ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ :
giweather joomla module
Σάββατο, 15 Ιουνίου 2024 - 9:33:27π.μ.
03
Ιανουαρίου

"ΠΕΡΣΕΑΣ, ο γιός του Δία και της Δανάης" της Ευγενίας Περιορή

Κατηγορία Πεζογραφία

Κάποτε, στο Άργος, βασίλευε ο Ακρίσιος, ένας βασιλιάς άδικος, κακός, εγωιστής και φιλόδοξος.

Ο Ακρίσιος είχε κι ένα δίδυμο αδερφό, τον Προίτο, που όμως τον εξόρισε γιατί φοβόταν μήπως του πάρει το θρόνο.

 

Σαν έμεινε μόνος κυρίαρχος του Άργους και του θρόνου, άρχισε να τον βασανίζει η σκέψη ποιος θα τον διαδεχόταν, αφού δεν είχε γιο – είχε μόνο μια θυγατέρα, τη Δανάη. Κι επειδή δεν μπορούσε να βρει απάντηση στα ερωτήματα που τον βασάνιζαν, πήγε στο Μαντείο των Δελφών να ρωτήσει την Πυθία. Κι εκείνη, η μάντισσα του Απόλλωνα, του είπε: «Η θυγατέρα σου, η Δανάη, θ’ αποκτήσει γιο, που θα βασιλέψει μια μέρα στη χώρα σου, θα δοξαστεί και τ’ όνομά του θα γραφτεί στον ουρανό. Όμως, ο γιος της θυγατέρας σου, πριν γίνει βασιλιάς, θα σε σκοτώσει».


Γύρισε στο Άργος ο Ακρίσιος κρύβοντας στην καρδιά του μίσος βαθύ για τη μοναχοκόρη του, τη Δανάη, για εκείνη που θα ‘φερνε στον κόσμο γιο, το διάδοχο του θρόνου του και φονιά του. Δεν την πάντρευε, δεν την έδινε σε κανένα από τα τόσα καλά παλικάρια που τη ζήτησαν για γυναίκα τους, γιατί φοβόταν μην αληθέψει ο χρησμός.


Μια μέρα, ο Ακρίσιος κάλεσε τεχνίτες του σίδερου και του χαλκού και τους πρόσταξε να του φτιάξουν μια χάλκινη φυλακή με σιδερένιες πόρτες. Να κάνουν κι ένα μικρό, σιδερόφραχτο παράθυρο, που να’ ναι τόσο ψηλά, ώστε να μην μπορεί να το φτάσει ο άνθρωπος.


Κι έφτιαξαν οι τεχνίτες τη χάλκινη φυλακή με τις σιδερένιες πόρτες κι άφησαν ψηλά ένα μικρό, πολύ μικρό, σιδερόφραχτο παράθυρο. Σ’ εκείνη τη φοβερή φυλακή έκλεισε ο Ακρίσις τη θυγατέρα του, εξηγώντας της το λόγο.


«Φοβάσαι για τη ζωή σου ή για το θρόνο σου, πατέρα;», ρώτησε η Δανάη. «Είσαι φιλόδοξος, πατέρα. Πού είναι ο Προίτος, ο δίδυμος αδελφός σου; Για να μη σου πάρει το θρόνο, τον εξόρισες και τώρα κλείνεις εμένα, το παιδί σου, σ’ αυτή τη σκοτεινή χάλκινη φυλακή. Όχι, πατέρα! Μη, πατέρα! Σ΄αγαπώ, πατέρα! Δε θ’ αφήσω κανέναν να σου κάνει κακό. Σ’ αγαπώ, πατέρα...»


Μα ο Ακρίσιος έκλεισε τις σιδερένιες πόρτες κι η φωνή της Δανάης έσπασε πάνω στα χάλκινα τοιχώματα. Από τότε, οι Αργίτες δεν ξανάδαν την όμορφη κόρη, τη θυγατέρα του βασιλιά τους.


Περνούσαν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια και η Δανάη, κλεισμένη μέσα στη χάλκινη φυλακή της, φώναζε, παρακαλούσε:


«Ανοίξτε μου, να δω το φως του ήλιου! Αργοπεθαίνω μέσα στα σκοτάδια. Ανοίξτε μου να δω το φως του ήλιου ξανά. Όλοι με ξεχάσατε μέσα στη χάλκινη φυλακή μου, Πατέρα Δία, μη μ’ εγκαταλείπεις κι εσύ, Μεγαλόκαρδε!»


Κάποια στιγμή που οι ουρανοί βρέθηκαν ανοιχτοί, άκουσε ο Δίας την απελπισμένη φωνή της Δανάης κι από το ψηλό παράθυρο έριξε τη Χρυσή Βροχή, χρυσή παρηγοριά στην όμορφη φυλακισμένη. Γέμισε η φυλακή από μικρά χρυσά αστέρια, γέμισε κι η αγκαλιά της Δανάης. Απόκοσμη μουσική ακούστηκε, κι φωνή του Δία να λέει:


«Δανάη, θ’ αποκτήσεις γιο! Σε εννέα μήνες θα είσαι μητέρα».


«Από το φως των αστεριών έρχεται η ευλογία σου, Δία; Αυτά τα μικρά αστέρια είναι η γονιμοποιός σου δύναμη;»


«Το γιο σου και γιο μου, το παιδί της χρυσής βροχής που σου έστειλα, να τον ονομάσεις Περσέα».
Η χρυσή βροχή σταμάτησε να πέφτει, η φωνή του Δία δεν ξανακούστηκε. Σε εννέα μήνες η Δανάη έφερε στον χάλκινο κόσμο της ένα πεντάμορφο αγόρι, το γιο του Δία, τον Περσέα. Ο Ακρίσιος άκουσε το κλάμα του νεογέννητου, θυμήθηκε πάλι το χρησμό και διέταξε δύο δούλους του να πετάξουν στη θάλασσα τη Δανάη και το παιδί της.


Ήταν μια νύχτα σκοτεινή κι ανταριασμένη. Τα κύματα υψώνονταν βουνά κι έσπαζαν βογκώντας πάνω στα βράχια της ακτής. Εκείνη τη νύχτα πέταξαν οι δούλοι τη Δανάη και το γιο της στη θάλασσα, αφού πρώτα τους έκλεισαν σ’ ένα ξύλινο κιβώτιο. Κι ενώ τα μανιασμένα κύματα άρπαζαν το κιβώτιο, ήρθε η θεά Αθηνά, σταλμένη από το Δία και κράτησε το φέρετρο πριν καταποντιστεί. Το νεογέννητο έκλαιγε και η Δανάη φώναζε τρομαγμένη.


«Μη φοβάσαι, Δανάη! Εγώ θα προστατέψω κι εσένα και το γιο σου, που είναι και γιος του Δία», φώναξε μέσα στον τρομακτικό θόρυβο των κυμάτων η Αθηνά. «Σε λίγο θα πάψουν οι άνεμοι το δαιμονικό χορό τους κι η θάλασσα θα ηρεμήσει. Κράτα σφιχτά στην αγκαλιά σου τον Περσέα κι εγώ θα σ’ οδηγήσω σ’ ένα νησί μ’ ανθρώπους καλόκαρδους».


«Ποια είσαι εσύ που με παρηγορείς, που φέρνεις την ελπίδα την ώρα που υγρό ανοίγεται το μνήμα μου πάνω στο μαύρο κύμα;»


«Είμαι η Αθηνά, η θυγατέρα του Δία. Ο πατέρας Δίας μ’ έταξε προστάτισσα του γιου σου, του Περσέα. Είμαστε και οι δυο παιδιά του ίδιου πατέρα, δηλαδή αδέλφια. Δανάη, να ονομάσεις Περσέα το παιδί σου. Και να ξέρεις πως τ’ όνομά του σημαίνει παιδί που γεννήθηκε από το φως των αστεριών».

 

 

 


Ευγενία Περιορή
Συγγραφέας

 

Απόσπασμα από τη συλλογή μυθολογίας «Τα Λυχνάρια τ’ Ουρανού»
Σειρά ΘΕΟΙ – ΗΜΙΘΕΟΙ και ΑΝΘΡΩΠΟΙ
Εκδόσεις ΦΥΤΡΑΚΗ (Β’ έκδοση-2001)

Διαβάστηκε 302 φορές
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Πολιτιστικο Σωματειο «οι κορυφαιοι»

Ποιοι Ειμαστε

Το mcnews.gr μετά από δέκα χρόνια συνεχούς λειτουργίας είναι ένα site που βοηθάει, ενημερώνει, ψυχαγωγεί και συναρπάζει τους αναγνώστες του παγκοσμίως.

Διαβάστε περισσότερα