ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ :
giweather joomla module
Σάββατο, 15 Ιουνίου 2024 - 7:34:26π.μ.
26
Δεκεμβρίου

"ΡΕΑ ΚΑΙ ΛΑΟΥΡΑ" - Διήγημα του Ανδρέα Γόντικα

Κατηγορία Πεζογραφία

Κόρη γιατρού η Λάουρα, απ’ τα Γιάννενα παντρεμένη, στα εικοσιτέσσερά της χρόνια. Έχει μια μονάκριβη πανέμορφη κορούλα, ένα πραγματικό Αγγελούδι, τη μικρή Ρέα.

– Η Ρέα ζητάει από καιρό τώρα απ’ τη μάνα της, να την πάει στην Πάτρα, για να γνωρίσει τη γιαγιά Ολυμπία και τον παππού Δημήτρη. Της μικρής της έλειπε πολύ βέβαια και ο πατέρας της, γιατί ήταν υπολοχαγός του Ιππικού και υπηρετούσε στα σύνορα. Κάθε φορά την καθησύχαζε η μάνα της με υποσχέσεις, όμως αυτή τη φορά τ’ αποφάσισε.


– Έλα κόρη μου, μεθαύριο ετοιμάσου να σε πάω στη γιορτή του παππού στην Πάτρα! Αχ! μπράβο γλυκιά μου μανούλα, σ’ ευχαριστώ, είσαι πολύ καλή! Το απογιόμα της Πέμπτης, βγήκαν από το πλοιάριο της γραμμής το Καλυδώνα στην Πάτρα. Από εκεί πήγανε στο σπίτι των γονιών της Λάουρας. Το Σάββατο, μαμά και κόρη, κατεβήκανε στο κέντρο στα μαγαζιά, για να ψωνίσουνε του παππού που γιόρταζε.


– Αύριο, που είναι Κυριακή, θα σε πάμε με τον παππού, στον Αγιαντρέα, θα λειτουργηθούμε, θα γυρίσουμε εδώ να φάμε και μετά στα Ψηλαλώνια, να παίξεις με τ’ άλλα τα παιδάκια, ε! θέλεις: Αχ! Ναι σ’ ευχαριστώ πάρα πολύ! Όταν γυρίσανε από την πλατεία, μες τη χαρά η μικρή, της λέει: -Χρυσή μου μανούλα! Αύριο θα με πάρεις μαζί σου; Σ’ άκουσα να λες στη γιαγιά, πως θέλεις να ψωνίσεις. Να, θέλω να μου πάρεις να φάω το μαλλί της γριάς.


– Καλά, καλά, θα πρέπει όμως να σηκωθούμε πολύ πρωί!


– Εντάξει, σ’ ευχαριστώ!


– Δευτέρα πουρνό πουρνό, εφτά η ώρα, είχανε βγει από το σπίτι.


– Σαν φτάσανε στην πλατεία Τριών Συμμάχων, στα μισά του μόλου, πολύ πριν φτάσουνε στο Φάρο, αρχίσανε να ουρλιάζουνε οι σειρήνες σαν δαιμονισμένες! Όλος ο κόσμος που βρέθηκε εκεί έτρεχε ασταμάτητα! Μερικοί σκούζανε, άλλοι φωνάζανε, οι γυναίκες κλαίγανε, κανένας τους δεν ήξερε τι να κάνει και προς τα πού να τραβήξει! Κάποιοι λιμενικοί φώναζαν: –Τρέξτε όλοι στα καταφύγιααα...


Οι σειρήνες δε σταματούσανε με τίποτα, χαλάγανε τον κόσμο μ’ εκείνο το ανατριχιαστικό σφύριγμά τους, που σου τρυπάει την καρδιά και σου κόβει τα πόδια. Τα σκουσμάρια και η ταραχή, έδειχναν όλη την τραγικότητα της κατάστασης, που επικρατούσε εκείνη την ώρα. Δεν είχανε προλάβει οι περισσότεροι, να κρυφτούνε, όταν ακούστηκε να έρχεται από τον ουρανό, εκείνος ο απαίσιος βόμβος, που σε γιομίζει φόβο, σου μυρίζει θάνατο και νιώθεις, πως κάπου εδώ κοντά, σου έχει στήσει καρτέρι ο χάροντας.


– Ένα σμήνος από εχθρικά Ιταλικά αεροπλάνα, πλησιάζανε για ν’ αδειάσουνε την πραμάτεια τους, πάνω σε ανθρώπινα κορμιά και να σκορπίσουνε τον όλεθρο.


– Όταν οι ρημάδες σειρήνες σφυρίξανε λήξη, εκεί πέρα προς τους μύλους του Τριάντη, ένα κοριτσάκι σπάραζε από το κλάμα, έτρεχε σ’ όλους τους δρόμους και στα στενά φωνάζοντας με την αγγελική φωνούλα του: Μανούλααα... Μανούλα μου γλυκιά! πού είσαι μανούλα μου, πού μ’ αφήνεις καλή μου μάνα; Έγινε η μέρα νύχτα κι εκείνο το δόλιο είχε αποκάμει, έτρεμε από το φόβο του, άρχισε να κρυώνει, ούτε που το κατάλαβε, πως της είχε φύγει το ένα της παπούτσι. Ήτανε πεινασμένο και διψασμένο, δεν άντεξε άλλο.
– Βρέθηκε έξω από ένα καφενείο μισογκρεμισμένο, από μια μπόμπα που είχε πέσει λίγο πιο πάνω. Εκεί βρήκε ένα πολύ μικρό καροτσάκι, που το πιο πιθανό ήταν, να το είχε αφήσει κάποιος ρακοσυλλέκτης κι’ από πάνω είχε μια άδεια κουρελιασμένη βαλίτσα. Χώθηκε μέσα εκεί το καημένο το αγγελούδι, που σίγουρα δε θα πρόλαβε ούτε να γυρίσει πλευρό και θα το πήρε αμέσως ο ύπνος.


Μόλις χάραξε, παρουσιάστηκε μια ρακένδυτη γριά, που έψαχνε κάτι να βρει για να φάει. Όταν είδε τη μικρή, την πήγε σ’ ένα παλιό ερειπωμένο σπίτι, χωρίς πόρτες και παραθύρια, εκεί που έμενε. Όταν τη ρώτησε η γριά, το πώς και τι, η μικρή της είπε, ό,τι μπορούσε από τα στοιχεία της και το πώς έχασε τη μάνα της.
– Πώς σε λένε κορίτσι μου;


– Ρέα και τη Μαμά μου Λάουρα! Ο μπαμπάς μου, είναι αξιωματικός, φυλάει τα σύνορα, τον παππού τον λένε Δημήτρη και τη γιαγιά μου Ολυμπία.


– Λοιπόν Ρέα κορίτσι μου αύριο το πρωί, θα σε πάω στον παππού και τη γιαγιά σου! Όμως την επομένη το πρωί, έφυγε η γριά για να πάει να βρει κάτι να ταΐσει τη μικρή, αλλά δεν ξαναγύρισε πίσω.


Έτσι άρχισε να μεγαλώνει ακόμα πιο πολύ το μαρτύριο για το δύστυχο κοριτσάκι.


– Η πείνα και η δυστυχία, σαν δυο κατραμένιες μάγισσες, σαν αδερφές κατάρες, αρχίσανε να κάνουν, έντονη την παρουσία τους απειλητικά. Όπως περνούσανε πάνω από του καθ’ ενός το κορμί, αφήνανε στο πέρασμά τους σημάδια, που σε ανατριχιάζανε και σε πονούσαν. Τα έβλεπες ζωγραφισμένα, πάνω στα σιωπηλά πρόσωπά τους, όταν σαν άυλες φιγούρες, περνούσαν από μπροστά σου και μέσα απ’ τη σιωπή τους διάβαζες τη λέξη, που είχε το φαρμάκι. Η λέξη εκείνη, που τους είχε ποτίσει την ψυχή, το κορμί και ήταν η λέξη «Πόλεμος». Μα δε χρειαζότανε καν να το διαβάσεις, το έβλεπες μονάχα με μια ματιά, όταν κοιτούσες στα ξεσάρκωτα κορμιά τους, το πετσί να έχει βυζάξει σ’ ολόκληρό το κορμί τους και να έχει γίνει ένα με τα κόκαλα!


– 9 Απρίλη 1941, αρχίσανε να μπαίνουνε, τα Γερμανικά στρατεύματα στην Ελλάδα κι έτσι ήρθε η κατοχή. Δε λειτουργούσε σχεδόν τίποτα. Η κρατική μηχανή, ήτανε περίπου ανύπαρκτη. Περπατούσες στο δρόμο και έβλεπες καταγής, πρησμένους ανθρώπους από την αναλαδιά, τη λαχανίδα κ.ά., να μουρμουρίζουν όλοι τους την ίδια λέξη: Ωχ-Ωχ... πεινάωω... πεινάωωω...


– Είναι μια Κυριακή πρωί, προς το τέλος της λειτουργίας, στην Παναγία την Τρυπητή του Αιγίου, καθώς είναι καθισμένο χάμου στο χώμα, με μαζεμένα τα ποδαράκια του, ένα κοριτσάκι οχτάχρονο, εξασθενημένο, πολύ αδύνατο, ρακένδυτο. Δεν έβγαινε λέξη από το στοματάκι του, απλώνει μονάχα πότε το ένα πότε το άλλο χεράκι του, αλλάζοντάς τα, γιατί δεν είχε τη δύναμη να τα κρατάει για πολύ χρόνο ψηλά.


– Ένας Γκεσταπίτης, παρακολουθεί κάποιον και περιμένει να βγει για να τον πιάσει. Εκείνος όμως ειδοποιήθηκε και το έσκασε πίσω από το ιερό! Όταν τελείωσε η λειτουργία, ο προδότης, σκέφτηκε να διασκεδάσει, τη γκίνια του. Έχει φύγει και ο τελευταίος από την εκκλησία, μα το κοριτσάκι βρισκόταν ακόμα καθισμένο κάτω, με το σακκουλάκι για να του ρίχνουνε τον οβολό τους, που ήταν άδειο.


Τότε το κτήνος, βάζει μπροστά να πραγματοποιήσει, το κτηνώδες σχέδιο, που είχε βάλει στο μυαλό του.


– Έλα κοντά μου να σε πάω να φας κάτι και να σου δώσω μερικά ρούχα να μην κρυώνεις! Λέει στο κοριτσάκι για να το δελεάσει. Εκείνο τον ακολούθησε ανυποψίαστο, σαν αθώο αγγελουδάκι που ήταν. Αυτός ο αλήτης και μάλιστα κακούργος, διατηρούσε ένα υποτυπώδες σπιτάκι πλίθινο, μέσα σ’ έναν ελαιώνα, που είχε κληρονομήσει και μαζί μ’ αυτό, είχε πάρει και το χαρακτήρα της μάνας και του πατέρα Η μεν μάνα του, εξέδιδε την κόρη της. Ο δε πατέρας λιποτάκτησε στο Αλβανικό από το στρατό και τον εκτελέσανε.


– Πήγε λοιπόν εκεί το κοριτσάκι, του έδωσε κάτι να φάει, μετά ζέστανε νερό, το μπανιάρισε, το σκούπισε αμέσως, το έριξε σ’ ένα ξύλινο πολύ παλιό διπλό κρεβάτι και το βίασε. Το μικρό χάλασε τον κόσμο απ’ τα σκουσμάρια, εκείνος του έκλεινε το στόμα κατά διαστήματα και όταν τελείωσε, το έπλυνε καλά και το στούπωσε με παλιόπανα, κάτω από την κοιλίτσα του. Μόλις εκείνο συνήρθε, φοβούμενος μήπως κάποιος μπορεί να άκουσε, τις φωνές του παιδιού περαστικός, το έβαλε επάνω σ’ ένα ποδήλατο που είχε, το πήγε σε μια ερημιά κοντά στον Ψαθόπυργο και το εγκατέλειψε.


– Ένα βράδυ, λίγο πριν τα μεσάνυχτα, ο Καπετάν Μίχος, σαράντα πέντε χρόνια θαλασσόλυκος, πήγε να ετοιμάσει τη Γοργόνα του, γιατί πριν ακόμα χαράξει, έπρεπε ν’ αρμενίζει στο πέλαγος, μαζί με τους δυο γιούς του. Το καΐκι του το είχε καμάρι, ήτανε το πιο καλύτερο και γρήγορο. Μπαίνοντας μέσα βγάζει μια κραυγή! Σταυροκοπιέται, ξαφνιασμένος και λέει στ’ αγόρια του: Τι είναι τούτο το μαξούμι εδώ! Τι τρέχει πατέρα; Φωνάξανε ταυτόχρονα και οι δύο γιοι του: Κοιτάξτε ρε! ποιος ξέρει ποιό δράμα κρύβεται στη ψυχούλα του! τους λέει δείχνοντας μπροστά τους, ένα κοριτσάκι οχτάχρονο, που κοιμότανε. Χωρίς να χάσουνε καθόλου χρόνο, το πήγανε σπίτι τους, το περιποιήθηκε όσο μπορούσε η γυναίκα του Καπετάνιου, γιατί είχε αιμορραγία, ειδοποιήσανε και ήρθε ένας αστυφύλακας και μετά όλοι μαζί, το πήγανε στο Νοσοκομείο της Πάτρας.
Εκεί, η γυναικολόγος που έκανε και χρέη παιδιάτρου, η Κυρία Σία Κ. ανέλαβε με πολύ διάθεση και όρεξη να το γιατρέψει.


Η γιατρίνα ήταν εκλεκτή και σαν άνθρωπος, εκτός από επιστήμων. Με τη μικρή, κατάφερε αμέσως τον πρώτο της στόχο. Έμαθε την ιστορία της και το βιογραφικό της. Στη συνέχεια ενημέρωσε την Αστυνομία με όσα στοιχεία μπορούσε για τον βιαστή της, τον Γκεσταπίτη. Το αποτέλεσμα ήτανε πως ο ίδιος ο Διοικητής του τμήματος, βρήκε τον δράστη εκείνο το κτήνος και τον συμβούλεψε να εξαφανιστεί για λίγο καιρό, αντί να τον συλλάβει.


– Ωστόσο η γιάτρισσα, είχε ήδη πάρει την απόφασή της. Θα έκανε τις απαιτούμενες ενέργειες, για να υιοθετήσει αυτό το κοριτσάκι, που τελικά δεν ήταν άλλο από τη μικρή Ρέα, την κόρη της Λάουρας. Η καινούργια λοιπόν μάνα της, έπεσε με μεγάλη θέληση και φροντίδα, επάνω στο κοριτσάκι της πια αυτό, με στόχο να το κάνει, να ξεχάσει τα βάσανά του.


– Κάποια στιγμή όπως περνούσαν οι μέρες, ήρθε η πολυπόθητη απελευθέρωση, τον Οκτώβρη του 1944.
Ένα πρωινό του Δεκέμβρη τον ίδιο χρόνο, δεν είχε προλάβει ακόμα σχεδόν να μπει στο γραφείο της η γιατρίνα, χτυπάει το τηλέφωνο. Ήταν ο Διευθυντής του Νοσοκομείου που εργαζότανε και τη ζητούσε επειγόντως.


– Καλημέρα Κύριε Διευθυντά! Συμβαίνει κάτι;


– Σία κορίτσι μου, άκουσέ με! Πριν σου πω οτιδήποτε, πήγαινε μια στιγμή στον 114 θάλαμο, όπως θα μπεις, στο δεξί σου χέρι στο πρώτο κρεβάτι, διάβασε τα στοιχεία της άρρωστης, κάνε μια προσπάθεια να μιλήσεις λίγο μαζί της και μετά έλα εδώ, για να σου πω αυτά που πρέπει.


– Όταν γύρισε από την επίσκεψή της στο 114, ήτανε πολύ ανήσυχη!


– Τι κατάλαβες Σία, σου περνάει τίποτα από το μυαλό;


– Ναι! Μα αυτό που υποψιάζομαι, όχι μόνο δε θέλω να το πω, αλλά και δε θέλω να το πιστέψω!


– Τώρα κορίτσι μου, πάρε αυτόν το φάκελο, γιατί γράφει κάποια γεγονότα, μαζί και το ελλιπές βέβαια ιστορικό της.


– Σαν διάβασε τα όσα έγραφαν αυτά τα δυο χαρτιά, που δεν ήτανε παρά πιστοποιητικά από το Νοσοκομείο Κορίνθου, τα οποία αναφέρανε την κατάσταση της υγείας της, η γιατρίνα, κόντεψε να λιποθυμήσει.


– Έλα σύνελθε τώρα! Να, πιες λίγο νεράκι και πες μου τι κατάλαβες, από αυτά που διάβασες.


– Κύριε Διευθυντά! Νομίζω πως θα τρελαθώ, το κεφάλι μου βουίζει, πάει να σπάσει, αυτή η γυναίκα είναι σίγουρα η μάνα της κόρης μου!


– Ναι! Αυτή είναι, Σία κορίτσι μου. Σκέψου τι θα κάνεις, εγώ πρέπει να σου πω, πως η καρδιά της, για πολύ λίγες ώρες ή μέρες ακόμα θα δουλεύει. Μην καθίσεις σήμερα για δουλειά, πήγαινε σπίτι σου, να σκεφτείς και πάρε τις αποφάσεις σου!


– Ευχαριστώ πολύ κύριε Διευθυντά, γεια σας!


– Και να, τι είχε συμβεί μ’ αυτή τη δύστυχη γυναίκα.


– Όταν έχασε μέσα από τα χέρια την κορούλα της, έκανε σαν τρελή. Δεν πήγε καν σε καταφύγιο, δεν έβλεπε μπροστά της απ’ το κλάμα. Έτρεχε χαμένη τελείως, σ’ όλους τους γύρω δρόμους και φώναζε!


– Ρέα κορούλα μουουου... Πού είσαι καρδούλα μου; Άγιε μου Φανούριε φανέρωσε το παιδί μου! Είχε φτάσει πριν από την Αγίου Ανδρέου και Καρόλου, κοντά στην Αγγλική Εκκλησία, όταν εκείνη τη στιγμή ακριβώς, έπεσε μια μπόμπα αρκετά κοντά της. Με την έκρηξη, τινάχτηκε κάποια μέτρα μακριά και βρέθηκε κολλημένη σ’ ένα φράχτη, για μεγάλη της τύχη, αν μπορεί να το πει αυτό κανείς, μόνο με μώλωπες και γρατζουνιές. Όταν συνήρθε, είχε χάσει τη μνήμη της, μάλλον από το μεγάλο τράνταγμα. Περιπλανιότανε στους δρόμους, τα πόδια της την πηγαίνανε όπου εκείνα θέλανε, χωρίς να ξέρει πού. Έτσι βρέθηκε στην παλιά Εθνική Πάτρας-Αθήνας. Περπατούσε μες τη μέση του δρόμου ταλαιπωρημένη. Είχε φτάσει κοντά σχεδόν στον Άη-Βασίλη. Κάποια στιγμή ένα φορτηγό πλησίαζε, έκοψε ταχύτητα σιγά-σιγά και ο οδηγός το σταμάτησε δίπλα της.


– Πού πας χριστιανή μου; Αν δε σε σκοτώσει κανένα αυτοκίνητο, θα σε λιώσει καμιά μπόμπα! Τρελή είσαι; Εκείνη την ώρα ο φορτηγατζής, πήγαινε γρήγορα ο άνθρωπος σπίτι του στην Κόρινθο. Όταν όμως κατάλαβε πως είχε να κάνει, με άτομο που δεν ήτανε στα καλά του, σκέφτηκε πως καλύτερα είναι να την πάει στο Νοσοκομείο. Σαν έφτασε εκεί τους είπε πως η γυναίκα δεν είναι καλά κι’ έφυγε αμέσως.


– Πέρασε πάρα πολύς καιρός και παρουσίασε κι άλλες ασθένειες. Όμως το χειρότερο απ’ όλα, ήταν όταν χτύπησε το καμπανάκι, η καρδιά της, αυτός και ο βασικός λόγος, που την στείλανε στο Νοσοκομείο της Πάτρας.


– Η ειρωνεία της τύχης ήτανε, πως τις τελευταίες μέρες της ζωής της, η Λάουρα, επανέκτησε τη μνήμη της και άρχισε πάλι να ζητάει το κοριτσάκι της. Η φωνή, δεν έβγαινε πια, ίσα που μόλις ακουγότανε και μπόρεσαν οι γιατροί να μάθουν, ακόμα κάτι περισσότερο, για το σχεδόν άγνωστο ιστορικό της.
Ο Διευθυντής, αποφάσισε με τη γιατρίνα, που είχε ήδη τώρα πια, υιοθετήσει τη μικρή Ρέα, να πάρουνε για πιο σίγουρα, τη γνώμη ενός πάρα πολύ καλού ψυχίατρου φίλου τους, που ήτανε Διευθυντής σε Νοσοκομείο στην Αθήνα.


Έτσι κι έγινε, του τηλεφωνήσανε και τους είπε, πως πρέπει απαραιτήτως, να κάνουνε στη μικρή μια καλή προετοιμασία, για να μην πάθει κανένα μεγάλο σοκ!


– Όταν γύρισε από το σχολείο, όπως πάντα, πήγε και φίλησε τη γιατρίνα, που την έλεγε Μάνα τώρα πια. Καθίσανε μετά, αφού είχε περάσει καμιά ώρα για φαγητό. Σκέφτηκε τότε να μιλήσει στη μικρή η μάνα της, όμως άλλαξε αμέσως γνώμη.


– Όχι, όχι! Άσε, καλύτερα το απόγευμα, να την προετοιμάσω, σκέφτηκε.


– Έλα ματάκια μου, τώρα που έφαγες, πήγαινε να ξαπλώσεις λίγο να ξεκουραστείς για να πάει το φαγητό σου κάτω. Ποτέ σου μη διαβάζεις φαγωμένη! Εγώ θα πάω μέχρι το Νοσοκομείο που έχω μια δουλειά και θα γυρίσω.


– Έτσι και έγινε, μόνο που η γιατρίνα αντί για το Νοσοκομείο, τράβηξε κατ’ ευθείαν για το σπίτι της δασκάλας και την ενημέρωσε πως για δυο τρεις ημέρες, ίσως και περισσότερες, η Ρέα δε θα πάει σχολείο. Όταν γύρισε, άλλαξε, έβαλε μια ρόμπα και τα παντοφλάκια της, κάθισε στον καναπέ και φώναξε τη μικρή κοντά της.
– Έλα κοριτσάκι μου να μιλήσουμε λίγο μαζί!

 


Εκείνο το δόλιο, που είχε τόσο πολύ στερηθεί τη μητρική στοργή, έτρεξε αμέσως:


– Άκουσέ με μωράκι μου με προσοχή! Μα πριν απ’ όλα, θα ήθελα μόνο να ξέρεις, πως σ’ έχω λες και σε γέννησα εγώ! Δυστυχώς ο πόλεμος, διέλυσε πολλές οικογένειες, μια απ’ αυτές είναι και η δική σου. Πέρασε πάρα πολλά το κορμάκι και η ψυχούλα σου και σ’ άνοιξε πληγές, μα εγώ θα τις γιατρέψω! Οι γονείς σου, αγνοούνται και οι δυο, μακάρι μια μέρα να βρεθούνε κι εγώ θα γίνω οικογενειακή στενή σας φίλη, γιατί δε θέλω με τίποτα να σε χάσω. Όχι! όχι! Εγώ δε θέλω να γίνει έτσι! Θα τους πω να είμαστε όλοι μαζί!
– Καλά, καλά καρδούλα μου ηρέμησε.
– Μα γιατί όμως μου τα λέτε όλ’ αυτά;


– Μπράβο κοριτσάκι μου με βοηθάς, πολύ σωστή η ερώτησή σου! Όμως για να σου πω, πρέπει να μου υποσχεθείς πως θα είσαι ψύχραιμη σαν να είσαι μια ώριμη μεγάλη γυναίκα!


– Εντάξει! Αρκεί να μη μου πείτε να φύγω από εσάς!


– Όχι! όχι! Αυτό δε θα στο πω ποτέ! Όμως πες μου κάτι ακόμα ψυχή μου. Ας πούμε πως κάποια στιγμή, βρεθούν οι δικοί σου, ή ακόμα και ο ένας, που μπορεί να είναι γερός, ή ακόμα και βαριά άρρωστος, δε θα πρέπει να σε πάω, που κι’ αυτοί θα κλαίνε και θα πονάνε, γιατί χάθηκες;


– Ναι βέβαια, θα σας πω πώς νιώθω: Και μένα μου λείπουνε, πάρα πολύ μάλιστα! Αν είναι καλά δε θ’ αφήσω να με πάρουν από εσάς, αν θέλουν και θέλετε ας μείνουμε όλοι μαζί! Αν είναι άρρωστοι θα σας παρακαλέσω, να τους βοηθήσετε, θα το κάνετε;


– Σίγουρα θα το κάνω κοριτσάκι μου! Όμως τώρα θα σου πω κάτι σοβαρό και από σένα εξαρτάται, αν θα δείξεις ψυχραιμία, όπως είπαμε. Έτσι θα πιστέψω κι’ εγώ πως μ’ αγαπάς στ’ αλήθεια!


– Ό,τι και να είναι αυτό σας το υπόσχομαι!


– Πρώτα καρδούλα μου, έχω ανάγκη όσο ποτέ άλλοτε, να με αγκαλιάσεις και να μου δώσεις ένα καλό φιλάκι.
– Πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση της, την είχε σφίξει στην αγκαλιά της η μικρή και τη φιλούσε.
– Ρέα καρδούλα μου, για δυο τρεις ημέρες δε θα πας σχολείο, γιατί θα πάμε να δεις αύριο κοριτσάκι μου την αγαπημένη σου μανούλα, γιατί είναι άρρωστη. Κάνε σε παρακαλώ, αν έστω και λίγο μ’ αγαπάς, την καρδούλα σου πέτρα για ν’ αντέξεις. Μη μου πάθεις τίποτα ψυχή μου!


– Η μικρή έμεινε άφωνη για αρκετή ώρα. Βουρκώσανε τα ματάκια της και τα πονεμένα αγνά της δάκρυα, όπως είχε γύρει το κεφαλάκι της, μουσκέψανε τα στήθια, της δεύτερής της μάνας. Σταθήκανε, ίσως και ώρες πολλές σφιχτά αγκαλιασμένες, μα και οι δυο τους οι καρδιές κι’ αυτές μαζί τους κλαίγανε, ακόμα πιο αγαπημένες και δεμένες.


Την άλλη μέρα το πρωί, δε βλέπανε την ώρα, να φτάσουνε στο Νοσοκομείο. Σαν μπήκανε στον 114 θάλαμο, δε χρειάστηκε να δείξει κανένας στη μικρή Ρέα, ποια ήταν η μάνα που τη γέννησε! Έπεσε στην αγκαλιά της κλαίγοντας. Πόνος αβάσταχτα βαρύς, τα ματωμένα μιας αγνής καρδούλας δάκρυα, βγαίνανε, από ιερές αέναες πηγές, που γίναν αυτά τα μελένια γλυκά ματάκια της και μαρτυρούσαν εκείνη τη στιγμή, την άγρια φουρτούνα που χάραξε, την αγνή ολόλευκη ψυχή της!


– Η Λάουρα, λες κάποια θεία δύναμη τη βοήθησε, ανασηκώθηκε στο μισό της το κορμί, το στύλωσε και κρεμάστηκε στην αγκαλιά της μονάκριβης και λατρεμένης της κορούλας. Δεν κράτησε πάνω από δύο λεπτά, αυτό το ευλογημένο ιερό αγκάλιασμα, το πιο γλυκό, το πιο όμορφο στη ζωή, τ’ αγκάλιασμα της μάνας! Εκεί, ποτισμένη από τα πιο αληθινά κι’ αγνά της τσούπας της τα δάκρυα, ταξίδεψε, για εκεί, που ο Θεός τη έστειλε!

 

 

Άγγελος Γόντικας 
Συγγραφέας
Μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών

 

 

12os-MCNews book bannerB

Διαβάστηκε 637 φορές
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Πολιτιστικο Σωματειο «οι κορυφαιοι»

Ποιοι Ειμαστε

Το mcnews.gr μετά από δέκα χρόνια συνεχούς λειτουργίας είναι ένα site που βοηθάει, ενημερώνει, ψυχαγωγεί και συναρπάζει τους αναγνώστες του παγκοσμίως.

Διαβάστε περισσότερα