκε τον Μανώλη Αναγνωστάκη στην κρίσιμη και διαμορφωτική περίοδο της εφηβείας. Στα χρόνια εκείνα ο κάθε ευαίσθητος έφηβος, όπως ήταν φυσικό, θεωρούσε αυτονόητο να αναμιχθεί άμεσα ή τουλάχιστον έμμεσα με την Αντίσταση. Ο νεαρός Μανώλης, με την πύρινη ψυχοσύνθεση του Κρητικού που είχε μέσα του, πήρε ενεργό μέρος στη δράση της νεολαίας, που ξεκινώντας από προοδευτικές ιδέες και τον βαθύ πόθο για μια δικαιότερη κοινωνία που θα ξεπηδούσε μετά τον Πόλεμο, άρχισε από πολύ νωρίς να εκφράζει αυτά τα συναισθήματα με στίχους.

 

Από αυτή την πρώτη περίοδο της πνευματικής του πορείας προέρχεται το αριστουργηματικό για μας ποίημα «Χάρης», εμπνευσμένο από ένα πραγματικό νεαρό αγωνιστή, με αυτό το όνομα που έφυγε από τη ζωή πολύ πρόωρα και έτσι χάθηκε μια προσωπικότητα που αν ζούσε περισσότερο, σίγουρα θα έπαιζε αργότερα σημαντικό ρόλο στις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις. Φαίνεται πως ο Χάρης, ο υπαρκτός Χάρης, διέθετε μια μαγνητική προσωπικότητα που γαλβάνιζε τις νεανικές ψυχές στη Θεσσαλονίκη. Ο πρόωρος θάνατός του τον ηρωοποίησε ακόμη περισσότερο. Όμως οι στίχοι του Μανώλη Αναγνωστάκη στάθηκαν το λαμπρότερο μνημείο που στήθηκε ποτέ στα παιδιά που χάθηκαν στην Κατοχή και αντιπροσώπευαν το καλύτερο κομμάτι της τότε νεολαίας μας.

 

«Ήμασταν όλοι μαζί και ξεδιπλώναμε
ακούραστα τις ώρες μας,
τραγουδούσαμε σιγά για τις μέρες που θαρχόντανε,
φορτωμένες πολύχρωμα οράματα.
Αυτός τραγουδούσε-σωπαίναμε... Η φωνή του
ξυπνούσε μικρές πυρκαγιές
χιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούσαν τη νιότη μας.
Μερόνυχτα έπαιζε το κρυφτό με το θάνατο
σε κάθε γωνιά και σοκάκι
λαχταρούσε, ξεχνώντας το δικό του κορμί,
να χαρίσει στους άλλους μιαν Άνοιξη
Ήμασταν όλοι μαζί, μα θαρρείς πως αυτός ήταν όλοι».

 

 

Μέσα στη φορτισμένη ατμόσφαιρα της εποχής, ο Αναγνωστάκης έγραψε το μεγαλύτερο μέρος της ποιητικής του παραγωγής. Πρώτη, λοιπόν, διαπίστωση πως έχουμε να κάνουμε με ένα ταλέντο που γεννήθηκε και ξεπήδησε ώριμο. Δεν πρόκειται για δημιουργό που διαμορφώθηκε σιγά-σιγά, που ξεκίνησε με πρωτόλεια για να ακολουθήσει μια ανοδική πορεία και να ανέβει σιγά-σιγά την ποιοτική κλίμακα. Ο ποιητής μας ήταν ένα προικισμένο άτομο με τη σφραγίδα της δωρεάς στο μέτωπο, για να  χρησιμοποιήσουμε μια έκφραση παλαιότερου πολιτικού. Η ανάμιξη του Αναγνωστάκη στους πολιτικούς αγώνες της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου θα τον οδηγήσει στη φυλακή, στο στρατοδικείο και τελικά στην καταδίκη σε θάνατο. Η μεγάλη αυτή περιπέτεια προκλήθηκε κυρίως από τη δραστηριότητά του στο φοιτητικό κίνημα του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης όπου σπούδασε Ιατρική. Ευτυχώς η απόφαση του Στρατοδικείου τελικά δεν εκτελέστηκε και με μια αμνηστία που δόθηκε από την κυβέρνηση Πλαστήρα αποφυλακίστηκε. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η περίοδος που έμεινε στη φυλακή τον βοήθησε να σκεφθεί το όλο πρόβλημα των κοινωνικών αγώνων και να καταλήξει σε ορισμένα συμπεράσματα που σίγουρα συντελέσανε στο να διαμορφώσουν την μετέπειτα αταλάντευτη στάση του που ενίσχυσε το κύρος του πέρα και από την ποιότητα του ποιητικού του έργου. Ας ανοίξουμε εδώ μια παρένθεση και ας επιχειρήσουμε να τοποθετήσουμε τον Αναγνωστάκη μέσα στην ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας.


Στη δεκαετία του ’30 είχαν εμφανιστεί στα Γράμματά μας ποιητές που σπάζοντας την ως τότε παράδοση, ξεκίνησαν αυτό που αποκαλούμε «μοντέρνα ποίηση», έναν όρο πολυπεριεκτικό και ίσως λίγο παραπλανητικό, γιατί περιλαμβάνει πολλά είδη ποίησης με μοναδικό κοινό στοιχείο την τάση για ανανέωση. Ο Σεφέρης, ο Ρίτσος και λίγο αργότερα ο Βρεττάκος και ο Ελύτης, είναι ίσως τα πιο γνωστά ονόματα αυτής της γενιάς.
Ακολουθεί όμως και μια ομάδα ποιητών όπως ο Σαχτούρης, ο Κατσαρός και άλλοι που άνοιξαν ο καθένας δικό του μονοπάτι. Ο Αναγνωστάκης δεν μιμήθηκε κανέναν από αυτούς. Ξεκινώντας από μια βαθύτατη και ειλικρινή ευαισθησία, χάραξε ένα δρόμο προσωπικό. Δεύτερη, λοιπόν, διαπίστωση πως ο Μανώλης Αναγνωστάκης δεν ανήκε σε σχολές. Ήταν μια αυτόφωτη λαμπερή προσωπικότητα της ποίησής μας, που δεν είχε ανάγκη να φορτίζεται από πουθενά για να λάμπει και να φωτίζει τον πνευματικό ουρανό της χώρας μας .Ένα ερώτημα που προκύπτει στο σημείο αυτό είναι και τούτο: Αν ο ποιητής μας δεν είχε πρωτοεμφανιστεί και περάσει ένα πολύ μεγάλο μέρος της ζωής του στη Θεσσαλονίκη, θα ήταν αυτός που ήταν; Η απάντηση σε τέτοια υποθετικά ερωτήματα δεν είναι εύκολη. Λέμε συνήθως ότι η Αθήνα ασκεί δυσανάλογα μεγάλη, σχεδόν απόλυτη κυριαρχία στα Γράμματά μας και ότι όποιος συγγραφέας ή ποιητής μας ζει και εργάζεται εκτός Αθηνών, βρίσκεται αυτόματα σε μειονεκτική θέση. Είναι όμως έτσι; Δεν θα συμφωνήσουμε απόλυτα με αυτή την άποψη. Είναι γεγονός ότι στην επαρχία χάθηκαν μερικά ταλέντα επειδή δεν ήρθαν στην Αθήνα. Είναι όμως επίσης γεγονός, ότι υπήρξαν και ταλέντα στην επαρχία που λόγω μεγέθους μπόρεσαν να
επιβληθούν και να ξεχωρίσουν περισσότερο, ακριβώς επειδή δεν βρίσκονταν στην Αθήνα. Η Θεσσαλονίκη φυσικά δεν είναι επαρχία με την έννοια αυτή. Δεν είναι όμως και Αθήνα και οι πνευματικοί της άνθρωποι έχουν μόνιμο παράπονο ότι αδικούνται. Ο Μανώλης Αναγνωστάκης αποτελούσε και σε αυτό εξαίρεση. Το ξαναλέμε: Είχε μια τέτοια προσωπική ακτινοβολία που δεν είχε καμιά σημασία πού ζούσε. Έτσι όταν ήρθε στην Αθήνα, όταν ήταν πάνω από 50 ετών, δεν άλλαξε τίποτε. Η γενική εκτίμηση που υπήρχε δεν παρουσίασε ούτε αύξηση ούτε φυσικά μείωση. Ήταν ήδη αρκετά μεγάλη και γενική. Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να βρει άνθρωπο στη λογοτεχνική μας οικογένεια που να μην τον θεωρεί ότι είχε ξεπεράσει τα όρια της απλής αναγνώρισης και είχε μπει στο χώρο του συμβόλου. Τρίτη, επομένως, διαπίστωση είναι πως ο Μανώλης Αναγνωστάκης κατάφερε εν ζωή και μάλιστα πολύ πριν γεράσει, να επιτύχει το σεβασμό όλων, ανεξάρτητα από προτιμήσεις ή και πολιτική κατεύθυνση.

 

Το επόμενο θέμα που πρέπει να εξετάσουμε γιατί θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε καλύτερα και το έργο του, είναι η σχέση του ποιητή με την Αριστερά. Στην αρχή, φυσικά, η σχέση αυτή ήταν η προσήλωση του οπαδού προς την κοσμοθεωρία που θεωρούσε ορθή και που ήταν άρρηκτα δεμένη με τα όνειρα για ένα καλύτερο, δικαιότερο κόσμο.


«Ένα χώρο να σταθούμε ζητήσαμε,
δίχως υποτιθέμενα προνόμια ή ξέχωρη αξία.»

 

 

Στο στίχο αυτό συνοψίζονται τα αιτήματα μιας ολόκληρης γενιάς. Μετά τον εμφύλιο άρχισε σιγά-σιγά να διαμορφώνεται μέσα του μια απογοήτευση για τις εξελίξεις. Δεν έπαψε ποτέ να πιστεύει στις αρχές της Αριστεράς αλλά σε συνδυασμό με μια ρεαλιστική θεώρηση του εφικτού και μια συναίσθηση ότι μερικά από τα όνειρα της νιότης δύσκολα θα πραγματοποιηθούν. Έτσι μεταβλήθηκε σιγά-σιγά σε μια προσωποποίηση της συνείδησης των απλών αγωνιστών της Αριστεράς, μακριά από δογματικές και στενές κομματικές δεσμεύσεις. Έφτασε στο σημείο να πιστέψει ότι σε πολλά θέματα η πιο αξιοπρεπής και έντιμη στάση είναι η σιωπή. Γι’ αυτό και τα τελευταία είκοσι περίπου χρόνια της ζωής του μιλούσε ελάχιστα, σπανιότατα έδινε συνεντεύξεις και είχε ελαχιστοποιήσει τις δημοσιεύσεις του.

 

«Είχαν τα πρόσωπά μας τόσο αλλόκοτα μπλεχτεί
μη μας κατηγορήσετε∙ χάσαμε πια οριστικά το δικό μας.»

 

Έτσι μας λέει σε μια από τις πολλές στιγμές απόλυτης επίγνωσης της πραγματικότητας. Σε μια μελαγχολική απομόνωση γίνεται ο προφήτης της αξιοπρέπειας και της πολυσήμαντης σιωπής. Όταν δεν έχεις τίποτε ουσιαστικό να πεις ή ακόμη όταν ξέρεις ότι δεν έχεις τη δύναμη να επηρεάσεις, μη χάνεις το χρόνο σου με ανούσιες πολυλογίες. Σε αυτές τις περιπτώσεις η σιωπή αποτελεί τη μόνη δυνατή απάντηση σε μια κοινωνία
που το έχει ρίξει σε μια ωφελιμιστική αντιμετώπιση της ζωής, ξεχνώντας τα όνειρα και τους στόχους μιας άλλης εποχής.

 

«Κι όμως, Δημήτρη, ξανά πίσω δεν πρέπει να γυρίσουμε
χρέος μας είναι πια να μη γυρίσουμε.
Ας ξανατραγουδήσουμε πάλι εκείνο το τραγούδι
που λέγαμε στην αρχή.»


Τέταρτη διαπίστωση, λοιπόν, η πεποίθηση του Αναγνωστάκη πως δεν πρέπει να ανοίγει κανείς το στόμα παρά μόνο όταν έχει να πει κάτι ουσιαστικό και χρήσιμο.


Ο Αναγνωστάκης της πρώτης περιόδου μας έδωσε στίχους λιτούς και γι’ αυτό μεστούς.

 

«Πολλοί περάσανε τους θερμούς μήνες συζητώντας
πού θα παραθερίζανε καλύτερα.»

 

Τα συμπυκνωμένα μηνύματα που περιέχουν συχνά οι στίχοι του θα μείνουν σε όλες τις ανθολογίες. Είναι κι αυτή μια πρόσθετη απόδειξη της ποιότητάς τους. Ο ίδιος με την ευγένεια που τον διέκρινε ως άνθρωπο, δεν έδειξε ποτέ αλαζονεία. Οι πραγματικά μεγάλοι δεν είναι συνήθως αλαζόνες, αλλά δυστυχώς υπήρξαν και δημιουργοί που ήσαν αναμφίβολα μεγάλοι αλλά είχαν και τις αδυναμίες τους. Ο Αναγνωστάκης είχε ελάχιστες ή και καθόλου αδυναμίες. Πέρα από την ποιότητα του λόγου του, έδινε συχνά με τα κείμενα και με τη στάση του και μαθήματα ήθους. Η παρουσία του ήταν πάντα ένα συν της πνευματικής μας ζωής. Μπορεί αυτό να είναι αυτονόητο, δυστυχώς όμως πρέπει να το υπενθυμίζουμε σε μια εποχή που τα συμπτώματα διαπλοκής δεν είναι σπάνια. Διαπλοκή δεν παρατηρείται μόνο στην οικονομική και την πολιτική ζωή. Με λύπη παρατηρούμε ανάλογα φαινόμενα και στον κόσμο των διανοούμενων. Ο ίδιος ο Αναγνωστάκης προσπάθησε να τα καταπολεμήσει με το παράδειγμά του και όχι με κραυγές και καταγγελίες.


Στην περίοδο της Χούντας ένοιωσε την ανάγκη να θυμηθεί την πρώτη του νιότη και να δώσει το παρόν μετέχοντας στα περίφημα «18 Κείμενα». Αργότερα συνεργάστηκε αρκετό καιρό με άρθρα του στην εφημερίδα «Αυγή», όπου πάλι προσπάθησε να θέσει κανόνες ήθους και πνευματικής ακεραιτότητας. Ακόμη, όταν σε περιόδους κρίσης, ζητήθηκε η υπογραφή του σε ομαδικές δηλώσεις ή διαμαρτυρίες, δεν την αρνήθηκε ποτέ χωρίς όμως να διακόπτει τη σιωπή του. Αρνήθηκε επίμονα να πολυλογήσει ή να φθαρεί σε άγονους διαλόγους ή αντιπαλότητες. Τη ζωή του την κράτησε πάντοτε μακριά από την καθημερινή φθορά της αχαλίνωτης δημοσιότητας. Θα αντιληφθήκατε, αγαπητοί φίλοι, ότι η προσπάθειά μας σε τούτη την ομιλία είναι από τη μια μεριά να διατυπώσουμε μερικές παρατηρήσεις για το έργο του Μανώλη Αναγνωστάκη,
ενώ παράλληλα να τονίσουμε την παρουσία ενός πραγματικού «πνευματικού ανθρώπου» στα Γράμματά μας. Ας ξαναγυρίσουμε, λοιπόν, στο πρώτο σκέλος και ας επιχειρήσουμε να αποτιμήσουμε την ποιητική του προσφορά. Ο στίχος του Αναγνωστάκη είναι πρώτα απ’ όλα «πυκνός»,χωρίς να γίνεται «επιγραμματικός». Ίσως μερικοί πουν ότι είναι λίγο πεζολογικός, όμως δεν χάνει ποτέ τον εσωτερικό ποιητικό ρυθμό. Εκείνο όμως που κάνει μεγαλύτερη εντύπωση, είναι ότι αποφεύγει να χρησιμοποιήσει λέξεις ποιητικές! Δηλαδή το λεξιλόγιό του είναι απλό και συνηθισμένο. Επομένως, το ποιητικό αποτέλεσμα προκύπτει κυρίως από το μήνυμα που περιέχουν οι λέξεις ή από τη συγκίνηση που προκαλούν και όχι από την ενδεχόμενη επιλογή των λέξεων. Ένα μικρό παράδειγμα:

 

«Τώρα που γίναμε πλούσιοι ή “βρήκαμε τον τρόπο μας” που λένε
(πέρασαν τόσα και τόσα για να βρει τον τρόπο του ο καθένας)
τώρα στο πόδι μας θα βρείτε πάντα κάποιον άλλον.»

 

Δε νομίζω να υπάρχει ούτε μία λέξη που να μπορεί να χαρακτηριστεί ποιητική ή έστω ιδιαίτερα μουσική ή εύηχη. Παρόλα αυτά, η γενική εντύπωση που μας μένει όταν διαβάσουμε αυτούς τους στίχους παράγει αναμφίβολα ποιητική διάθεση και αισθητική ικανοποίηση. Κάτι ανάλογο πετυχαίνει, για παράδειγμα, ο Καβάφης. Δεν θέλουμε να πούμε ότι υπάρχει η παραμικρή ομοιότητα ανάμεσα στους δύο ποιητές. Εκείνο όμως που θέλουμε να πούμε είναι ότι η ποίηση του Αναγνωστάκη βρίσκεται στους αντίποδες ποιητών, όπως ο Παλαμάς, ο Σικελιανός ή ο Ελύτης που στηρίζουν μεγάλο μέρος της γοητείας τους στην ηχητική μουσικότητα των λέξεων που χρησιμοποιούν. Επομένως από τις παρατηρήσεις αυτές καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι ο Αναγνωστάκης είναι κατ’ εξοχήν «μοντέρνος», όχι με την έννοια του σουρεαλιστικού ή του υπερλογικού, αλλά με την έννοια του λιτού, του μη παραδοσιακού και ταυτόχρονα του νεοκλασικού. Νομίζω ότι είπαμε τη λέξη που χαρακτηρίζει περισσότερο την ποίηση του Αναγνωστάκη. Ο στίχος του είναι κλασικός (σχεδόν δωρικός) στη λιτότητά του και στα μηνύματα που θέλει να δώσει, ενώ ταυτόχρονα είναι εκσυγχρονισμένος γιατί δεν μιμείται παλαιά κλασικά πρότυπα. Το επόμενο όμως ερώτημα που διατυπώνεται είναι σε ποιο βαθμό ο Αναγνωστάκης δένει με την πορεία της σύγχρονης νεοελληνικής ποίησης. Είναι, με άλλα λόγια, μια μοναχική φωνή που θα μπορούσε να εμφανισθεί σε οποιαδήποτε γλώσσα και χώρα ή είναι έντονα ελληνική. Η απάντηση δεν φαίνεται να είναι δύσκολη. Η φωνή του είναι ελληνική αλλά εκφράζει ιδέες και αρχές πανανθρώπινες. Ίσως μερικοί πουν ότι η ελληνική κουλτούρα είναι δεμένη με πανανθρώπινα ιδανικά. Είναι όμως εκφρασμένες στην περίπτωση Αναγνωστάκη με τρόπο ελληνικό. Έτσι αναφέρεται ουσιαστικά σε φαινόμενα που παρατηρούνται στη σύγχρονη νεοελληνική κοινωνία μας. Ο ποιητής συχνά σχολιάζει με τους στίχους του κοινωνικές συμπεριφορές που τον πικραίνουν και τις αποδοκιμάζει.

 

«Αυτούς θα δείτε τώρα στα κέντρα, στις συναναστροφές,
να υπογράφουν γραμμάτια
να υποφέρουν, να χαίρονται, να σας εξαπατούν τέλος πάντων».

 

Ύστερα από όσα είπαμε καταλήγουμε στην πέμπτη διαπίστωση. Ο στίχος του Αναγνωστάκη είναι πάντα κατανοητός. Δεν υπάρχει κανένας ειδικός κώδικας για να παρακολουθήσει ο αναγνώστης τα νοήματα. Ο Αναγνωστάκης απευθύνεται σχεδόν πάντα προσωπικά στον αναγνώστη και του μιλάει φιλικά, λες και κάθονται μαζί στο τραπεζάκι κάποιου καφενείου. Ποτέ δεν έχεις την αίσθηση ότι ο ποιητής βρίσκεται στο σπουδαστήριό του και από κει απευθύνεται στο κοινό, απόμακρος και μακρινός. Είναι ο σοφός φίλος που οι εμπειρίες του τον έχουν πείσει για μερικά πράγματα και θέλει τις πεποιθήσεις του να τις μοιραστεί μαζί σου. Η απασχόληση του Αναγνωστάκη με περιοδικά αποτελεί μια παραπάνω απόδειξη της κοινωνικής συμπεριφοράς του.
Από το φοιτητικό «Ξεκίνημα» μέχρι την ωριμότατη «Κριτική», προσπαθεί ο ίδιος (και παράλληλα να ενθαρρύνει και άλλους να κάνουν το ίδιο) να δηλώσει ότι οι διανοούμενοι είναι παρόντες και καταθέτουν την άποψή τους. Δεν είναι κλεισμένος στο καβούκι του. Τα πεζά κείμενα του Αναγνωστάκη αποτελούν προεκτάσεις του ποιητικού του λόγου. Δεν είναι μια άλλη πλευρά του έργου του.

 

Άλλωστε και τα ποιήματά του από μια άποψη είναι ταυτόχρονα και πεζά. Γνωστός σκηνοθέτης είπε κάποτε: «Πολλά ποιήματα του Μανόλη είναι μικρά μονόπρακτα. Θα ήθελα κάποτε να τα ανεβάσω στο θέατρο».
Νομίζω ότι αυτό λέει πολλά. Μην ξεχνάμε ότι και η μελοποίηση μερικών ποιημάτων του από μεγάλους συνθέτες μας μπορεί να θεωρηθεί ως βήμα προς την ίδια κατεύθυνση.


Όταν άρχισα να ετοιμάζω τούτη την ομιλία, αναρωτήθηκα μήπως η αγάπη που ένιωθα πάντα για την ποίηση του Μανώλη Αναγνωστάκη με παρασύρει σε ύμνους και σε εκφράσεις απεριόριστου θαυμασμού. Όμως όσο προχωρούσα και προσπαθούσα να κρατήσω αντικειμενική στάση, έβλεπα ότι ήταν εξαιρετικά δύσκολο να βρω αδυναμίες και να ασκήσω αρνητική κριτική για ορισμένες πτυχές του έργου του. Έτσι κατέληξα στο συμπέρασμα ότι οι στίχοι του Μανώλη Αναγνωστάκη, αν και ήταν γραμμένοι από ένα διανοούμενο και απευθύνονταν σε έναν κόσμο ευαισθητοποιημένο και αγωνιζόμενο, ταυτόχρονα μιλούσαν και στον απλό και ανυποψίαστο πολίτη, γιατί περιείχαν απλές αλήθειες και διαπιστώσεις. Έτσι ο καθένας μπορούσε να ταυτιστεί με τους στίχους του και να νιώσει πως ο ποιητής τον εκπροσωπούσε.


Στο σημείο αυτό θα πρέπει να πούμε λίγα λόγια και για τα πεζά κείμενά του που ανήκουν στον δοκιμιακό χώρο. Έχουμε και εκεί μια στάση το ίδιο ευαίσθητη και «μετέχουσα» στα γεγονότα και τις εξελίξεις της εποχής. Αποτελούν και τα δοκίμια αυτά την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Η εξήγηση νομίζω
πως βρίσκεται στο γεγονός ότι το έργο του Αναγνωστάκη δεν περιέχει ούτε ίχνος πόζας ή προσποίησης. Επομένως, είτε στον έμμετρο είτε στον πεζό λόγο εκφράζει τις ίδιες απόψεις, απογοητεύσεις, πικρίες που σφράγισαν τη ζωή του. Έχει διατυπωθεί από μερικούς κριτικούς η άποψη ότι στην ουσία ο Αναγνωστάκης είναι ο εκφραστής της ήττας της Αριστεράς στον Εμφύλιο. Η ιδέα αυτή ξεκίνησε από τη σκέψη ότι κυριαρχεί σε πολλούς στίχους η επίμονη αναφορά σε όνειρα που διαψεύστηκαν, σε πράγματα που δεν έγιναν και που υπάρχουν ελάχιστες πιθανότητες να πραγματοποιηθούν στο μέλλον. Εκείνο όμως που παραγνωρίζουν όσοι υποστηρίζουν αυτή την άποψη είναι πως, αν προσέξει κανείς περισσότερο, θα δει ότι πίκρα και ρεαλιστική παραδοχή της πραγματικότητας δεν ισοδυναμούν απαραίτητα με απαισιοδοξία. Αντίθετα υπάρχουν
υπαινιγμοί πως κάποτε θα αλλάξουν τα πράγματα και πως η ζωή προχωράει. Λίγοι χαρακτηριστικοί στίχοι:

 

«Ας ξανασκεφτούμε τα ίδια πράγματα όπως όταν ξεκινήσαμε.
Γιατί όλα, ξέρεις, πως τελειώνουν και μόνο ένα δεν τελειώνει.
Γιατί κι η ίδια η ζωή, Δημήτρη, είναι κι αυτή όμορφη.»

 

Αυτοί δεν είναι στίχοι ηττημένου και υποταγμένου. Είναι στίχοι ηττημένου που δεν έχει χάσει την πίστη του και είναι έτοιμος να αναδιοργανωθεί. Ο Αναγνωστάκης είναι, κατά τη γνώμη μας, ο Αριστερός που παραδέχεται την ήττα, όμως κρατάει καλά προστατευμένες μέσα του τις ανθρωπιστικές και κοινωνικές ιδέες της εφηβείας του για να τις ανακαλεί όποτε χρειάζεται, ανάλογα με τις εκάστοτε συνθήκες. Ευλύγιστη
προσαρμοστικότητα ναι, συμβιβασμός στα ουσιώδη όχι! Ας μου επιτραπεί στο σημείο αυτό, να αποτολμήσω ένα παραλληλισμό που θα βοηθήσει να γίνουν πιο κατανοητά τα παραπάνω. Ο Γιάννης Ρίτσος είναι ένας ποιητής, λίγο προγενέστερος από τον Αναγνωστάκη, που ξεκίνησε σαν ένας τρυφερός ποιητής με έντονη κοινωνική συνείδηση. Όμως αργότερα έγραψε στίχους επικαιρικούς, συχνά εμπνευσμένους από συγκεκριμένα γεγονότα. Το αποτέλεσμα ήταν η πρώτη του παραγωγή να παραμείνει και η καλύτερη. Ο Αναγνωστάκης δεν μετακινήθηκε ποτέ από τις πρώτες αγάπες του. Έμεινε πάντα ο αγνός έφηβος που με κρητική λεβεντιά ήταν πάντα πρόθυμος να αγωνιστεί για τα ιδανικά του και κυρίως να παροτρύνει τους άλλους να κάνουν το ίδιο!
Η αναφορά μας στον Ρίτσο δεν έχει το νόημα της σύγκρισης. Δεν είναι ο ένας καλύτερος από τον άλλο. Τονίζοντας όμως τους διαφορετικούς δρόμους που ακολούθησαν, βγαίνει πιο ξεκάθαρα ο ρόλος και η προσφορά του Αναγνωστάκη. Κάποτε θα πρέπει να γραφτεί μια αναλυτική μελέτη για το σύνολο του έργου του Αναγνωστάκη. Πάντως δεν πρέπει να ξεχνούμε πως το έργο αυτό δεν είναι τεράστιο σε όγκο. Άλλο ένα στοιχείο αυτό που το διακρίνει από το αντίστοιχο του Ρίτσου. Αλλά και πέρα απ’ αυτό, η ολιγογραφία του δείχνει πως εφάρμοσε στη ζωή του την αρχή που έθεσε: να μιλάς μόνο όταν έχεις κάτι ουσιαστικό να πεις. Σε αντίθετη περίπτωση, η σιωπή είναι πιο εύγλωττη και αξιοπρεπής. Αναλυτική μελέτη δεν μπορεί να γίνει μέσα στα στενά χρονικά πλαίσια τούτης της ομιλίας. Έτσι θα περιοριστούμε εδώ σε μερικές ακόμα παρατηρήσεις που ελπίζουμε ότι θα βοηθήσουν τον μελλοντικό μελετητή. Μια τέτοια παρατήρηση είναι ότι μολονότι όλα τα ποιήματα έχουν ένα κεντρικό θέμα και επομένως είναι κατάλληλα δομημένα, εν τούτοις και μικρές ενότητες δύο ή τριών στίχων μπορούν να σταθούν αυθύπαρκτες και να περιέχουν νόημα ή μήνυμα. Αυτό σημαίνει πως δεν υπάρχουν  περιττοί στίχοι. Η λιτότητα φτάνει στο ανώτατο σημείο και κάθε λέξη διαθέτει το ειδικό βάρος της. Έτσι φτάνουμε στην έκτη, και τελευταία, διαπίστωση: πως ο στίχος του Αναγνωστάκη αποτελεί την πεμπτουσία της λιτότητας. Δεν περιέχει περιττά μπιχλιμπίδια. Ο ποιητής δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα να κοσμήσει το λόγο του. Αποδίδει πολύ περισσότερη σημασία στο απόσταγμα του νοήματος που θέλει να μεταδώσει.


Μας θυμίζει αυτή η επίμονη προσπάθεια τους Σεφερικούς στίχους:

 

«Και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ,
που φαγώθηκε από τα μαλάματα το πρόσωπό της
κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια,
γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.»

 

Ταιριάζουν γάντι αυτοί οι στίχοι του Γιώργου Σεφέρη στην περίπτωση Αναγνωστάκη. Δεν στόλισε ποτέ με μαλάματα την ποίησή του και τα λόγια του ήταν πάντα λιγοστά. Μάλιστα, με προσεκτική μελέτη ίσως ανακαλύψει κανείς μερικές ομοιότητες ανάμεσα στο Σεφέρη και τον Αναγνωστάκη. Με τη διαφορά ότι ο Σεφέρης είναι λιγότερο σαφής, τα δικά του μηνύματα είναι τυλιγμένα σε πέπλα, έστω και διάφανα. Ο Αναγνωστάκης είναι πολύ πιο ξεκάθαρος, πιο εκτεθειμένος στους βοριάδες και τις τραμουντάνες. Πολεμάει πιο λεβέντικα και γι’ αυτό πληγώνεται περισσότερο.


Ας επιχειρήσουμε τώρα να μαντέψουμε ποια θα είναι η υστεροφημία του Αναγνωστάκη. Δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία ότι για πολλές δεκαετίες η ανάμνησή του θα παραμείνει ζωντανή. Οι ενδείξεις γύρω μας τείνουν να μας πείσουν πως ο 21ος αιώνας θα είναι περίοδος μεγάλης δοκιμασίας για την ανθρωπότητα. Είναι βέβαιο ότι θα περάσουμε δύσκολες στιγμές με τοπικές αναφλέξεις σε διάφορες περιοχές της γης και με τη μάστιγα της λεγόμενης «τρομοκρατίας» να ταράζει τον ύπνο μας και την καθημερινότητά μας.
Κάτω από τέτοιες συνθήκες, η ποίηση τύπου Αναγνωστάκη αποτελεί παράγοντα παρηγοριάς και καρτερίας.
Σε ώρες δοκιμασίας μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό και Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, μας λέει ο Ελύτης. Ασφαλώς θα τους μνημονεύσουμε, αλλά μαζί με αυτούς θα μνημονεύσουμε και Μανώλη Αναγνωστάκη για να αντέχουμε και να αντιστεκόμαστε.


Τελειώνοντας επιτρέψτε μου να επαναλάβω συγκεντρωτικά τις έξι διαπιστώσεις που κάναμε και που αποτελούν για μας την ουσία της προσφοράς του Αναγνωστάκη στα Γράμματά μας. Πρώτη διαπίστωση: Ο ποιητής υπήρξε ταλέντο που από τις πρώτες κιόλας στιγμές ξεκίνησε ώριμο. Δεν διαμορφώθηκε βαθμιαία και εξελικτικά.


Δεύτερη διαπίστωση: Δεν προσχώρησε σε σχολές. Το έργο του αποτελεί μια ξεχωριστή μονάδα που δεν μιμήθηκε ούτε επιδέχεται μίμηση από άλλους.


Τρίτη διαπίστωση: με τη στάση του εξασφάλισε σχετικά νωρίς το σεβασμό όλων. Είναι δύσκολο να βρούμε άνθρωπο που να μίλησε αρνητικά για την προσωπικότητα του ποιητή. Τέταρτη διαπίστωση: Στο δεύτερο μισό της ζωής του μιλούσε λίγο. Έλυνε τη σιωπή του μόνο όταν είχε κάτι σημαντικό να πει και συνιστούσε στους άλλους να κάνουν το ίδιο. Πέμπτη διαπίστωση: Οι στίχοι του είναι πάντοτε κατανοητοί. Δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει ούτε να καλυφθεί κάτω από σουρεαλιστικές υπερβολές και φτιασιδώματα.
Έκτη διαπίστωση: Υπηρέτησε με συνέπεια τη λιτότητα. Δύσκολα βρίσκονται λέξεις περιττές στους στίχους του. Άλλωστε η συνέπεια και σε άλλους τομείς αποτελούσε καθοριστικό παράγοντα της ζωής του.

 

Αγαπητοί φίλοι, η Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών, τιμώντας τους μεγάλους των Γραμμάτων μας, θεώρησε υποχρέωσή της να οργανώσει τούτη την εκδήλωση. Είμαι βέβαιος ότι και ύστερα από χρόνια θα γίνονται εκδηλώσεις μνήμης για τον Μανώλη Αναγνωστάκη. Είμαι, όμως, εξίσου βέβαιος, ότι και τότε οι διαπιστώσεις για την προσφορά του θα παραμένουν οι ίδιες. Το έργο του δεν περιλαμβάνει πτυχές θολές ή συγκεκαλυμμένες που θα πρέπει να ξεκαθαρίσουν ή να αποκαλυφθούν.
Λάμπει αυτόφωτα σαν πολύτιμο πετράδι.

 

 

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΛΕΞΙΤΥΠΟΝ-2014

 

 


Παύλος Ναθαναήλ
Δημοσιογράφος - Συγγραφές

Μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών

 

 

1os-15-book banner

Πολιτιστικο Σωματειο «οι κορυφαιοι»