ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ :
giweather joomla module
Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2024 - 7:32:08μ.μ.
11
Μαρτίου

Ο Βράχος της Οργής - Νουβέλα της Σταυρούλας Ηλιοπούλου

Κατηγορία Πεζογραφία

Ακούραστη, έτρεχε από μια γειτονιά στην άλλη, σαν μάθαινε πως κάποιος είχε ανάγκη. Πρόθυμη, μοίραζε την αγάπη και τη θεία αύρα, στον πάσχοντα, οδηγήτρια και στρατηλάτης.

Αλήθεια, τι είδους πλάσμα ήταν αυτό; Πότε γινόταν φέγγος λάμψης μέσα στο άχρωμο θολό νύχτωμα και θάμπωνε την κάθε επικείμενη αναποδιά. Πότε σαν αστραφτερό αστέρι χαραυγής. Ενώ όταν η σκέψη παίδευε τη λογική, τη λύση την έστελνε η Ορτανσία, σαν μια διαφορετική οντότητα. Συχνά μιλούσε με τα παλιά και με νοσταλγικά τραγούδια, έφερνε χίλια αρώματα της Άνοιξης. Ανάλαφρες καμπάνες, έψελναν μαζί της, εξαϋλώνοντας όλα τα μιάσματα, σε ευλογημένες οντότητες.


Το θλιμμένο βλέμμα, που προσπαθούσε να ερευνήσει ο καθένας, κατάφερνε να το γεμίζει εκείνες τις στιγμές, χρυσές ανταύγειες, μυστηριώδεις ανατολές κι άφηνε να χυθούν στον αιθέρα μύρια αρώματα. Σαν καθάριο τρεχούμενο νερό, με κρυστάλλινη επιφάνεια, που μέσα καθρεφτιζόταν οσμηρά μυστηριακά άνθη, για να ζαλίσουν κάθε κακόβουλο συναίσθημα. Με την καθάρια πάντα σκέψη της, θάμπωνε τις απορίες της αμφισβήτησης, του ψέματος, του αγενούς σαρκασμού. Ήταν μια ύπαρξη σταλμένη από θεϊκούς οιωνούς, στολισμένη ροδανθούς καλοσύνης και αθωότητας.


Σιγά-σιγά, έγινε η μασκότ της μοίρας μας, με μια ιδιαίτερη λάμψη αστραφτερής αστραπής, που έστελνε την άδολη προσφορά της, για ν’ αναρριγήσουν τα κρύσταλλα κάθε ψυχής. Αντιφεγγιές του αόρατου μυστηρίου, που σε επαφή με τη δική σου σκέψη, μηδενίζονταν οι όποιες δυσκολίες, πριν γίνει θρύψαλα η εικόνα του πεπρωμένου σου, αντικρίζοντάς την.

 

-----------------------------

Προσωπικά δεν την απασχολούσε αυτή η ανατριχιαστική ταλαιπωρία. Ας μην ήταν δυνατόν να κουνήσει κανένα μέρος του πονεμένου κορμιού. Προσπαθούσε να μην σκέφτεται τα καρφιά του κουρεμένου κεφαλιού, που καθώς μεγάλωναν οι τρίχες μπήγονταν στο δέρμα, σαν πύρινες γλώσσες, αφού και όλο το κεφάλι ασφυκτιούσε μέσα στο γύψο. Μάτωνε σαν να φορούσε ακάνθινο στεφάνι, ενώ η τραγική μητέρα της σκούπιζε από το ισχνό μαρτυρικό πρόσωπο το αίμα.
Δεν είχε καν το δικαίωμα να στρίψει το κεφάλι δεξιά ή αριστερά, ενώ το βλέμμα ατένιζε τον ασήκωτο ουρανό του μαρτυρίου της. Ένας καθρέφτης, στερεωμένος στο κάγκελο του κρεβατιού, της επέτρεπε να βλέπει ότι την απασχολούσε να δει, αλλά κάποιος θα ’πρεπε να το μετακινεί, ανάλογα με τη στροφή του βλέμματός της.

 

----------------------------

–Θεέ, έλεγε, πώς μπορώ εγώ να καταλάβω τα σημάδια του μυστηρίου Σου, αφού απέχω παρασάγγας από το δρόμο της σοφίας Σου; Μπορεί να μου χαρισθούν για λίγο στιγμές θέωσης, σε περγαμηνή θριαμβικής θεότητας, ως θαύμα. Όμως, νιώθω κάθε λεπτό, ότι πληγές χαράσσονται πάνω στης ψυχής τους κύκλους. Ματώνουν και δεν επουλώνονται στον ανήφορο του δρόμου, που ίσως με καλεί. Γιατί μια τόσο απλόχερη δωρεά σε μένα την αλλόκοτη μορφή, ή είναι μια σαρκαστική ειρωνεία εις βάρος μου, από κακεντρεχείς; Για το δικό μου χαρακτήρα, αυτά τα γεγονότα μου θυμίζουν ψίθυρους αγερικών, χωρίς λαλιά, χωρίς επεξήγηση. Το αξίζω αυτό το βασανιστήριο;

 

---------------------

Άραγε, τι κατάληξη θα είχε αυτή η τυχοδιωκτική περιπέτεια, που δεν της είχε καν περάσει από το νου. Σε ποια κουστωδία απογοήτευσης την οδηγούσε το στοιχειωμένο τούτο παιγνίδι της μοίρας της; Όση λάμψη κι αν εξέπεμπε η πάνλευκη ψυχή της, δεν είχε ικανότητα να προφητέψει αυτά τα σύμβολα. Αμφιβολία και φόβος την είχαν καταλάβει, που ώρες-ώρες γινόταν αιχμηρό μέταλλο που την ράγιζε.


------------------------
Κατάκοπο το λογικό της, έγειρε άθελα στην λεπτή κρούστα της αφαίρεσης, σκεπάζοντας απαλά τις ταραγμένες οράσεις της μοίρας της. Άθελα βρέθηκε σε μια νερένια αντήχηση, γεμάτη κάτασπρα νούφαρα, που έπλεκαν στεφάνι γύρω από την κόμη της και φάνταζε νύφη νεράιδα. Πόση μαγεία έξω από τη ροή του χρόνου, αυτή η αιθέρια αφαίρεση από την πραγματικότητα. Κάτι την εμπόδιζε να ταράξει αυτή τη θεϊκή παράσταση, που προμήνυε μάλλον κάτι καλό.
Ένα γλυκό αίσθημα εγκατάλειψης σ’ αυτό το όραμά της θεία μετουσίωσης. Ταυτόχρονα, ο υμνητικός ήχος μουσικής καμπάνας, χάιδευε την ακροαματικότητα της μουσικής πανδαισίας, σαν φωτεινά στεφάνια αστεριών, που θύμιζαν αυλακώσεις στο μαβί του ουρανού, σε θεσπέσιο ασύλληπτο θεϊκό όραμα.


Ας μην ξαναξημέρωνε ποτέ πια, άκουγε μια εσωτερική φωνή, που επεδίωκε να κρατά σφαλιστά τα μάτια και τη λογική, σε παροιμιώδη αιώρηση. Πόση ανάγκη είχε να ελπίζει στα συμβολικά όνειρα, στην πληρότητα που δεν είχε γευθεί, αφού δεν ήταν μια ολοκληρωμένη ύπαρξη. Τι και αν η ψυχή έτρεφε με μέλι τις παραισθήσεις της; Η λογική την ξυπνούσε στη ρεαλιστική πραγματικότητα. Όχι, αυτή δεν θα γινόταν ποτέ μια ύπαρξη φυσιολογικής οντότητας. Ήταν η μικρή Ορτανσία με το θερμό χαμόγελο και τα μεγάλα θλιμμένα μάτια. Όμως, τούτο το παράξενο όνειρο, σαν να ψηλαφούσε τα σπασμένα κρύσταλλα, της μέχρι τότε ερημιάς της.


Γέμισε με μια ιδιαίτερη πίστη, πως αυτή τη φορά δε θα σερνόταν σαν ρακένδυτο πλάσμα στα πόδια του Θεού. Κάποια ζεστή ελπίδα γλιστρούσε κρυφά στην αλλαγή της ζωής της, που πλησίαζε αθόρυβα και θα μετέτρεπε την κάθε της πίκρα σε πολύτιμη περγαμηνή θεόσταλτη. Τώρα, ένας νέος αγώνας την ενεργοποιούσε σε άλλου είδους δράση, με διαφορετικό νόημα, που θα χρωμάτιζε την ύπαρξή της. Αποφάσισε αργά, μα σταθερά, να ξαναδεί το Βασίλη, που άρχισε στη σκέψη του να νιώθει μια ζεστασιά.


Έπρεπε να του πει το ναι, μια και τα τέσσερα σημειωματάκια, που της είχε στείλει με θετικό περιεχόμενο, της αύξαναν την πεποίθηση, ότι ήταν μάλλον ένας ιδιαίτερος άνθρωπος, μια που κι ο ίδιος την ξεχώρισε.


-------------------

Δεν είχαν την τύχη να παίξουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο σε μια παράσταση της ζωής που τα αισθήματα δεν συγκρούσθηκαν αντιφατικά, αλλά κομπάρσοι της ίδιας τους της ζωής, άφησαν αμίλητοι να διασκορπισθεί άδοξα το θεμέλιο της ευτυχίας.
Χωρίστηκαν τυπικά, αδιάφορα σαν ξένοι, μα με τόσο βάρος ψυχής, που ως και ο άνεμος που ξαφνικά σηκώθηκε, έφερε μια ανελέητη καταιγίδα κι έσπασε το τζάμι θυμωμένα, που πέταξαν αυτοί οι δυο άνθρωποι από τις ρωγμές του, ένα αληθινό όνειρο.
Τα λόγια κατευόδιου έσταζαν τόση πίκρα, που ενώθηκαν με τις χοντρές στάλες της βροχής, που έκλαιγε γοερά, γιατί το χαμένο όνειρο που τελικά δεν επρόκειτο να ευοδωθεί.
Κωδικοί μιας αποτυχημένης μυστικοπαθούς αντενέργειας. Η ψυχή τους αιχμηρός σταλακτίτης, που τρύπησε όσο πιο βαθειά ό,τι απέμεινε από τις άναρχες ανάσες τους και τα παγωμένα χέρια.
Μουδιασμένος ο γιατρός σκόνταψε στον ύφαλο του πόνου της δραματικής αποχώρησής του, χωρίς να ανταλλάξουν το σημάδι κάποιου κρίκου σύνδεσης.

 

----------------------

Ξαφνικά, σα να περπάτησε ανάμεσά τους μια καταδεκτική, υπέρλαμπρη άνοιξη, που ως δια μαγείας γέμισε το πικρό χώμα μυριόχρωμα αγριολούλουδα, τα δέντρα έγερναν ταπεινά φορτωμένα ελπίδα και η αλμύρα που τους νότιζε, τους γέμισε δύναμη και όνειρα να συνεχίσουν τα βήματά τους, μέσα στους δρόμους που το φως του Θεού έλαμπε για να βλέπουν βαθύτερα την αξία της ζωής τους, αφού πλαισιωνόταν από τόση αυταπάρνηση για ότι άλλο, μια και τους οδηγούσε η αγάπη.
Μύρα από Θεού χάρη ευωδιαστά η ανάσα και θεία μετάληψη η αφή των ψυχών τους, αφού κατάφεραν να σκιρτήματα της αντοχής να γίνουν δυνατότερα, για να περπατήσουν ανάλαφρα στους στολισμένους δρόμους της γαλήνης, που γέμισαν ζουμπούλια και πολύχρωμες ψυχές (πεταλούδες) διαλαλώντας την αναγέννηση της έμβιας ύπαρξης.

 

-----------------

Ήθελε να φωνάξει δυνατά, όταν την πήρε σαν πούπουλο στην πλατιά αγκαλιά του, να το μάθουν τα βουνά, τα’ αγρίμια του δάσους, τα πλάσματα όλου του σύμπαντος. Να τους εξομολογηθεί φανερά, πόσο την αγαπά, να τους ορκισθεί ότι, αυτό το μοναδικό πλάσμα καταδέχτηκε να τον επιλέξει ανάμεσα σε άλλα εξίσου αξιόλογα άτομα. Τώρα του ανήκε αυτός ο μικροκαμωμένος θησαυρός για να γεμίσει φως τους σκοτεινούς δρόμους, που τόσα χρόνια διάβαινε μοναχικός ασκητής.
Τη μέχρι πρότινος άχαρη ζωή του δεν τη χρωμάτισε κανένα θησαυρισμένο συναίσθημα αγάπης, ιδανικός σκοπός, άρωμα θαλπωρής. Τώρα, μια μυστική επαφή τον ένωνε μαζί της, σαν το άλλο του μισό και μόνο τώρα κατάλαβε πως όσο γλυκός, γαλήνιος ο δρόμος της απομόνωσης, είναι αόρατη, ανύπαρκτη, άυλη και άσκοπη η ζωή.


Τώρα είχε λόγο για να ξυπνά νωρίς, αισθανόμενος την ανάγκη να την παρατηρεί διακριτικά, να την ερευνά ανήσυχος μήπως έχει κάτι, πάσχιζε μ’ όλο το φέγγος της ύπαρξής του για τούτο το μικροσκοπικό ντελικάτο πλάσμα, το τόσο πολύτιμο, να το προσέχει μην το ραΐσει, μην το σπάσει.

 


-----------------

Μια ταπεινή άυλη σκιά της νύχτας, χωρίς σκέψη, χωρίς καν μορφασμό απόγνωσης, χωρίς να γυρίσει το κεφάλι, δεν άκουσε κάποια φωνή μετάνοιας, ακόμη ούτε το ψιθύρισμα των ερινυών του σκότους, σαν κούτσουρο καμένο από φωτιά εκ προμελέτης. Τώρα μόνο ο άνεμος της ψιθυρίζει, οδηγώντας την εκεί που έπρεπε. Δεν ένιωθε πια πόνο, δεν είχε καν δάκρυα, μόνο λιβελούλες της νύχτας οι μνήμες, μισοσπασμένες στης αθέμιτης νοσταλγίας τα άχρωμα γυαλιά, οδηγήθηκε στο μοναδικό κατά δικό της λαγούμι.


Μέσα στην απόκρυφη φωλιά της, πουλί τρεμάμενο, πάλευε με τις αδιάκριτες νυχτερίδες και τους μισοκοιμισμένους γλάρους. Προς στιγμή προσπάθησε να καλυφθεί από το σμήνος των ανατριχιαστικών νυκτόβιων πουλιών, που δεν είναι ούτε πουλιά, μα ούτε και ποντίκια, που μάλλον είχαν αγαθή πρόθεση να της καλύψουν το παγωμένο κορμάκι της, να το ζεστάνουν ή να ρουφήξουν το νοσηρό αίμα της δυστυχίας της, να την απαλλάξουν από τη μιζέρια της και να την μεταλλάξουν να γίνει κι αυτή μια νυχτερίδα της νύχτας.


Αργά-αργά, πριν η χρυσή αυγή αδιάφθορη, ανεξιχνίαστη δώσει την τελευταία αναφορά του πεπρωμένου της, ένα φως έλαμψε σε κάποιο σημείο του ακρόβραχου, σαν λάμψη, σαν θαύμα της ζωής που θα επιτελείτο το προφητικό σημείο, σύμβολο της μοίρας της, το τελευταίο.


Σαν κατάλευκο χερουβείμ ύψωσε τα χέρια προς τον ουρανό, ζητώντας το έλεος της έσχατης ικεσίας της και τη συγχώρεση από τη μοναδική της αγάπη, που το σατανικό πλάσμα την έφερε αρκετές φορές στην αμφισβήτηση της αθωότητας του γιατρού της, ενώ το ταλαιπωρημένο της κορμί, μ’ ένα ανατριχιαστικό ξερό κρότο, έπεσε στα βράχια, αποκόβοντας την προεξοχή της ραχητικής ωμοπλάτης από το υπόλοιπο καταματωμένο σώμα, που κατρακύλησε μ’ ένα μακάβριο παφλασμό, στο παγωμένο νερό της αγαπημένης της θάλασσας.


Όλα έσβησαν… τα ξέπλυνε το μαύρο κύμα. Το μόνο που βρέθηκε στη μύτη του ακρόβραχου σ’ εκείνη την ερημική άγρια γωνιά της βραχώδους ακτής ήταν ένα ματωμένο, σπασμένο κόκαλο ωμοπλάτης, μπηγμένο στο φωτερό ακρόβραχο σαν παντιέρα τυχοδιωκτικής πειρατικής γαλέρας κι έμεινε στην ιστορία των πιο παράξενων μύθων για να θυμίζει τη «ΜΙΣΕΡΗ».

 

(Αφιερωμένο σ’ αυτούς που το σημάδι του Θεού  τους ζωγράφισε σαν ιδιαίτερες οντότητες
και κουβαλούν με στωικότητα  ένα σταυρό ασήκωτο, κάποιοι χωρίς απελπισία  κι άλλοι με ανείπωτη απόγνωση
για το σημάδι που τους σφράγισε την ψυχή)

 

 

 

 

 

 

 

 

Σταυρούλα Ηλιοπούλου

Συγγραφέας

Μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών

Αποσπάσματα από τη νουβέλα "Ο Βράχος της Οργής"

 

Διαβάστηκε 637 φορές
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Πολιτιστικο Σωματειο «οι κορυφαιοι»

Ποιοι Ειμαστε

Το mcnews.gr μετά από δέκα χρόνια συνεχούς λειτουργίας είναι ένα site που βοηθάει, ενημερώνει, ψυχαγωγεί και συναρπάζει τους αναγνώστες του παγκοσμίως.

Διαβάστε περισσότερα