Τρέχων Καιρός
22°C
σποραδικές νεφώσεις
ΜεταξουργείοΠρόγνωση 3 Ημερών (Ωριαία)
-
Πέμ 18:0022°Cσποραδικές νεφώσεις -
Πέμ 21:0021°Cελαφρές νεφώσεις -
Παρ 00:0019°Cαίθριος καιρός -
Παρ 03:0018°Cασθενείς βροχοπτώσεις -
Παρ 06:0022°Cασθενείς βροχοπτώσεις -
Παρ 09:0023°Cασθενείς βροχοπτώσεις -
Παρ 12:0022°Cασθενείς βροχοπτώσεις -
Παρ 15:0022°Cασθενείς βροχοπτώσεις -
Παρ 18:0020°Cαραιές νεφώσεις -
Παρ 21:0019°Cασθενείς βροχοπτώσεις -
Σάβ 00:0018°Cαυξημένες νεφώσεις -
Σάβ 03:0017°Cαυξημένες νεφώσεις -
Σάβ 06:0019°Cασθενείς βροχοπτώσεις -
Σάβ 09:0021°Cασθενείς βροχοπτώσεις -
Σάβ 12:0024°Cασθενείς βροχοπτώσεις -
Σάβ 15:0023°Cασθενείς βροχοπτώσεις -
Σάβ 18:0020°Cσποραδικές νεφώσεις -
Σάβ 21:0018°Cελαφρές νεφώσεις -
Κυρ 00:0018°Cαραιές νεφώσεις -
Κυρ 03:0018°Cαραιές νεφώσεις -
Κυρ 06:0021°Cαραιές νεφώσεις -
Κυρ 09:0025°Cελαφρές νεφώσεις -
Κυρ 12:0026°Cσποραδικές νεφώσεις -
Κυρ 15:0025°Cαραιές νεφώσεις
Ο θρύλος του κουρσεμένου ραγιά - Διήγημα του Τίτου Κοκκινέα
Φύσαγε λυσσασμένη τραμουντάνα. Ξημέρωνε! Η θάλασσα βούιζε καθώς σπούσε τα κύματα της στα βράχια τ' Αγριλιού, στο μόλο και σ' όλη τη παραλία, από Κυπαρισσία, Φιλιατρά μέχρι τη Μάραθο!
Ξύπνησα, ντύθηκα, φίλησα τη γυναίκα μου κι έφυγα για τα... πρόβατα! Ήταν Αύγουστος μήνας. Έπρεπε να τα βοσκήσω νωρίς. Τώρα, πριν βγει ο ήλιος απ' το βουνό της Ιθώμης και μετά, μέχρι τις 9-10 το πρωί, τότε έτρωγαν το ξερό τους χορτάρι στο λιβάδι. Έπειτα “στάλιζαν” απ' τη ζέστη διψασμένα. Μαζεύονταν όλα μαζί κολλητά κι ούτε κουνιόντουσαν καν. Ούτε “αναχάραζαν”, ούτε “αναμασούσαν” απ' τη ζέστη. Τότε έπρεπε να τα οδηγήσω στα “διπόταμα”, για να τα ποτίσω. Και να τα μαζέψω και πάλι στη στάνη τους. Σήμερα άργησα λίγο. Ήμουνα νιόπαντρος στους τρεις μήνες μετά το γάμο! Γι' αυτό. Οδηγώντας τα πρόβατα στη βοσκή, θυμήθηκα τη παροιμία τους: “Αργά τα βγάζουμε, νωρίς τα μπάζουμε, τι έχουν τα έρμα και ψοφάν;”
Χαμογέλασα μόνος μου. Ούτε τόσο αργά τα ‘βγαλα, ούτε νωρίς θα τα μαζέψω. Έτσι θα βοσκήσουν αρκετά τα “μανάρια μου”, τα προβατάκια μου και δε θα ψοφήσουνε από τη πείνα. Θα φάνε αρκετά μέχρι τότε!
Το χαμόγελό μου εκείνο όμως μου βγήκε πάρα πολύ ξινό! Η τραμουντάνα είχε κοπάσει αρκετά. Μόλις ο ήλιος έβγαινε απ' το βουνό, ξαφνικά άκουσα μεγάλη αντάρα απ' τον Αγρίλη. Φωνές, παιδικά τσιριχτά, γυναικεία ουρλιαχτά, κλάματα δυνατά, χαλασμός και οδυρμός Κυρίου!
Αμέσως παράτησα τα πρόβατα μόνα τους κι έτρεξα κατά τον Αγρίλη. Μέχρι να φτάσω εκεί όμως ήτανε αργά! Το κακό είχε γίνει. Όλα έγιναν μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας. Κουρσάροι απ' τη Μπαρμπαριά και το Τούνεζι χτύπησαν αιφνιδιαστικά τον Αγρίλη!! Τον κούρσεψαν κι εξαφανίστηκαν! Φύγανε τρεχάτοι κατά τη «Μπούκα» μου είπαν, αναγκάζοντας να τρέχουν μαζί τους τα κορίτσια κι οι γυναίκες μας. Τις τραβούσαν απ' τα μαλλιά, απ' τα ρούχα τους, τις ‘κόβαν στον ώμο, τις παίρνανε σηκωτές! Εκεί, στη Μπούκα, αθέατοι είχανε αράξει αχάραγο το πειρατικό τους πλοίο. Στόχος τους ήτανε ο Αγρίλης. Άρπαξαν το κορίτσια και τις γυναίκες μας και φύγανε αστραπιαία όπως ήρθανε!
Έτρεξα στο σπιτικό μου. Είχαν αρπάξει τη γυναίκα μου τη Λενιώ!!!
Έπεσα κάτω σα να με χτύπησε κεραυνός! Δεν μπορούσα να κουνηθώ, να σαλέψω! Πνιγόμουν. Βουβάθηκα. Σα να ‘μουν αναίσθητος. Πεθαμένος. Εκεί με βρήκανε, σε αυτήν την κατάσταση, συγγενής και φίλοι. Μου' δωσαν νερό να πιω με το στανιό. Να συνέλθω. Μα που εγώ. Παράτησα και τα πρόβατα, τα παράτησα όλα. Ούτε να φάω δε μπορούσα, ούτε να πιώ. Οι μέρες που κύλησαν ήταν εφιάλτης για μένα. Δε το πίστευα! Χτυπούσα το κεφάλι μου στον τοίχο για να το πιστέψω. Ότι δεν ήταν όνειρο αλλά πραγματικά όλα αυτά. Μετά άρχισα να κλαίω απαρηγόρητα! Είχα παντρευτεί την ομορφότερη κοπέλα του τόπου. Και μου την άρπαξαν οι πειρατές! Τόσα όνειρα που κάναμε μαζί χαμένα! Η Λενιώ η γυναίκα μου, θα ‘ταν δε θα ‘ταν 17 χρονών. Την άρπαξαν με βία, στα ξαφνικά. Δεν χωρούσε το μυαλό μου τι θα της κάνουν, πως θα της φερθούν, που θα τη πάνε. Τι μαρτύρια θα τραβήξει και που θα καταλήξει. Την αγαπούσα από μικρό παιδί. Από πιτσιρίκι. Δεν είχα πια όρεξη για τίποτα. Η ζωή μου είχε τελειώσει! Πούλησα τα πρόβατα, τα πούλησα όλα και γυρνούσα σα τρελός εδώ κι εκεί. Με λυπόντουσαν όλοι, Αγριλιώτες, Μερολιθιώτες, Φιλιατρινοί. Μου δίναν ένα πιάτο φαΐ για να ζήσω. Μα τι να μου κάνουν; Δεν μπορούσαν να μου ξαναφέρουν πίσω τη Λενιώ μου. Έπειτα ξαφνικά έπαθα αμνησία! Δεν θυμόμουνα τίποτα! Ποιος ήμουνα, τι ήμουνα! Που θα πάω! Τι θα γίνω! Γύρναγα σα χαμένο σκυλί εδώ κι εκεί! Χωρίς μνήμη. Χωρίς παρελθόν. Χωρίς παρόν. Χωρίς μέλλον. Μόνο ένα χειρότερο γεγονός από κείνο που μου' τυχε, θα μπορούσε να με συνεφέρει πιά.
**********
Στο Τούνεζι και στη Μπαρμπαριά, άρχισα σιγά-σιγά να τα θυμάμαι όλα! Μετά δυόμισι χρόνια. Μα ο νούς μου είχε ένα κενό. Ίσως για να με προστατέψει και πάλι από τη τρέλα! Δεν θυμόμουνα πως μ' άρπαξαν και μένα απ' τον Αγρίλη οι πειρατές τούτοι! Μαζί μ' άλλους νέους, φίλους και συγγενής. Αυτοί μου τα διηγήθηκαν όλα. Ήτανε λέει οι ίδιοι οι κουρσάροι που σκλάβωσαν και τη γυναίκα μου τη Λενιώ μαζί με τις άλλες κοπέλες και τις γυναίκες μας. Γνώρισαν το καράβι τους και τους ίδιους. Στο πειρατικό το πλοίο, μας έβαλαν να τραβάμε με το ζόρι κουπί, αλυσοδεμένοι όπως ήμαστε. Όποιος δε τραβούσε με δύναμη και με ρυθμό, τον χτυπούσαν αλύπητα με μαστίγια και ραβδιά από «μπαμπού». Εγώ, λέει, έφαγα τις περισσότερες! Της χρονιάς μου. Μέχρι να καταλάβω που βρίσκομαι, τι έγινε, τι γίνεται, τι πρέπει να κάνω! Στο τέλος θέλοντας και μη τα κατάλαβα όλα αυτά! Τότε ξεκίνησα να τραβώ το δυνατότερο κουπί απ' όλους κι άρχισα να συνέρχομαι σιγά-σιγά. Μα η πλάτη μου, τα χέρια μου, τα πόδια μου, όλα, ήτανε μια πληγή ανοιχτή απ' τα χτυπήματα τούτα. Στο Τούνεζι μου βάλανε γιατροσόφια κείνα τα κτήνη οι πειρατές, παραδίνοντάς με σε γιατρούς τους για να γιάνω. Είχανε κ 'Ιταλούς και Σπανιόλους γιατρούς. Σκλάβους, αρπαγμένους απ' τα παράλια της πατρίδας τους σαν και μένα. Εδώ μας ταΐζανε κάπως καλά. Όχι σαν το πλοίο που τρώγαμε ξερό το μουχλιασμένο ψωμί τους, μουσκεμένο στη θάλασσα για να μασιέται. Θέλανε εδώ να συνέλθουμε λίγο απ' την ταλαιπωρία της αρπαγής και του μαρτυρικού ταξιδιού μας για να πιάσουμε καλή τιμή στο σκλαβοπάζαρο που θα μας πουλούσαν.
**********
Στη Μπαρμπαριά, γίνεται το μεγαλύτερο σκλαβοπάζαρο της Μεσογείου! Εκεί μας πήγαν να μας μοσχοπουλήσουν! Εδώ μας ξεγύμνωσαν με το ζόρι. Άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Οι νέες γυναίκες και τα κορίτσια ορθόστηθα, μ' όλες τους τις καμπύλες μες την καυτερή σκιά που χάριζε η ολόλαμπρη φωτιά του ήλιου της Αφρικής. Τα παιδιά ολοτσίτσιδα. Οι άνδρες να δείχνουν τους μύς τους και τα ποντίκια τους για να φαίνεται οτι κάνουνε για βαριές δουλειές. Μόνο τις μανάδες με τα μικρά τους παιδιά, δε ξέρω γιατί, τ' άφησαν ντυμένα! Ίσως γιατί περίμεναν να τα πουλήσουνε σε πλούσιους άτεκνους για να αποκτήσουν έτσι κι αυτοί δικά τους παιδιά! Ήμαστε τ' ανθρώπινα ζώα τους για πούλημα κι εκμετάλλευση, μέχρι το θάνατό μας! Όμως τα πραγματικά ζώα και τα κτήνη, δεν ήμαστε εμείς, αλλά αυτοί που μας άρπαξαν και μας πουλούσαν, σαν πράγματα, σαν ζωντανά! Όποιος μας αγόραζε είχε δικαίωμα πάνω μας ζωής και θανάτου. Έπρεπε να τον ευχαριστήσουμε κατά τις ορέξεις του, όπως αυτός γούσταρε, για να μην μας κακομεταχειρίζεται. Νά μην μας χτυπά και να μας βασανίζει. Για να μας δίνει μιά μπουκιά ψωμί, γιά να ζούμε και να τον υπηρετούμε, να του δουλεύουμε σαν τα χτήνη! Όποτε ήθελε μας σκότωνε γιατί ήμαστε χτήμα του. Μας βασάνιζε πολύ η λίγο η μας πουλούσε, χωρίς να δώσει λογαριασμό σε κανένα. Εδώ ήτανε σκλάβες και σκλάβοι, αρπαγμένοι από τους πειρατές απ'όλη τη Μεσόγειο, απ’ όλη τη γη! Κ’ όχι μόνο αυτοί. Κ’ άλλοι που μεταπουλιούνταν. Αυτούς έπρεπε να δικαιολογήσει γιατί τους ξαναπουλά ο κύριός τους, στον ενδιαφερόμενο αγοραστή τους! Δεν του κάνει τα κέφια; Από οικονομική ανάγκη πουλιέται η είναι τεμπέλης η άρρωστος η στριμμένος; Ανάλογη ήτανε σύμφωνα μ' αυτά, κ' η τιμή του καθενός. Άλλοι πουλιόντουσαν δούλοι γιατί δεν είχανε να πληρώσουνε τον κεφαλικό φόρο τους το «χαράτσι». 'Άλλοι - όχι Έλληνες όμως - πουλούσανε τις κόρες τους, τις γυναίκες τους, τούς γιούς και τ' αδέρφια τους, από ανάγκη! Γιατί δεν είχανε τα χρήματα γιά να ζήσουνε. Γιατί θέλανε ν’ ανοίξουνε γι’ αυτό ένα μαγαζί, μιά επιχείρηση, ν'αγοράσουνε μιά βάρκα, ένα καΐκι γιά ψάρεμα και γιά εμπόριο κ.λ.π. -Άλλοι ήτανε εδώ για να πουληθούνε επειδή νικηθήκανε στή μάχη, τους σκλάβωσαν και τους πουλούσαν, αυτούς και τις οικογένειές τους, για να μην τους σκοτώσουν! Στο σκλαβοπάζαρο τούτο γινότανε πανζουρλισμός! Άκουγες φωνές, σ’όλες τις γλώσσες και τις διαλέκτους! Ελληνικά, τούρκικα, αράπικα, εβραϊκά, ιταλικά, σπανιόλικα, γαλλικά, γερμανικά, εγγλέζικα κ.λ.π.!
Πειρατές και κουρσάροι απ’ όλη τη γή, ερχόντανε εδώ να πουλήσουνε και ν’ αγοράσουνε ανθρώπους! Οι δραγουμάνοι, γιά λίγα γρόσια, μετάφραζαν σ’ όλες τις γλώσσες της οικουμένης, όπως-όπως, γιά να γίνεται αλισβερίσι! Εμπόριο ψυχών, λευκής, μαύρης, ακόμα και κίτρινης ανθρώπινης σάρκας! Οι χριστιανοί-καθολικοί σκλάβοι είναι οι πιό τυχεροί! Ο Πάπας έχει δώσει εντολή στις εκκλησίες τους να γίνονται έρανοι! Με τα λεφτά που μαζεύονται, έρχονται άγριοι ιεραπόστολοι και καλόγεροι εδώ. Αγοράζουν συντοπίτες τους και τους απελευθερώνουν, πηγαίνοντάς τους στις οικογένειές τους πάλι! Φυσικά απελευθερώνουν πρώτα τα σημαντικά πρόσωπα της περιοχής τους. Το ίδιο κάνει κι ο δικός μας Πατριάρχης. Μα οι “ραγιάδες” Έλληνες δεν έχουνε λεφτά, σκλαβωμένοι στους Τούρκους όπως είναι! Παρόλα αυτά, που και που, απελευθερώνεται έτσι και κάποιος σημαντικός Έλληνας!
Για να μην τα πολυλογούμε, με τα πολλά, μ’ αγόρασε ένας επιστάτης πλούσιου Τούρκου Αγά!
Εμένα και τέσσερες {4} άλλους που διάλεξε. Είχε την εξυπνάδα να μας αγοράσει όλους Έλληνες και μάλιστα συντοπίτες. Απ’ τον Αγρίλη, το Μερολίθι, την Μάραθο και τα Φιλιατρά!
Είμαστε κ’ οι πέντε {5}, λίγο-πολύ γνωστοί κι από «...ελεύθεροι...ραγιάδες πολίτες!». Αυτό το ‘κανε, όπως μας εξήγησε, με τα λίγα Ελληνικά πού ‘ξερε, για να ‘χουμε στη δουλειά μας αγάπη και σύμπνοια μεταξύ μας. Να μην τσακωνόμαστε. Να έχουμε συνεννόηση στη δουλειά πάνω.
Πως θα το φτιάξουμε, πως θα το κάνουμε το κάθε τι, που θα μας διέταζαν για να το κάνουμε, με τον καλλίτερο τρόπο. Έτσι και τ’ αφεντικό μας θα ήτανε ευχαριστημένο μα και ‘μεις οι ίδιοι!
Δεν θα επικρατούσε δηλαδή η ασυνεννοησία του...πύργου της Βαβέλ!
Αλυσοδεμένοι ο ένας με τον άλλον, όπως είμαστε, για να μην το σκάσουμε και που να πάμε στον αφιλόξενο ξένο κι έρημο τούτο τόπο; Μας στοίβαξε στ’ αμπάρι που ‘χε το καΐκι του πλούσιου Αγά, νέου αφέντη μας! Στο έμπα και στο έβγα τ’ αμπαριού, μας ...μαστίγωνε αναίτια!
Ήθελε να μας σπάσει έτσι το ηθικό και να γίνουμε καλοί και υπάκουοι δούλοι! Μας φερνότανε σαν να ήμαστε τα σκυλιά του! Μερόνυχτα ταξιδεύαμε! Που και πού πιάναμε κάποιο λιμάνι, για να προμηθευτούμε νερό κι άλλα αναγκαία. Αυτά βέβαια τα κουβαλούσαμε, εμείς απ’ την στεριά στο καΐκι, με βρισιές, ξυλιές, μαστιγώματα, σπρωξιές, κοροϊδίες, απ’ το τετραμελές πλήρωμα και πρώτον απ’ όλους τον επιστάτη μας. Αυτός παρακινούσε και τους άλλους να μας μεταχειρίζονται έτσι, για να '”σιλαρώσουμε” και να “στρώσουμε”, έλεγε!
Κάποτε φτάσαμε στο τέλος! Ήτανε ένα ιδιωτικό λιμανάκι, του μεγάλου αφέντη μας του Αγά!
Ξεφορτώσαμε το καΐκι, απ’ το εμπόρευμά του και τα κουβαλήσαμε όλα στις αποθήκες του σαραγιού του. Τώρα, χωρίς πολύ κακομεταχείριση, είν' αλήθεια!
Το σαράι του Αγά μας, ήτανε σωστό παλατάκι! Χτισμένο πάνω σ’ ένα λοφάκο του λιμανιού του. Δίπλα στα συντρίμμια ενός αρχαίου Ελληνικού Ναού. Μάλιστα κίονες, μάρμαρα, αγάλματα κι άλλα αρχαία υλικά, τα ‘χε χρησιμοποιήσει ο Αγάς στο κήπο του και στο σαράι του για να τ’ ομορφύνει! Ο κήπος του ήτανε απέραντος κι’ ωραίος. Αλλά ήθελε δουλειά πολύ. Γι’ αυτό εκεί μας τοποθέτησαν στην αρχή. Σαν γεωργοί -ραγιάδες πού είμαστε στη τουρκοκρατούμενη πατρίδα μας, την Τριφυλία, ξέραμε την τέχνη!
Ο ατέλειωτος κήπος αυτός, είχε τρεχούμενα νερά, αγάλματα, χαβούζες, σιντριβάνια, φερμένα απ’ τη Γαλλία! Παπαγάλους και παραδεισένια πουλιά! Εκεί μοχθούσαμε ολημερίς! Απ’ την Ανατολή του ήλιου μέχρι τη δύση. Σκάβαμε, σβαρνίζαμε, φυτεύαμε, κλαδεύαμε, βοτανίζαμε, ποτίζαμε. Η ζωή μας εδώ έγινε ποιο ανθρώπινη. Το φαΐ μας καλυτέρεψε. Η φρούρησή μας σχεδόν σταμάτησε. Κοιμόμαστε και δουλεύαμε χωρίς αλυσίδες. Γιατί δεν μπορούσαμε φυσικά να δουλεύουμε αλυσοδεμένοι. Μας παραχώρησαν μάλιστα κι ένα παλιό περίπτερο του κήπου, μεγάλο, που μας χωρούσε άνετα όλους μέσα, για την βολή μας και τον ύπνο μας, το βράδυ. Τον Τούρκο Αγά δεν τον βλέπαμε, σχεδόν καθόλου. Με την άμαξά του ή με τ’ άλογό του, ερχότανε, κι έφευγε από ένα δρόμο μακριά από μας. Φαΐ παίρναμε απ’ το μαγέρικο που ήτανε για τους σκλάβους, μια φορά την ημέρα.
Ένας από μας τους πέντε, πήγαινε εκεί, και έπαιρνε μια φορά την ημέρα, την τροφή μας αυτή.
Την τέταρτη μέρα ήρθε η σειρά μου να φέρω την τροφή, για τους πέντε μας. Την ώρα που μου ‘βαλε μια γριά-σκλάβα την φασουλάδα μας σ’ ένα πήλινο τσουκάλι, με τρόπο μου δίνει κι ένα διπλωμένο χαρτάκι στη χούφτα μου μέσα, ψιθυρίζοντάς μου ελληνικά μες τ’ αυτί. Έτσι που να μην πάρει χαμπάρι κανένας:
- Προσοχή! Κρύφτω και διάβαστω, κρυφά, μόνος σου!
Σαν ξεμοναχιάστηκα, ξεδυπλώνω το σημείωμα τούτο, και έμεινα κεραυνόπληχτος! Έγραφε: «Είμαι η Λενιώ σου. Μ’ αγόρασε ο Αγάς, και μ’ έχει για πρώτη γυναίκα του! Σύντομα σαν φύγει, ένα ταξίδι, θα τ’ αρπάξω όσα λεφτά μπορέσω! Θα πάρω και τα χρυσαφικά που μου χάρισε, και θα κοιτάξω να το σκάσομε μαζί από ‘δω. Σε είδα πίσω από το καφασωτό πανεθύρι του χαρεμιού μου, και τα ‘χασα. Πες το αυτό και στους άλλους τους πατριώτες. Να είναι έτοιμοι! Θα βοηθήσουν κι αυτοί. Όλοι μας μαζί λέω να φύγουμε. Θα πάρουμε μαζί μας και την γριά μαγείρισσα! Είναι κι αυτή Ελληνίδα από την Καλαμάτα. Σε φιλώ Δική σου για πάντα. Λενιώ» .
Δεν πίστευα στα μάτια μου! Σωριάστηκα κάτω. Κάθησα και συλλογίστηκα. Ξαναχτύπησα το κεφάλι μου στο τοίχο, να δω ότι δεν ονειρεύομαι! Οι άλλοι με είχανε χάσει. Με ψάχνανε από ‘δω, με ψάχνανε από ‘κει.
Στο τέλος με βρήκαν κρυμμένο, μαζί με την φασουλάδα, μέσα σ’ ένα μεγάλο λάκο πούχαμε σκάψει για να φτιάξουμε μια νέα χαβούζα.
Εγώ ήμουνα ονειροπαρμένος, σαν αναίσθητος. Είχε κοπεί η μιλιά μου, Δεν μπορούσα να σειστώ, να σηκωθώ. Να καθίσω!
- Έλα Νικόλα, τι έπαθες;
- Που είναι το φαγητό μας;
- Τι κάνεις εδώ μέσα;
- Γιατί χάθηκες;
Εγώ εμβρόντητος τους έδειξα το σημείωμα. Ο Κανέλλος που ‘χε κάνει αναγνώστης και πήγαινε για παπάς, ήξερε τα περισσότερα γράμματα. Αυτός το πήρε και το διάβασε ψιθυριστά και στους άλλους.
Κεραυνοβολήθηκαν τότε κι αυτοί! Κατέρρευσαν και ‘κείνοι, κάθισαν με μιας κάτω! Το διάβασαν και το ξαναδιάβασαν, ένας ένας μ’ όσα γράμματα τους είχε μάθει ο παπάς μας. Δεν πίστευαν! Πρώτος συνήλθα εγώ, γιατί πρώτον εμένα με χτύπησε η αστραπή εκείνη! Τους άρπαξα το σημείωμα κείνο το ‘βαλα στο στόμα μου, το μάσησα και το... κατάπια. Κανείς μας δεν είχε όρεξη να φάει αμέσως παρ’ όλη την πείνα μας. Φάγαμε ώρες μετά. Κρατήσαμε πεντασφράγιστο το μυστικό μας!
Η Λενιώ από κείνη την ημέρα με την Καλαματιανή γριά- μαγείρισσα, κάθε μέρα, επικοινωνούσε μαζί μας, γράφοντας σημειωματάκια, που τάπαιρνε μαζί με το φαγητό μας ο αποσταλμένος μας. Και τα εξαφανίζαμε μετά. Έτσι μέσα στο πρώτο φεγγάρι που είμαστε κει, όλα ήτανε έτοιμα! Ο Αγάς έφυγε ταξίδι για δουλειές του στη Σμύρνη. Πήρε μαζί του και την καβαλαρία του, 15-20 ακολούθους του. Θα ‘λείπαν για μέρες!
Η Λενιώ με την Ελληνίδα μαγείρισσά μας, τα κατάστρωσαν όλα. Γιόμισαν ένα απ’ τα καϊκια του Αγά, το καλύτερο, με τρόφιμα, μακράς διάρκειας. Γιατί διέδωσαν ότι τάχα θα πήγαινε ο Αγάς μόλις ερχότανε, μια βόλτα στ’ απέναντι νησιά του Αιγαίου. Με πρώτο σταθμό την Ικαρία!
Την μέρα της απόδρασης, φρόντισε κι έριξε στα σερμπέτια της φρουράς κι όλων των Τούρκων γύρω μας καλό υπνωτικό, κι αφιόνι!
Έτσι μετά τα μεσάνυκτα ενώ όλοι κοιμούνταν μακάριοι κι ονειρεύονταν ουρί του παραδείσου, οι άντρες και βουνά με πιλάφια με μέλι στον παράδεισο, οι γυναίκες, εμείς το σκάσαμε! Πρώτα ανταμώσαμε με την Λενιώ! Ήτανε ακόμη πιο όμορφη απ’ ότι την ήξερα, όπως την είδα στο φεγγαρόφωτο, σαν νεράιδα και η καρδιά μου χτύπησε χίλιους χτύπους!!
Τρόμαξαν οι σύντροφοί μου και η γριά- μαγείρισσα να μας χωρίσουν, όπως κολλήσαμε σε μιά αγκαλιά, και γίναμε ένα!
Κατεβήκαμε στο ιδιωτικό λιμανάκι του αγά. Μπήκαμε στο εξοπλισμένο καΐκι. Σηκώσαμε άγκυρα. Ανοίξαμε πανιά με ούριο τον άνεμο και φύγαμε βιαστικά! Όλοι μας λίγο – πολύ ξέραμε την ναυτική τέχνη του καϊκιού γιατί είχαμε δουλέψει από παιδιά στα ψαράδικα τ’ Αγριλιού μας. Απ’ τόνα νησί, στ’ άλλο νησί, μαθαίναμε την ρότα μας, τον δρόμο μας, και πλέαμε, ολημερίς κι ολονυκτίς. Ο καιρός ήτανε καλός. Τέλη Οκτώβρη. Ο άνεμος ευνοϊκός. Νησί το νησί φτάσαμε στον Μωριά, στην Πελοπόννησο κι αρχίσαμε να την περιπλέουμε γύρω- γύρω. Σαν περάσαμε το Ταίναρο, μ’ αρκετή τρικυμία, είν’ αλήθεια, εδώ κάναμε χαρά! Πλησιάζαμε στον τόπο μας, στον Αγρίλη, τη Μάραθο, στο Μερολίθι, στα Φιλιατρά! Χαιρόμαστε που αντικρύζαμε τα παράλια και τα βουνά της ελεύθερης κι αδούλωτης Μάνης. Θυμηθήκαμε τον παπά και δάσκαλό μας.
Μας έλεγε πως η Μάνη είναι το μεσαίο ποδάρι από τα τρία που καταλήγει η Πελοπόννησος. Ξεκινά από ψηλά την αρχή της οροσειράς του Ταϋγέτου. Πως οι Μανιάτες δεν είναι άλλοι, απ’ τους αρχαίους Σπαρτιάτες. Όταν οι Ρωμαίοι συμμάχησαν μαζί τους, πανστρατιά, κατανίκησαν την Αχαϊκή Συμπολιτεία. Ο Βασιλιάς της Αχαϊκής συμπολιτείας ο Άρατος, έγινε… άρατος εξαφανίστηκε, δηλαδή τότε. Κι από τότε κάθε εξαφανισμένο τον λέμε … «άρατο».‘Η …. «αυτός έγινε … Άρατος».
Οι Ρωμαίοι όμως που θέλανε να γίνουνε κοσμοκράτορες, εφάρμοσαν πρώτοι το... «διαίρει και βασίλευε». Σαν καταλήθηκε η Αχαϊκή Συμπολιτεία, απ’ αυτούς και απ’ τους Σπαρτιάτες, συμμάχησαν με την Αχαϊκή Συμπολιτεία, και όσους άλλους Έλληνες μπόρεσαν να διαιρέσουν και εξεστράτευσαν εναντίον των … πρώην συμμάχων τους…. Σπαρτιατών! Κατέλαβαν έτσι το κράτος της Σπάρτης, και την ίδια την Σπάρτη. Αυτό ήτανε το τέλος των Λακεδαιμονίων Σπαρτιατών!
Όσοι όμως Σπαρτιάτες ήθελαν να ζήσουν ελεύθεροι και όχι δούλοι, κατέφυγαν με τα όπλα τους στο βουνό του Ταϋγέτου! Από ‘κει έδωσαν σκληρές μάχες και έμειναν ελεύθεροι στο μεσαίο τούτο ποδάρι της Πελοποννήσου. Ίδρυσαν πρώτα το «κοινό των Λακεδαιμονίων», μια Ομοσπονδία και έπειτα την «πολιτεία των Ελεύθερων Λακώνων». Έτσι έμειναν ελεύθεροι απ’ όλους τους υπόλοιπους Έλληνες σ’ όλη την διάρκεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας! Πολεμώντας, σκληρά κάθε τόσο άνδρες, γυναίκες και παιδιά σε κάθε Ρωμαϊκή Επιδρομή ανά τους αιώνες. Αργότερα έξι (6) σχεδόν αιώνες μετά την ίδρυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας το ένατο (9ο) αιώνα όταν πείστηκαν ότι το Βυζάντιο, είναι καθαρά Ελληνική αυτοκρατορία, μιλά Ελληνικά, σκέφτεται Ελληνικά έχει τα Ελληνικά ήθη και έθιμα, στηρίζεται στην Ελληνική μυθολογία και ιστορία, προσχώρησαν στο Βυζάντιο και στον Χριστιανισμό, διατηρώντας όμως την αυτοτέλεια τους, και τα Λακωνικά ήθη και έθιμα!
Ο τελευταίος Αυτοκράτορας του Βυζαντίου, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, απ’ εδώ την Λακωνία, τον Μυστρά ξεκίνησε για να γίνει αυτοκράτορας, ήρωας και θρύλος των Ελλήνων! Και ασφαλώς είχε Μανιάτες μαχητές γύρω του και στον Μυστρά και στην Κων/πολη. Με την κατάληψη του Βυζαντίου απ’ τους Οθωμανούς, η Μάνη όχι μόνο έμεινε ελεύθερη, αλλά από δώ ξεκίνησαν και δεκάδες επαναστάσεις εναντίον των Οθωμανών Τούρκων με συνεπίκουρους των Μανιατών, Ενετούς, Ρώσους Βενετσάνους κ.λπ.! Με την πτώση της Κωνσταντινούπολης, εδώ στη Μάνη κατέφυγαν για να ζήσουν ελεύθεροι, και να συνεχίσουν τον αγώνα τους ενάντια των Τούρκων κατακτητών, σημαντικές Βυζαντινές οικογένειες όπως Κατακουζηνοί, Κομνηνοί, Μελισσηνοί, Φωκάδες, Κοντόστατυλοι, Κουτήφαροι Ιουστινιάνοι κ.λπ. Για όλα αυτά κι η ονομασία της Μάνης είναι ΜΑΝΗ. Από το ρήμα μαίνομαι –μαινόμενος, πολεμώ με μανία. Ηρακλής (ή Έλλην) Μαινόμενος. Πολεμώ σαν ταύρος Μαινόμενος, με τόση μεγάλη γενναιότητα, θάρρος και αυταπάρνηση των πάντων, σαν μανιακός!
Σαν περάσαμε το Ταίναρο, μας έφτασαν οι ίδιοι πειρατές που μας κούρσεψαν! Με το ίδιο το πλοίο τους! Άρχισαν να μας κυνηγούν με πανιά και με κουπιά για να μας… ξανακουρσέψουν! Τα κουπιά βέβαια τα τραβούσαν με τον βούρδουλα, οι κουρσεμένοι σκλάβοι τους όπως εμείς πριν δύο-τρία φεγγάρια. Κόντευαν να μας φτάσουν!
Είμαστε κοντά στην ακτή! Και τότε τρία Μανιάτικα κουρσάρικα πλοία, εξορμούν εναντίον τους! Με αξιοθαύμαστους ελιγμούς τους κυκλώνουν! Ρίχνουν γάντζους στο πλοίο τους, απ’ τα δεξιά, απ’ τ’ αριστερό τους παραπέτο και από την πλώρη! Οι θρασύδηλοι πειρατές τότε σηκώνουνε τα χέρια τους ψηλά, και παραδίνονται αμαχητί, μόλις είδανε τα σκούρα! Για να γλυτώσουνε το σαρκίο τους, το τομαράκι τους. Με το κουπί πλησιάζουμε και εμείς για να δούμε το τέλος αυτής της ιστορίας.
Οι Αλγερινοί και Μπαρμπερινοί κουρσάροι του πειρατικού πλοίου με κουτσοελληνικά με χειρονομίες με προσπάθεια μεγάλη…. πραγματικών θεατρίνων, προσπαθούσαν να πείσουν τους Μανιάτες για αλισβερίσι. Ότι δήθεν κάπου, σε κάποιο ξερονήσι, είχανε κρυμμένους θησαυρούς απ’ τα κούρσα τους. Ότι θα τους μοιράζονταν με τους Μανιάτες, αν δεν τους σκλάβωναν! Αυτά και άλλα… παραμύθια πήγαν να τους πουλήσουν! Μα οι Μανιάτες δεν καταλάβαιναν απ’ αυτά! Τους γνώρισαν ότι ήτανε οι γνωστοί, τρομεροί και φοβεροί πειρατές που είχανε κατακουρσέψει όλη τη Μεσόγειο. Απ’ τις Ηράκλειες στήλες μέχρι το Σουέζ! Γνώριζαν συνεπώς ότι όλοι τους ήτανε επικηρυγμένοι απ’ την Γαληνοτάτη Δημοκρατία των Βενετσιάνων! Καθένας τους, νεκρός ή περισσότερο ζωντανός έπιανε πολλά λεφτά απ’ την επικήρυξη κείνη. Περισσότερο με διπλά ή τριπλά χρήματα, ζωντανός, γιατί οι Βενετσιάνοι είχανε τους τρόπους να τους κάνουν να ομολογήσουν που είχανε -αν είχανε- κρυμμένους θησαυρούς σε ξερονήσια και ερημιές! Κι έπειτα θα τους κρεμούσαν απ’ το μεσαίο κατάρτι της γαλέρας τους τρείς- τρείς ή πέντε- πέντε κάθε μέρα, για τιμωρία και παραδειγματισμό! Γι’ αυτό οι Μανιάτες τους είπαν:
- Αυτά να τα πείτε στο… Δόγη και στους Βενετσιάνους που θα σας παραδώσουμε!
- Είσαστε σκυλιά μονάχα και δεν σας πιστεύουμε! Θα μας πάτε σ’ ερημονήσια – σφιγκοφωλιές κι ορμητήρια δικών σας πειρατών! Για να μας «χαλάσετε», μαζί τους, αν σας πιστέψουμε! Και σεις να συνεχίσετε την δράση σας!
- Εδώ τελειώσατε όλοι!
Και τους αλυσόδεσαν στα κουπιά κι ένα γύρω- όλους. Στις δικές τους αλυσίδες και στη δική τους γαλέρα.
Και τότε τι να δούμε!
Στις αλυσίδες που έλυσαν τους σκλάβους των Αφρικανών πειρατών οι Μανιάτες, ποιοι νομίζετε πως ήτανε μέχρι τώρα.. σκλάβοι τους; Ο Αγάς που μας είχε σκλαβώσει, μαζί με τον επιστάτη και το πλήρωμά του καϊκιού που μας βασάνιζαν. Όταν μας μετέφεραν στον… Αγά! Και μ’ άλλους Τούρκους ακόμα!
Τι είχε γίνει; Σαν ειδοποιήθηκε ο Αγάς ότι το σκάσαμε μαζί με την πρώτη γυναίκα του χαρεμιού και την μαγείρισσα, μάνιασε! Λύσσαξε απ’ το κακό του. Για την προσβολή, για το ρεζιλίκι του το περισσότερο!
Αμέσως αρματώνει δύο καΐκια του, μπαίνει και ο ίδιος μέσα μαζί με τον επιστάτη και το... σκυλολόι του και άρχισε να μας κυνηγά από νησί σε νησί. Έπεσε όμως κάποτε πάνω στους Αλγερινούς και τους Μπαρμπερινούς πειρατές μας που τους κούρσεψαν! Πούλησαν τα δυο τους καΐκια σε παρατρεχάμενους ομόθρησκους και ομόφυλους πειρατές και τους ίδιους τους σκλάβωσαν, να τραβάνε το κουπί στη πειρατική τους γαλέρα. Μέχρι να πάρουν τα λύτρα απ’ τους δικούς τους για να τους λευτερώσουν!! Όλ’ αυτά μας τα είπανε και τα είπαμε, μαζί με την ιστορία μας όλη στους Μανιάτες. Κι αυτοί σαν Έλληνες μας συμπόνεσαν. Όχι μόνο μας φιλοξένησαν και μας τροφοδότησαν για το υπόλοιπο ταξίδι μας, μα μας όπλισαν κιόλας με κουμπούρες και γιαταγάνια που τους περίσσευαν, μας φιλοδώρησαν και απ’ το κούρσο τους δίνοντάς μας αρκετά χρήματα απ’ τα κούρσα των Αφρικανών, που βρήκανε στη γαλέρα τους. «Για να ξεκινήσουμε έτσι την νέα ζωή μας». Μας είπανε. Μας πρότειναν ακόμα να μείνουμε εκεί στη Μάνη μαζί τους για πάντα.
Για να τους βοηθάμε στο κούρσεμα των Αλλόφυλων και αλλόθρησκων πειρατών του Αιγαίου που θα περνούσαν από εκεί. Ή που θα τους κυνηγούσαμε στα πέρατα του Αιγαίου, στις Κυκλάδες μέχρι και την Ικαριά!
Όμως εμείς θέλαμε τον τόπο μας, τους συγγενείς, τους γνωστούς μας, τους φίλους μας. Έτσι φύγαμε για τον Αγρίλη, Μάραθο, Μερολίθι και Φιλιατρά με το καΐκι μας. Φυσικά μήτε στους Μανιάτες δεν είπαμε ότι στο καϊκι μας έχουμε και τον κλεμμένο θησαυρό του Αγά. Μήτε ο Αγάς δεν τους το μαρτύρισε γιατί φοβήθηκε όπως τον φοβέρισε η Λενιώ μου ότι αν το ‘λεγε θα τον σκοτώναμε με μια κουμπουριά, επί τόπου.
Μας είχανε οπλίσει, βλέπεις απ’ την πρώτη στιγμή, πάνω στην Αφρικανική γαλέρα οι Μανιάτες, για να κάνουνε ζάφτι όλους εκείνους τους σκύλους πειρατές Βορειοαφρικάνους.
Πάντως και οι Μανιάτες θα έβγαζαν πολλές χρυσές λίρες βενετσιάνικες μα και τουρκικές! Γιατί ξέρανε από μας πια ότι ο Αγάς ήτανε πολύ πλούσιος και από μεγάλο σόι. Έτσι θα τον ξαναπουλούσανε στους δικούς τους, έναντι «αδράς αμοιβής», ξέρανε τον τρόπο αυτοί!!
Από εκεί με λίγα λόγια ξαναπήγαμε μετά δύο μερόνυχτα στο Μάραθο, στα Φιλιατρά, το Μερολίθι, και τον Αγρίλη μας! Φτιάξαμε εκεί τη ζωή μας και ζούμε καλύτερα από πριν σαν ... ραγιάδες. Μέχρι να ξεσηκωθούμε και πάλι σε μια μεγάλη Επανάσταση όλου του γένους, όπως μας είπανε οι Μανιάτες! και να λευτερωθούμε για πάντα και να γίνουμε Μεγάλοι και τρανοί Έλληνες πάλι, στο κόσμο ξακουσμένοι!...
... Αυτός είναι ο θρύλος του κουρσεμένου ραγιά, που μέχρι τις μέρες μας, μας λέγανε οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας στον Αγρίλη και στα Χαλαζώνια στα Φιλιατρά και στο Μερολίθι. Τον ζωντάνεψα εδώ, κάνοντας να διηγηθεί ο ίδιος, ο κουρσεμένος Ραγιάς την ιστορία του, σαν να ήμουνα εγώ εκείνος! Γιατί που ξέρεις μπορεί να ‘μαι απόγονός του, και τα τότε.. γονίδιά μου να τα… πέρασαν όλα αυτά!!
Τίτος Κοκκινέας
Συγγραφέας
Μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών
