Τρέχων Καιρός
12°C
αραιές νεφώσεις
ΜεταξουργείοΠρόγνωση 3 Ημερών (Ωριαία)
-
Σάβ 09:0012°Cαραιές νεφώσεις -
Σάβ 12:0013°Cαραιές νεφώσεις -
Σάβ 15:0013°Cαραιές νεφώσεις -
Σάβ 18:0012°Cσποραδικές νεφώσεις -
Σάβ 21:0013°Cαυξημένες νεφώσεις -
Κυρ 00:0012°Cαυξημένες νεφώσεις -
Κυρ 03:0011°Cαυξημένες νεφώσεις -
Κυρ 06:0011°Cαυξημένες νεφώσεις -
Κυρ 09:0015°Cαυξημένες νεφώσεις -
Κυρ 12:0016°Cαυξημένες νεφώσεις -
Κυρ 15:0015°Cαυξημένες νεφώσεις -
Κυρ 18:0013°Cαραιές νεφώσεις -
Κυρ 21:0013°Cασθενείς βροχοπτώσεις -
Δευ 00:0013°Cασθενείς βροχοπτώσεις -
Δευ 03:0013°Cασθενείς βροχοπτώσεις -
Δευ 06:0014°Cασθενείς βροχοπτώσεις -
Δευ 09:0013°Cασθενείς βροχοπτώσεις -
Δευ 12:0014°Cασθενείς βροχοπτώσεις -
Δευ 15:0013°Cαυξημένες νεφώσεις -
Δευ 18:0012°Cαραιές νεφώσεις -
Δευ 21:0012°Cασθενείς βροχοπτώσεις -
Τρί 00:0010°Cασθενείς βροχοπτώσεις -
Τρί 03:0010°Cβροχοπτώσεις μέτριας έντασης -
Τρί 06:0010°Cασθενείς βροχοπτώσεις
"O ΙΔΡΩΤΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΨΩΜΙ" ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΤΑΣΟΥ ΖΟΜΠΟΛΑ
Μια φορά κι έναν καιρό... ήταν ένας ποιητής. Ή καλύτερα, ένας νέος που νόμιζε ότι ήταν ποιητής, αφού τόσοι και τόσοι γύρω του, για να πουλήσουν φτηνά κοπλιμέντα τον φώναζαν έτσι.
Κι αυτός ο ποιητής, ήταν ένας πονεμένος άνθρωπος, γιατί και οι ποιητές είναι άνθρωποι, είναι πρώτα άνθρωποι. Και σαν άνθρωποι με λεπτότερο αισθητήριο, νιώθουνε πιο ειλικρινά το ψυχικό τράνταγμα από την ασυνέπεια που επικρατεί στον κόσμο μας. Ας είναι.
Αυτός λοιπόν ο ποιητής ήταν χλωμός και συνεπαρμένος, όπως οι ποιητές του παλιού καιρού. Έγραψε στίχους και σονέτα, που τα διάβαζε στους φίλους του κι εκείνοι τον χειροκροτούσαν χωρίς αντίρρηση. Λέγανε ότι τους άρεσαν οι λυρισμοί και τα τέτοια. Κι όσο που τ’ άκουγε ο ποιητής μας, τόσο και νόμιζε πως είναι καμωμένος για ποιητής. Κι όλο και προσπαθούσε να γράφει στίχους καλύτερους. Το νόημα της ποίησης, στρυφνό και καμιά φορά ολότελα ακαταλαβίστικο, έπαιρνε μέσα του μορφές παράξενες κι έβγαινε από την ψυχή του κι απ’ την πένα του, σαν ρομαντική ανατριχίλα, με ήρωες και ηρωίδες πρίγκιπες και πριγκιπέσες.
Μέχρι που μπροστά στο δρόμο του πέρασε μια γυναίκα. Μια κοπελίτσα που χαμογελούσε όμορφα, βάδιζε όμορφα, μιλούσε όμορφα. Για έναν ποιητή, στη γυναίκα είναι όλα όμορφα. Την πρώτη μέρα πέρασε και ξανάφυγε. Δεν έδωσε σημασία στη ρομαντική, κατσουφιασμένη μορφή του ποιητάκου. Κάποτε όμως η κοπέλα σταμάτησε.
«Γιατί με κοιτάτε έτσι;» ρώτησε.
«Μου εμπνέετε στίχους...» απάντησε ταραγμένα ο ποιητής.
«Μπα! Είσθε ποιητής; Πολύ ωραίο πράγμα να γνωρίσω έναν ποιητή. Και δεν μου λέτε, πώς γράφετε τους στίχους σας;»
«Δηλαδή ... δηλαδή... να ...» κόμπιασε ο ποιητής. «Βλέπω κάτι ωραίο, με συγκινεί, με εμπνέει... Παίρνω την πένα μου κι αρχίζω να γράφω στίχους...»
Το κορίτσι χαμογέλασε.
«Ώστε έτσι λοιπόν...» είπε μηχανικά.
«Ναι, δεσποινίς...» απάντησε ο ποιητής. «Εσάς παραδείγματος χάρη. Περάσατε, περάσατε πολλές φορές... Σταυρωθήκανε τα βλέμματά μας. Δεν μου είπατε τίποτα κι όμως εγώ σας έγραψα στίχους...»
«Μου γράψατε στίχους; Πολύ ενδιαφέρον. Θα μπορούσα μήπως να τους ακούσω;».
«Γιατί όχι δεσποινίς, είναι για σας...» . Κι άρχισε ο ποιητής να απαγγέλει τους στίχους του, τρεμουλιαστά και με συγκίνηση.
«Πάρα πολύ ωραίοι στίχοι» είπε η κοπέλα. Είναι η πρώτη φορά που μου αρέσουν οι στίχοι. Ξέρετε, μ’ αυτά τα πράματα δεν έχω δοσοληψίες. Μα ωστόσο σήμερα καταλαβαίνω ότι πρέπει να μου αρέσουν τα ποιήματα, για να διαβάζω τους στίχους σας...»
Ο νεαρός ποιητής έμεινε συγκινημένος.
«Θα διαβάζετε τους στίχους μου; Και μάλιστα αυτούς που γράφω για εσάς;» είπε δειλά.
«Ναι, θα τους περιμένω πάντα με ευχαρίστηση. Να είστε βέβαιος. Και κάτι άλλο, θα ‘θελα να μου τους γράφετε για να μένουν στα χέρια μου».
«Χαρά μου δεσποινίς... και να σας πω... σταθείτε να σκεφτώ..., α, ναι θα γράψω για σας μια τραγωδία, μια μεγάλη ποιητική συμφωνία, ένα ολόκληρο βιβλίο με τραγούδια μόνο για εσάς. Θέλετε;»
Ο ποιητής ένιωθε ευτυχισμένος. Κάθε μέρα, τώρα, συναντούσε αυτό το γλυκό προσωπάκι, που του έδινε τις υπέροχες εμπνεύσεις, καθόταν κι αράδιαζε στίχους, για να υμνήσει το κάθε τι, την ομορφιά της γυναίκας. Η κοπέλα άκουγε με μια παθητική ηδονή, τους στίχους του νέου ποιητή, που χτυπούσαν μέσα στην ψυχή της σαν νότες μιας υπερκόσμιας μουσικής. Κι όλο χαριτωμένα απαντούσε στον ποιητή: «Ω, πόσο μ’ αρέσουν οι στίχοι σας... γράψτε κι άλλους για μένα, για μένα, για μένα...».
Τα τετράδιά του γεμίσανε στίχους. Υπερπληθώρα από συναίσθημα, κρυμμένο κι ανεκδήλωτο, έβγαινε τώρα σαν σπονδή στο χρυσωμένο ήλιο του προσώπου μιας γυναίκας! Μιας γυναίκας που όλα της ήταν ωραία για τον ποιητή. Έγραψε για τα μαλλιά της, για τα μάτια της, για το χαμόγελό της, την περπατησιά της, τη φωνή της...
Ώσπου μια μέρα ο ποιητής σταμάτησε να γράφει στίχους. Τα είχε υμνήσει όλα όσα κάνουν τη γυναικεία ομορφιά. Και όμως, η πραγματική γυναίκα τού ήταν ακόμη άγνωστη. Πήγε και κάθισε κοντά της.
«Λοιπόν;» ρώτησε η γυναίκα περιμένοντας τους καινούργιους στίχους του.
«Έγραψα κάτι καινούργιο...».
«Ασφαλώς για μένα...» πρόφτασε να πει.
«Όχι αυτή τη φορά, καλή μου» απάντησε ο ποιητής. Αυτή τη φορά το ποίημά μου έχει τίτλο «Ο ιδρώτας και το ψωμί»...
«Χα, χα ...Ο ιδρώτας και το ψωμί! Αυτό δεν είναι ποίημα. Είναι πείνα... και δεν θα ‘θελα να τ’ ακούσω!» είπε η κοπέλα.
«Θ’ ακούσετε όμως κάτι άλλο, πιο σπουδαίο» είπε ταραγμένος ο νεαρός ποιητής. «Δηλαδή σαν τι;».
«Σ΄αγαπώ με όλη μου την καρδιά! Αυτό είναι όλο!».
«Μ’ αγαπάτε; Πολύ καλή ιδέα για ένα ποίημα. Μα στην πραγματικότητα φαίνεται πάρα πολύ αστείο!...».
«Πολύ αστείο; Άκουσα καλά;».
«Ναι, ποιητή μου. Δεν ξέρω πολύ ή λίγο, αλλά πάντως αστείο».
«Φτωχή γυναίκα!» είπε με πόνο. «Το βρίσκετε αστείο, ξέρω γιατί. Είναι ίσως περιφρονητικό να επιτρέπετε την αγάπη ενός φτωχού ποιητάκου. Καταλαβαίνω. Σας ενδιαφέρει μόνο ο μοντερνισμός, να έχετε έναν ποιητή μόνο δικό σας. Αυτό είναι όλο. Όμως, όχι, κοπέλα μου. Μια γυναίκα μπορεί να ανήκει σε έναν ποιητή. Ένας ποιητής σε μια γυναίκα ποτέ! Ό,τι σας χάρισα, σας ανήκει. Ο ιδρώτας και το ψωμί όμως, ανήκει σε μένα κι είναι το καλύτερό μου ποίημα!».
Κοίταξε για λίγο ακόμη την ξαφνιασμένη μορφή τής τότε μικρής θεάς του, σηκώθηκε και είπε ξερά:
«Σας ευχαριστώ!»
Τάσος Ζόμπολας
Δικηγόρος-Συγγραφέας
Από το πολιτιστικό περιοδικό λόγου και τέχνης «Δευκαλίων ο Θεσσαλός» (2013)
