Skip to main content
ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ :

Τρέχων Καιρός

αίθριος καιρός

31°C

αίθριος καιρός

Μεταξουργείο

Πρόγνωση 3 Ημερών (Ωριαία)

  • αίθριος καιρός
    Κυρ 09:00
    32°C
    αίθριος καιρός
  • αίθριος καιρός
    Κυρ 12:00
    33°C
    αίθριος καιρός
  • αίθριος καιρός
    Κυρ 15:00
    33°C
    αίθριος καιρός
  • αίθριος καιρός
    Κυρ 18:00
    31°C
    αίθριος καιρός
  • αίθριος καιρός
    Κυρ 21:00
    30°C
    αίθριος καιρός
  • αίθριος καιρός
    Δευ 00:00
    27°C
    αίθριος καιρός
  • αίθριος καιρός
    Δευ 03:00
    27°C
    αίθριος καιρός
  • αίθριος καιρός
    Δευ 06:00
    30°C
    αίθριος καιρός
  • αίθριος καιρός
    Δευ 09:00
    34°C
    αίθριος καιρός
  • αίθριος καιρός
    Δευ 12:00
    35°C
    αίθριος καιρός
  • αίθριος καιρός
    Δευ 15:00
    34°C
    αίθριος καιρός
  • αίθριος καιρός
    Δευ 18:00
    31°C
    αίθριος καιρός
  • αίθριος καιρός
    Δευ 21:00
    30°C
    αίθριος καιρός
  • αίθριος καιρός
    Τρί 00:00
    27°C
    αίθριος καιρός
  • αίθριος καιρός
    Τρί 03:00
    25°C
    αίθριος καιρός
  • αίθριος καιρός
    Τρί 06:00
    30°C
    αίθριος καιρός
  • αίθριος καιρός
    Τρί 09:00
    34°C
    αίθριος καιρός
  • αίθριος καιρός
    Τρί 12:00
    35°C
    αίθριος καιρός
  • αίθριος καιρός
    Τρί 15:00
    34°C
    αίθριος καιρός
  • αίθριος καιρός
    Τρί 18:00
    29°C
    αίθριος καιρός
  • αίθριος καιρός
    Τρί 21:00
    27°C
    αίθριος καιρός
  • αίθριος καιρός
    Τετ 00:00
    26°C
    αίθριος καιρός
  • αίθριος καιρός
    Τετ 03:00
    25°C
    αίθριος καιρός
  • αίθριος καιρός
    Τετ 06:00
    30°C
    αίθριος καιρός
📅 Κυριακή, 9 Αυγούστου 2026
⏰ --:--:--
"Τ’ ΑΡΒΥΛΑ (Της Μικρασίας) " Διήγημα του Τίτου Κοκκινέα
| kiki | Πεζογραφία
Εμφανίσεις: 517

"Τ’ ΑΡΒΥΛΑ (Της Μικρασίας) " Διήγημα του Τίτου Κοκκινέα

Έξι (6) χρόνια στρατιώτης της Μικρασίας μέχρι σήμερα! Πολεμούσα στην πρώτη γραμμή τον περισσότερο χρόνο των έξι (6) αυτών χρόνων!

Στο πρώτο (Α') Παγκόσμιο και στον ελληνοτουρκικό πόλεμο. Στο «μεγάλο» πρώτο (Α') Παγκόσμιο πόλεμο, πολεμήσαμε τους Γερμανούς με τους πρώην συμμάχους μας Βούλγαρους. Γιατί οι Βούλγαροι για τρίτη φορά μέσα σε έξι (6) χρόνια (από το 1912 μέχρι το 1918) θέλησαν να «βγούνε» στο Αιγαίο πέλαγος.


Την πρώτη φορά στον πρώτο βαλκανικό πόλεμο το 1912, σαν σύμμαχοί μας, ήτανε έξω από την Θεσσαλονίκη μας. Μα τους προλάβαμε και ελευθερώσαμε εμείς οι Έλληνες πρώτοι τους Έλληνες αδελφούς μας στις 26.10.1912 και τη Νύφη του Βορρά και του Θερμαϊκού μας. Στην Θεσσαλονίκη μας υποδέχτηκε ο Λαός της, σαν ήρωες και ημίθεους. Οι Βούλγαροι πείσμωσαν τότε. Σπάσανε την συμμαχία μας και τα … μούτρα τους! Επιτέθηκαν λυσσασμένα με υπεροπλία στρατό διπλάσιο από τον δικό μας και αιφνιδιαστικά.


Αυτός ήτανε ο δεύτερος (Β΄ Βαλκανικός) πόλεμος. Το1913. Πολέμησαν μ’ όλες τους τις δυνάμεις εναντίον μας. Με ηρωϊσμούς, θυσίες και άφθαστη γενναιότητα τους νικήσαμε και τότε και τους διώξαμε μακριά. Με την βοήθεια βέβαια και των συμμάχων μας Σέρβων και Μαυροβουνίων, στ’ άλλα μέτωπα. Τότε βρήκε ευκαιρία και η Τουρκία και τους πήρε και μια ολόκληρη περιοχή, στα σύνορά της, που μόλις είχανε ελευθερώσει οι Βούλγαροι, σαν ήτανε σύμμαχοί μας.


Έγινα στρατιώτης το καλοκαίρι του 1917 στη Γενική επιστράτευση του Βενιζέλου. Μετά τον «διχασμό» Βασιλιά-Βενιζέλου. την νίκη του Βενιζέλου στηριγμένη στις λόγχες των τώρα συμμάχων μας της ΑΝΤΑΝΤ. Την αποχώρηση του Βασιλιά Κωνσταντίνου στην Ελβετία, την βασιλεία του αδελφού του Αλέξανδρου και την κήρυξη του πολέμου στο πλευρό της ΑΝΤΑΝΤ του Βενιζέλου ενάντια στους Γερμανοβούλγαρους και τους συμμάχους τους.


Στις 16 Μαΐου 1918 επιτεθήκαμε στα απόρθητα οχυρά πολυβολίων κανονιοβολίων κ.λπ. των Βουλγάρων στο Σκρά. Στις 16 Μάη άρχισε το πυροβολικό μας να σφυροκοπά τα οχυρά του Σκρά. Απαντούσαν με λύσσα από 'κει οι Βούλγαρογερμανοί. Στις 17 Μάη συνεχίστηκε το σφυροκόπημα εκατέρωθεν. Την ίδια ημέρα επιτεθήκαμε με εφ’ όπλου λόγχη. Άρχισαν τα οχυρά τους, του Σκρά, να πέφτουν ένα-ένα στα χέρια μας.
Στις 18 Μάη ολοκληρώσαμε την νίκη μας στο Σκρά. Περίλαμπρη νίκη με 2000 αιχμαλώτους Βουλγάρους. Μας βοήθησαν Σέρβοι, Άγγλοι μα και Έλληνες με αντιπερισπασμό. Οι Γερμανοί σύμβουλοι των Βουλγάρων που πολεμούσαν μαζί τους, για να γλυτώσουν, έδεναν με αλυσίδες και Λουκέτα τους Βούλγαρους πολυβολητές, στα πολυβόλα τους πάνω, για να μάχονται μέχρι την τελευταία στιγμή και να καλύπτουν την φυγή τους. Έτσι γλύτωσαν και πολλοί Βούλγαροι Αξιωματικοί την αιχμαλωσία ή τον θάνατο ή τραυματισμό τους.


Πριν από την ηρωϊκή μάχη αυτή των απόρθητων οχυρών του Σκρά, είχαμε πολεμήσει, σ’ άλλες πολλές και σημαντικές μάχες, πιάνοντας και εκεί δεκάδες αιχμαλώτους. Συνεχίσαμε τις μάχες μετά την κατάληψη των οχυρών του Σκρά ντι Λέγκεν. Μάχη στις όχθες του Στριμώνα και του Αξιού κ.λπ.


Σκληρές και αδυσώπητες μάχες. Οι Γερμανοί είχανε άριστα εξοπλίσει τους Βούλγαρους, με αξιωματικούς τους, συμβούλους τους, Γερμανικό στρατό, με κανόνια, βαρύ οπλισμό, πολυβόλα, πυρομαχικά ατέλειωτα και όλα αυτά της τελευταίας επιστήμης και τεχνολογίας.


Μάταιος ο κόπος τους. τους νικήσαμε και τώρα με την άφθαστη ελληνική μας ορμή και γενναιότητα.
Τους κυνηγήσαμε μέχρι έξω από την πρωτεύουσά τους την Σόφια. Αυτοί υποχωρώντας πολεμούσανε, λυσσασμένα. Μέχρι γερμανικές νάρκες έσπερναν φεύγοντας, για να τις πατάμε όπως τους κυνηγούσαμε και να σκοτωνόμαστε! Όταν είδαν ότι ούτε αυτό μας σταμάτησε πουθενά, παρ’ όλες τις θυσίες μας, τι έκαναν νομίζετε;


Στην υποχώρησή τους έσπερναν .... ρολόγια της τσέπης, που ήτανε της μόδας τότε. Αλλά τα ρολόγια αυτά, δεν ήτανε... ρολόγια, αλλά γερμανικές νάρκες με τη μορφή ρολογιού τσέπης! Αν τα ρολόγια αυτά της τσέπης τα πατούσες με το χέρι σου δυνατά στο πλάϊ, για ν’ ανοίξει το καπάκι τους και να δεις την ώρα (έτσι γινότανε τότε με τα ρολόγια της τσέπης), αυτά έσκαγαν και σε σκότωναν, γιατί ήτανε νάρκες, ύπουλες, φτιαγμένες με την εγκληματική εφευρετικότητα της Γερμανίας τους!


Θα τους νικούσαμε κατά κράτος, κυριεύοντας και την πρωτεύουσά τους την Σόφια. Μα ήρθε αντίθετη διαταγή. Ολοταχώς πάμε Σερβία. Οι Βούλγαροι νικούν τους φίλους και συμμάχους μας Σέρβους εκεί. Αφήνοντας ηρωικούς Έλληνες νεκρούς, στο εκεί νεκροταφείο των Ελλήνων, νικούμε τους Βούλγαρους κι εδώ πέρα. τους αναγκάζουμε σε ντροπιασμένη γι’ αυτούς συμφωνία παίρνοντας τους όλες τις οχυρές θέσεις για Ελληνοβουλγαρικά σύνορα.


Τον Σεπτέμβρη του 1918 γίνεται εκεχειρία. Επιστρέφουμε στο στρατόπεδό μας στην Ελλάδα. Πέφτει τότε η πανωλεθρία της Ισπανικής γρίπης του 1918. Καραντίνα στο στρατό! Κανένας έξω από το στρατόπεδο. Όλοι μέσα. Φαΐ και ύπνο εκεί μόνο. Όπως είμαστε ταλαιπωρημένοι, μισοπεθαμένοι ψυχικά και σωματικά από την πολυκαιρινή εκστρατεία, τις συνεχείς απάνθρωπες μάχες στην πρώτη γραμμή του πυρός, ξεκουραστήκαμε! Γίναμε πιο δυνατοί με ροδοκόκκινα μάγουλα. Για μήνες η καραντίνα έκανε την δουλειά της. Κανένας στρατιώτης από εμάς δεν έπαθε ισπανική γρίπη του 1918!


Στις 11 Νοέμβρη 1918 (11.11.1918) τελειώνει και επίσημα ο πρώτος (Α:΄) Παγκόσμιος πόλεμος με νίκη της ΑΝΤΑΝΤ, και μεγάλη ήττα της Γερμανίας. Τόσο μεγάλη που μέσα της η ήττα αυτή είχε τον σπόρο για τον δεύτερο (Β΄) Παγκόσμιο πόλεμο που ξεκίνησε ο Χίτλερ μετά είκοσι ένα (21) χρόνια για να ξεπλύνει την ντροπή της. Περιμέναμε να απολυθούμε. Να πάμε στα σπίτια μας Στις οικογένειές μας. Στους γονιούς μας. Στις γυναίκες μας. Στα παιδιά μας. Μα αντί για κεί, ξαφνικά πάμε στην ... Μικρά Ασία. Στη Σμύρνη με τα καράβια! Υποδοχή Θεών, απ’ τους Μικρασιάτες Έλληνες. Έπειτα η πτώση της κυβέρνησης Βενιζέλου. Όλοι ψήφισαν βασιλικό κόμμα, επειδή υποσχέθηκε ότι «θα γυρίσουν όλα τα παιδιά σας πίσω, στα σπίτια σας. Θα τελειώσει ο πόλεμος. Θα γίνει ειρήνη!». Αντί όμως να γυρίσουμε εμείς στην Ελλάδα, ξαναγύρισε ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος. (Ο αδελφός του ο Αλέξανδρος είχε πεθάνει παράξενα). Και αντί για ειρήνη είχαμε πάλι πόλεμο. Και τι πόλεμο! Ολοκληρωτικό. «Στην Κόκκινη Μηλιά». «Να λείψει η Τουρκιά». Καταπατώντας Διεθνείς Συμφωνίες και με ψεύτικες υποσχέσεις στο Λαό μας, η κυβέρνηση τούτη με τον βασιλιά της μας οδήγησε στην καταστροφή.


Αλλά πριν την μεγάλη καταστροφή του 1922, την μεγαλύτερη όλων των εποχών, για τους Έλληνες, ίσως, θριαμβεύσαμε πάλι! Προχωρούσαμε ακάθεκτοι. Φτάσαμε έτσι μέχρι το Αφιόν Καρά-Χισάρ (Αφιονιού (οποίου) μαύρο κάστρο»(δηλαδή).


Η επιμελητεία δεν μας προλάβαινε. Οι κατεργάρηδες κι απατεώνες, τα λαμόγια της εποχής, μας έκλεβαν τα εφόδια, τις τροφές μας, τα ρούχα μας, τ’ άρβυλά μας.


Δεν είχαμε να φάμε, να ντυθούμε, να ποδεθούμε! Μέχρι που μείναμε κι από πολεμοφόδια! Δραματικά. εγκληματικά κι απαίσια όλα αυτά. Τα ερωτήματα παρέμειναν αναπάντητα. Η επιμελητεία δεν είχε; Δεν μας έφτανε έτσι που προχωρούσαμε αστραπιαία; Την κλέβαν οι επιτήδειοι;


Όλα αυτά μαζί και τ’ αποτέλεσμα ένα: Στέρηση των πάντων στο ηρωικό στρατό μας που έκανε τα πάντα, να προχωρήσει. Φτιάξαμε σε κάθε λόχο, σε κάθε διμοιρία, σε κάθε ομάδα μας, επιτροπές στρατιωτών, υπαξιωματικών και βαθμοφόρων, για την σίτησή μας, την ένδυσή μας, την πόδεσή μας. Με κατασχέσεις κι αρπαγές, με βιαιότητες να κερδίσουμε την άλλη μάχη της επιβίωσής μας.


Η ορμή μας όμως ήτανε τόση που στο τέλος αυτά τα μέτρα δεν έφτασαν.


Υποφέραμε. Από τροφή, από ρούχα, από άρβυλα. Περισσότερο από άρβυλα! Με τα πόδια πηγαίναμε, τρέχαμε, ορμούσαμε ανίκητοι. Περνούσαμε βουνά και πεδιάδες, ποτάμια, δρόμους κακοτράχαλους, ερημιές, ερήμους! Και τ’ άρβυλα έλιωναν. Έβλεπες στρατιώτες με δεμένα τ’άρβυλα τους με πανιά, σε σκοινιά, με σύρματα, να συγκρατούν τις ξεκολημμένες τους σόλες. Άλλοι ακολουθούσαν ξυπόλυτοι. Άλλοι μ’ ένα άρβυλο στο ένα τους πόδι μόνο! Παίρναμε τ’ άρβυλα όπου τα βρίσκαμε. Από αιχμαλώτους Τούρκους στρατιώτες, από πληγωμένους φαντάρους, δικούς μας και ξένους. Από σκοτωμένους Τούρκους, συμμάχους, Έλληνες.


Βλέπεις στους πληγωμένους των νοσοκομείων μήτε στους νεκρούς, χρησίμευαν πια τ’ άρβυλά τους. Αρκεί να ήτανε μια στάλα γερά άρβυλα. Να κρατούσανε έστω για λίγες μέρες. Έστω για μια μέρα. Έστω για μια ώρα, να κρατήσαν τα πόδια μας.


Γιομίσαμε χαρά μόλις ήρθανε οι νεοσύλλεκτοι στρατιώτες μας. Ριχτήκανε στις μάχες αμέσως, τους βοηθούσαμε, τους οδηγούσαμε, τους προσέχαμε, μέσα σε κείνη την κόλαση. Τους ζηλεύαμε όμως κιόλας. Επειδή ήτανε νεότεροί μας. Σχεδόν παιδιά. Επειδή δεν είχανε δει, δεν είχανε περάσει ότι εμείς. Επειδή ήτανε ξεκούραστοι, κι ακούραστοι, αν κι άμαθοι από πόλεμο! Επειδή είχανε καινούργια όπλα, καινούργια ρούχα και ολοκαίνουργα άρβυλα με προκαδούρες και πέταλα στα τακούνια τους.


Οι επιθέσεις των Τούρκων όλο και γινόταν σφοδρότερες. Μάθαμε ότι ο Κεμάλ, ο αρχηγός τους, έκανε συμφωνίες με τις σύμμαχες εγγυήτριες δυνάμεις μας. Επειδή παραβιάσαμε τις γραφτές συμφωνίες τους, που είχανε υπογράψει επί Βενιζέλου.


Οι Συμφωνίες μας αυτές έγραφαν ότι θα είχαμε μόνο λίγα απ’τα Μικρασιατικά παράλια. Όμως εμείς προχωρήσαμε για την «κόκκινη Μηλιά» για να «λείψει η Τουρκιά». Έτσι ο Κεμάλ εμψύχωσε τον στρατό του με τους «Νεότουρκους» του. Οι σύμμαχοι, μας εγκατέλειψαν. Τώρα βοηθούσαν τους Τούρκους! Παίρνανε λέει όπλα και πυρομαχικά απ’ αυτές τις εγγυήτριες πρώην συμμαχικές μας δυνάμεις. Επειδή παραβιάσαμε την συμφωνία. Εφαρμόζοντας και σε μας το «διαίρει και βασίλευε».


Μάχη στη μάχη. Χωρίς ξεκούραση, χωρίς ύπνο, χωρίς φαΐ και νερό! Είμαστε λίγοι. Οι Τούρκοι πολλοί κι αποφασισμένοι στη Χώρα τους.


Αρχίσαμε τακτικές υποχωρήσεις και ελιγμούς. Έπειτα πάλι επιθέσεις και αντεπιθέσεις. Δυο βήματα μπρος, ένα πίσω. Προάγγελός της άτακτης φυγής μας, σαν μείναμε κι από πυρομαχικά και όπλα.


Είχαμε υποχωρήσει. Καλοκαίρι. Ο τόπος έβραζε, στους 40 βαθμούς Κελσίου. Σε τρεις (3) μέρες οργανωμένη αντεπίθεση. Ξανακαταλάβαμε τα εδάφη που είχαμε χάσει. Στην ορμή και τη μάνιτά μας πάνω... έχασα τις αρβύλες μου! Ξεκυλιάστηκαν όπως ήτανε σάπιες και τις πέταξα θυμωμένος, στο τελευταίο χαράκωμά μας. Οι πρόγκες τους απ’τις σόλες τους μου τρυπούσανε τα πόδια γι’ αυτό.


Έτσι έμεινα ξυπόλυτος στη τελευταία νικηφόρα επίθεσή μας. Σαν τελείωσε κι η μάνιτά της σκληρής μάχης, ηρεμήσαμε λίγο. Ξαποστάσαμε. Φάγαμε την «ξηρά τροφή» μας όσοι μπορούσαμε να φάμε, μετά την τόση ταλάιπωρία, υπερένταση και εξάντληση, την αηδία των σκοτωμένων της μάχης. Τα βογγητά και τις φωνές άναρθρες και νοητές και τα ουρλιαχτά των πληγμένων και αυτών που ξεψυχούσαν. Αλλά νιώσαμε μια αόριστη ψυχική ικανοποίηση ότι νικήσαμε τον Χάρο, όσοι επιζήσαμε για μια φορά ακόμα. Τον Χάρο που θέριζε γύρω μας! Όλοι μας όμως ήπιαμε όλο το παγούρι το νερό μας, κι ας έβραζε από την τόση ζέστη. Συνήλθαμε λίγο. Πήραμε τις προφυλάξεις μας, τις σκοπιές μας, τους παρατηρητές μας ψηλά. Τις περιπολίες αναγνώρισης και κρούσης. Τότε πρόσεξα το κακό χάλι των ... ποδιών μου. Ματωμένα, κατακομματιασμένα, χωρίς άρβυλα με σφηνωμένα αγκάθια λιθαράκια, χαλίκια και πέτρες στα νύχια, στις πατούσες, στις φτέρνες μου, παντού! Είχανε πρηστεί και πονούσανε. Σχεδόν κούτσαινα. Τότε τ’ αποφάσισα. Έπρεπε «πάσα θυσία» να βρώ νέα άρβυλα. Από κανένα σκοτωμένο Τούρκο ή Έλληνα. Μα τους νεκρούς τους είχανε μαζέψει κιόλας σχεδόν όλους. Έπρεπε να βρω κανένα μεμονωμένο, σε καμιά ερημιά, κάπου. Δεν μπορούσα να συνεχίζω, έτσι ξυπόλητος, σ’ αυτό το κακό χάλι.


Ψάχνοντας σιγά-σιγά ανέβηκα ένα οχυρό λοφάκι. Στη κορφή του φάνταζε ένα πρόχειρο φυλάκιο. Φτιαγμένο με σχιστόλιθους, λιθάρια και πέτρες. Ξερολιθιά. Με πολύ τέχνη! Το να λιθάρι πάνω στο άλλο, χωρίς ν’αφήνει χαραμάδα σχεδόν πουθενά. Από περιέργεια το ανέβηκα το λοφάκι, κούτσα-κούτσα. Το πλησίασα να το δω. Κάτι αόρατο, ένα μυστήριο με τραβούσε προς αυτό σαν μαγνήτης!


Καθώς πλησίαζα, ένα ελαφρό αεράκι ερχότανε από κει, κάτι μου βρωμούσε, σαν πεθαμένο κουφάρι ανθρώπου που έμεινε άταφο μέρες. Η απαίσια μυρωδιά εκείνη όλο και δυνάμωνε καθώς πλησίαζα. Έφτασα! Και τι να δω! Έναν νεκρό Έλληνα στρατιώτη, μέσα στο πέτρινο φυλάκιο εκείνο! Γύρω του, σωρός οι κάλυκες, από τις σφαίρες που είχε ρίξει. Τους υπολόγισα. Θα ήτανε οι κάλυκες μέχρι τρία (3) κιβώτια των100 (εκατό)! Άλλωστε παραδίπλα του ήτανε τα άδεια τρία κιβώτια εκείνα. Είχε ρίξει σχεδόν τριακόσιες (300) σφαίρες! Εκτός από καμιά εικοσαριά (20) που του είχανε μείνει. Ελεύθερος σκοπευτής θα ήτανε, που από δικιά του πρωτοβουλία, για άγνωστους λόγους, προτίμησε να θυσιαστεί, καλύπτοντας φαίνεται την υποχώρησή μας, πριν τρεις (3) ημέρες! Μια εχθρική σφαίρα περνώντας από μια τρυπούλα του πέτρινου πρόχειρου φυλακίου του, τον είχε βρει κατακούτελα, τρυπώντας το κράνος του. Το φυλάκιό απ’ έξω, γύρω του ήτανε γιομάτο παραμορφωμένες σπασμένες απ’ την σύγκρουση με το λίθινο φυλάκιό του, μ’ εχθρικές σφαίρες! Κομμάτια πέτρες κι πετρούλες σπασμένες απ’τις σφαίρες αυτές, είχανε εκτοξευτεί εκεί γύρω. Ποιος ξέρει πόσους εχθρούς είχε στείλει στον Άδη, πριν κατέβει κι αυτός εκεί!


Οι Τούρκοι τον είχανε αφήσει εκεί για τιμωρία, να βρωμήσει και να σαπίσει άταφος! Τόσο τον μισούσανε για το κακό που τους έκανε! Δεν τον είχανε πειράξει καθόλου. Στεκότανε εκεί, καθιστός στο λιθάρι πουχε το φυλάκιο του για κάθισμα γερμένος πλάι, μ’ ακουμπισμένο κεφάλι πίσω στις ματωμένες πέτρες του φυλακίου του! Κρατούσε τ’ όπλο του «πάρα-πόδας» με την κάνη του προς τα κάτω, μ’ ανοιχτό το «κινητό ουραίο» όπως προσπαθούσε να το γεμίσει.


Ήτανε απ’ τους νεοσύλλεκτους. Σχεδόν παιδί. Το κατάλαβα από την καινούργια στολή του και τα ολοκαίνουργια τ’ άρβυλά του.


Μόλις είδα τ’ άρβυλα εκείνα, τα μάτια μου σπίθισαν. Τα ξέχασα όλα. Του τα ‘λυσα και τα τράβηξα με δύναμη να τα πάρω! Και τότε έγινε κάτι ο αποτρόπαιο, το απαίσιο, το ανατριχιαστικό. Μαζί με τ’ άρβυλά του ξεκόλησαν και οι σάπιες σάρκες του ποδιού του, κι έμειναν μέσα στ’ άρβυλά του! Τα ‘χασα! Δεν το περίμενα κάτι τέτοιο. Έφυγα μακριά του. Κάθισα σ’ ένα κοτρώνη, απάνεμα απ’το φυλάκιο και την βρώμια του.

 

Σκέφτηκα ψύχραιμα. Και τ’αποφάσισα. Έτρεξα στο στρατόπεδο πήρα σκαπάνι και σκαφτικό. Από κείνα που ανοίγαμε τα ορύγματα. Φώναξα για βοήθεια και τον φίλο συστρατιώτη μου τον Σταύρο. Πήγαμε κεί., Σκάψαμε δίπλα στο φυλάκιο του εκείνο, στο χωματένιο μέρος του λοφάκου ένα καλό τάφο. Τον σηκώσαμε με προσοχή και τον αποθέσαμε εκεί μαζί με τις σάρκες απ’ τ’ άρβυλά του. Τον σκεπάσαμε με χώμα καλά. Μόνο τ’ άρβυλά του τα κράτησα! Την καινούργια στολή του, το τρύπιο γεμάτο αίματα κράνος του, όπως τόχε φορεμένα τ’ αφήσαμε και τα θάψαμε μαζί του. Έπειτα πήγα στο πρόχειρο μαγειρείο εκστρατείας. Ζήτησα βραστό θερμό. Με το νερό αυτό να βράζει απολύμανα και τ’ άπλυτα τ’άρβυλα κείνα και τα... φόρεσα σαν στέγνωσαν! Και να δεις. Λες και ήτανε μαγεμένα τ’ άρβυλα αυτά. Κράτησαν μέχρι το τέλος. Δεν έλιωσαν. Στην υποχώρηση, στην φυγή μας. Μέχρι που μ’ έβγαλαν αναίσθητο απ’ τις ταλαιπωρίες της καταστροφής μας κείνης, στη Μυτιλήνη, και σώθηκα. Από θαύμα λες σωσμένες! Μαζί με τον συνάδελφο και συστρατιώτη μου Σταύρο.


Ξέχασα να σου πω. Μόλις φόρεσα τ’ άρβυλα εκείνα, έτρεξα στον «εφοδιασμό» μας. Βρήκα το καλύτερο άδειο κασόνι που είχε. Με τα σανίδια του, έφτιαξα ένα ξύλινο σταυρό. Με την ξιφολόγχη μου χάραξα πάνω του! ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΗΡΩΑΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Τον σταυρό τούτο τον κάρφωσα δυνατά στον τάφο του πάνω. Χάραξα το: «ΑΓΝΩΣΤΟΣ» γιατί πάνω του δεν του βρήκαμε τίποτε που να λέει τ’ όνομά του.


Και κάτι άλλο. Γιατί δεν τον πείραξαν οι Τούρκοι; Για τιμωρία, ή μήπως φοβήθηκαν ότι το φυλάκιο εκείνο, ήτανε παγιδευμένο κι οπλισμένο μ’εκρηκτικά και θα τιναζότανε στον αέρα μαζί τους αν το πείραζαν;
Αυτή είναι μια ιστορία από κείνες που μου πε ο παππούς μου ο Αριστείδης για την Εκστρατεία αυτή και επειδή από μικρός ήθελα να την γράψω σας την γράφω τώρα.

 

 

Τίτος Κοκκινέας

Συγγραφέας

Μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών

Πολιτιστικο Σωματειο «οι κορυφαιοι»