ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ :
giweather joomla module
Κυριακή, 16 Ιουνίου 2024 - 5:14:08μ.μ.
11
Δεκεμβρίου

ΤΑ ΤΡΙΑ ΚΑΛΑ του Αυγερινού Ανδρέου

Κατηγορία Πεζογραφία

«Τρία καλά είναι στον ντουνιά και στον απάνω κόσμο. / Η νιότη και η λεβεντιά και το καλό κορίτσι. / Τ’ ακούτε εσείς οι ανύπαντροι κι εσείς καλοί λεβέντες. / Φλουριά να μη ζητήσετε και βιο μη λιμπιστείτε».

68

Οι γνήσιοι και απλοί άνθρωποι κυρίως της υπαίθρου χώρας έχουν πολύ ψηλά στον αξιακό κοινωνικό τους πίνακα τα τρία αυτά καλά: τη νιότη, τη λεβεντιά και το καλό (όμορφο) κορίτσι. Θεωρούσαν (και ορθώς) ότι η προσωπική και οικογενειακή ευτυχία και η συγκλήρωση του βίου μπορούσε να επιτευχθεί, εάν ένας νέος και λεβέντης άνδρας παντρευόταν μία νέα και όμορφη κόρη, έστω και αν έλειπαν τα πλούτη (χρήματα, κτήματα, ζώα, βιός), τα οποία μπορούσαν ν’ αποκτηθούν στην πορεία ή και εάν δεν γινόταν αυτό μπορετό, δεν πείραζε και πολύ. Άρα, δεν θα έπρεπε οι νέοι να αποφθαλμιούν προίκες και άλλες παροχές.

 

Ο λαός τραγούδησε αρνητικά και περιπαικτικά τους αταίριαστους γάμους (ηλικιωμένοι πλούσιοι άνδρες ενυμφεύονται ωραίες, αλλά πτωχές νέες κοπέλες). Στην περιοχή Φιλιατών της Ηπείρου στα χρόνια της Τουρκοκρατίας τ’ αδέρφια της Χάιδως, μιας όμορφης νέας πτωχής, την πάντρεψαν με έναν πλούσιο γέρο. Όταν αυτή, λειτουργούσα κατά φύση, συνήψε παράνομο δεσμό με έναν νέο, τη σκότωσαν τα ίδια τ’ αδέρφια της: «Γέρασα ο μαύρος, Χάιδω μ’, γέρασα κι εσύ θέλεις παιγνίδια. / Θέλεις στην κούνια βάλε με, θέλεις στη σαρμανίτσα. / Και με το πόδι σ’ κούνα με και με το χέρι γνέσε. / Και με το στόμα σ’ το γλυκό πες μας γλυκά τραγούδια». Όλοι ζηλεύουν τα νιάτα και αποστρέφονται τα γηρατειά: «Να ’ταν τα νιάτα δυο φορές, τα γηρατειά καμία. / Να ξανανιώσω μια φορά να γίνω παλικάρι. / Να βάλω το φεσάκι μου, να ζώσω τ’ άρματά μου. / Να φύγω απ’ το σπιτάκι μου, να πάω στο παζάρι, / για να πουλήσω γηρατειά και ν’ αγοράσω νιάτα».

 

Με τη νιότη ερμηνευτικές δυσκολίες δεν υπάρχουν. Όμως, τίθεται το ερώτημα: Τι είναι η λεβεντιά; Ποιος είναι ο λεβέντης; Τόσο δύσκολη η έννοια που δεν υπάρχει αντίστοιχη λέξη στις ξένες γλώσσες. Κάθε εποχή έχει τον τύπο που ενσαρκώνει την ανθρώπινη τελειότητα. Κάποτε οι ημίθεοι, οι ήρωες, ο Ηρακλής, ο Αχιλλέας, ο Θησέας, οι Αμαζόνες. Αργότερα ο Αλέξανδρος υψώθηκε ως ο άνθρωπος των ανθρώπων. Στο Βυζάντιο παλικάρι για το οποίο ράγιζαν καρδιές ήταν ο Διγενής Ακρίτας, αυτός που μπορούσε να τα βάλει και με τον ίδιο τον Χάροντα. Μετά την Άλωση της Πόλης (1453), αλλά κυρίως στα ύστερα Οθωμανικά χρόνια και στα μετεπαναστατικά, δημιουργήθηκε ο νέος άρτιος και τέλειος τύπος ανδρός, με ισορροπία κορμιού και πνεύματος μαζί, με ανδρεία (η οποία, όμως, δεν φθάνει), με ευψυχία, με αψηφισιά, με δυναμικότητα, με άσβεστη φλόγα ψυχής, με θέρμη και αγάπη, με δεξιότεχνη ανατομία, με απλότητα και ιδανικά, με άρωμα ελληνικότητος, ο τύπος τουτέστιν του λεβέντη.

 

Τη λεβεντιά την τραγούδησε μόνον ο ελληνικός λαός, γιατί αυτός την γνώρισε. Τη βλέπει σε κάθε εκδήλωση του λεβέντη, γιατί είναι κρυμμένη μέσα του. Την μάζεψε αυτός απ’ τα αγρίμια του δάσους, από τ’ αγριολούλουδα των βουνοκορφών, απ’ όλη την ένωση των στοιχείων της φύσης, απ’ την αντάρα, την βροντή και τον κεραυνό, από το θαλασσινό αγέρι, απ’ το χάδι της μάνας και την αυστηρότητα του πατέρα, απ’ την μελαγχολία του φεγγαριού, απ’ τη λαμπράδα του ήλιου, από τον αγώνα και την αγωνία των προγόνων για ελευθερία, απ’ την αγάπη για την Ελλάδα.

 

Βλέπεις να υπάρχουν τα στοιχεία αυτά ως συνισταμένη δύναμη τα εσώτερα του λεβέντη, αλλά και καθαρό και υπερήφανο μέτωπό του, στην καθαρή και αμόλευτη ματιά του, στην ευγενή συμπεριφορά του κι στην βροντώδη περπατησιά του. Τον λεβέντη ο λαός προσομοίωσε με τον αετό: «Ένας αητός περήφανος, ένας αητός λεβέντης, / από την περηφάνεια του κι από τη λεβεντιά του, / δεν πάει στα κατώμερα να καλοξεχειμάσει, / μόν’ μένει απάνω στα βουνά, ψηλά στα κορφοβούνια…». Όχι από διάθεση επιβολής στους άλλους, όχι από πνεύμα επίδειξης, αλλά από υπερηφάνεια εκ της προς την ελευθερία αγάπης, περνοδιαβαίνουν οι λεβέντες αγέρωχοι: «Αυτοί δεν καταδέχονται τη γη να την πατήσουν. / Καβάλα τρώνε το ψωμί, καβάλα πολεμάνε, / καβάλα πάν’ στην εκκλησία, καβάλα προσκυνάνε, / καβάλα παίρν’ αντίδωρο απ’ του παπά το χέρι…».

 

Ο λεβέντης αντιπαρατίθεται ακόμη και με τον Χάρο: «Λεβέντης εροβόλαγε από τα κορφοβούνια. / Είχε το φέσι του στραβά, και τα μαλλιά κλωσμένα. / Κι ο Χάρος τον αγνάντευε από ψηλή ραχούλα… / Χάρε, σαν αποφάσισες και θέλεις να με πάρεις, για έλα να παλέψουμε σε μαρμαρένι’ αλώνι. / Κι αν με νικήσεις, Χάρε μου, μου παίρνεις την ψυχή μου. / Κι αν σε νικήσω πάλ’ εγώ, πήγαινε στο καλό σου. / Επήγαν και παλέψανε απ’ το πουρνό ως το γιόμα, / κι αυτού κοντά στο δειλινό τον καταβάνει ο Χάρος». Νιότη, τώρα, χωρίς έρωτα, χωρίς όμορφο κορίτσι, δεν γίνεται: «Ως απερνούν τα χρόνια, τόσο γερούμε / τώρα ’χομε τη νιότη κι ας τη χαρούμε».

 

Ο έρωτας κατέχει πρωτεύουσα θέση στον ψυχικό βίο των Ελλήνων, είναι ένα φλογερό και ζωηρό πάθος. Ενώνει σε μια θεία ένωση την αίσθηση και την ψυχή. Δεν είναι υλικός, ωστόσο εξαϋλώνεται στον μυστικισμό. Ο Legrand σημειώνει ότι «στη χώρα με τον φλογερό ήλιο και τη δροσάτη αύρα, όπου τα κορίτσια έχουν στα μάτια τους τόσες φλόγες είναι περιττά τα ονειροπολήματα». Μέχρι να ωριμάσουν τα πράγματα, ο έρωτας μένει κρυφός: «Μέσα στα φύλλα της καρδιάς, στου έρωτα το θρόνο, / εκειά ’χω την αγάπη μου και δεν το φανερώνω».

 

Πάντα η πρώτη αγάπη είναι η πιο δυνατή: «Τοίχος παλιός δεν κτίζεται, καινούριος δε χαλάται / καινούρια αγάπη πιάνεται, παλιά δε λησμονάται». Το τραγούδι που ακολουθεί στοιχεί ακριβώς με το νόημα και την ιδέα του αναλυομένου τραγουδιού: «Όλα τα πουλάκια ζυγά, ζυγά, / τα χελιδονάκια ζευγαρωτά. / Το έρημο τ’ αηδόνι το μοναχό, / περπατεί και λέει και κελαϊδεί: / – Άντρα μου, πολίτη, πραματευτή, / και Μεσολογγίτη ταξιδευτή, / πού την ηύρες, νιε μου, αυτήν την ναι, / την ξανθομαλλούσα, την Πατρινιά, / μήνα σε κάστρο βγήκες, μήνα στα χωριά, / μήνα στα μοναστήρια τα γουμενικά; / – Ουδ’ εις κάστρο βγήκα, ουδέ στα χωριά, / κι ουδέ μοναστήρια γουμενικά, / αχ την Πόλ’ ερχόμουν κι αχ τα νησιά, / και στη γειτονιά της απέρασα, / το βασιλικό της επότιζε, / τον αμάραντό της εδρόσιζε, / κι έκοψε κλωνάρι και μώρριξε, / μου είπε κι ένα λόγο και μ’ άρεσε...”.

 

 

 

 

 

 

 


Αυγερινός Ανδρέου
Συγγραφέας
Μέλος του ΔΣ της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών

Διαβάστηκε 363 φορές
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)

Πολιτιστικο Σωματειο «οι κορυφαιοι»

Ποιοι Ειμαστε

Το mcnews.gr μετά από δέκα χρόνια συνεχούς λειτουργίας είναι ένα site που βοηθάει, ενημερώνει, ψυχαγωγεί και συναρπάζει τους αναγνώστες του παγκοσμίως.

Διαβάστε περισσότερα