Τρέχων Καιρός
19°C
ελαφρές νεφώσεις
ΜεταξουργείοΠρόγνωση 3 Ημερών (Ωριαία)
-
Σάβ 03:0019°Cελαφρές νεφώσεις -
Σάβ 06:0020°Cελαφρές νεφώσεις -
Σάβ 09:0023°Cσποραδικές νεφώσεις -
Σάβ 12:0024°Cαραιές νεφώσεις -
Σάβ 15:0021°Cασθενείς βροχοπτώσεις -
Σάβ 18:0020°Cαραιές νεφώσεις -
Σάβ 21:0017°Cσποραδικές νεφώσεις -
Κυρ 00:0017°Cελαφρές νεφώσεις -
Κυρ 03:0016°Cελαφρές νεφώσεις -
Κυρ 06:0019°Cσποραδικές νεφώσεις -
Κυρ 09:0023°Cαίθριος καιρός -
Κυρ 12:0024°Cαίθριος καιρός -
Κυρ 15:0025°Cσποραδικές νεφώσεις -
Κυρ 18:0020°Cσποραδικές νεφώσεις -
Κυρ 21:0018°Cαίθριος καιρός -
Δευ 00:0017°Cαίθριος καιρός -
Δευ 03:0016°Cαίθριος καιρός -
Δευ 06:0020°Cαίθριος καιρός -
Δευ 09:0023°Cαίθριος καιρός -
Δευ 12:0024°Cαίθριος καιρός -
Δευ 15:0022°Cαραιές νεφώσεις -
Δευ 18:0020°Cσποραδικές νεφώσεις -
Δευ 21:0018°Cαίθριος καιρός -
Τρί 00:0017°Cαίθριος καιρός
ΤΟ ΔΙΛΛΗΜΑ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ Του Αχιλλέα Τσουράκη
Ο ανακριτής σήκωσε για λίγο το βλέμμα απ’ τα χαρτιά του γραφείου του, ανάβοντας συγχρόνως ένα τσιγάρο.
- Μπορείς να μου πεις τα καθέκαστα; Σ’ ακούω.
Έσκυψε πάλι στα χαρτιά του.
- Λέγε σ’ ακούω.
Πήρε μια βαθειά ανάσα κι ακούμπησε στο τασάκι το τσιγάρο.
Από πού ν’ αρχίσω; Τι να πρωτοπώ; Με είχε ρωτήσει, τάχα; Ένιωθα βούρλο. Τρία μερόνυχτα ξάγρυπνος όχι-όχι δύο και στο μυαλό μου χίλια πράγματα. Τι στο διάβολο ήθελα να ξαναμπλεχτώ με το θέατρο. Και γιατί μου έφταιγε το θέατρο; Ήθελες τα και παθές τα όπως λέει και το γνωμικό. Τον έβλεπα σκυμμένο στα χαρτιά του - δικογραφίες σίγουρα - καθώς τις μελετούσε με εμβρίθεια. Προσπάθησα να τον παρομοιάσω με τους υπάλληλους των δημόσιων γραφείων όταν πηγαίνεις λαχανιασμένος με την αίτηση στο χέρι και εκείνοι σε στήνουνε σκόπιμα λες και κρατάνε τον πάπα από τα αρχίδια. Όχι – όχι, καμία σχέση ο άνθρωπος με κείνα τα κνώδαλα. Ίσως έβλεπε την ταραχή στην οποία βρισκόμουν και άφηνε το πράγμα να κυλήσει ήρεμα. Και τότε πώς μου κόλλησε στο μυαλό ότι με ρώτησε να του πω τα καθέκαστα; Βρε - βρε πώς γυρίζουν τα πράγματα! Λίγα χρόνια νωρίτερα ούτε πού θα μπορούσα να το διανοηθώ ότι εγώ θα βρισκόμουν μπροστά σε ανακριτή όπως καλή ώρα. Όμως θα έπρεπε κάποτε να πιάσω το νήμα της ιστορίας μου εκθέτοντάς την με τη σειρά. Τι σειρά δηλαδή που το μυαλό μου γύριζε σβούρα. Βίος και πολιτεία. Και να τώρα τα πράσινα μάτια της Χαρίκλειας να με κοιτάνε παγερά. Άλλος νταλκάς μ’ αυτή τη γυναίκα. Τι στο καλό ήθελε από μένα; Γιατί μου έκανε τέτοια τσαλίμια; 'Ήμουνα σίγουρος ότι αυτή με είχε χώσει στη φάκα. Και κείνο το φιλί που μου είχε δώσει στα καμαρίνια; Τι γυναίκα παναθεμά την, τι γυναίκα! Και μόνο με τη σκέψη ότι μπορούσα να βρεθώ μαζί της πάθαινα. Μωρέ, μπας και τα είχα ονειρευτεί όλα αυτά. Βρε- βρε μπλεξίματα. Ο ανακριτής παραμέρισε τα χαρτιά του, σήκωσε τα μάτια κάνοντας μου ένα νόημα πού άφησε να καταλάβω ότι ζητούσε πολλά…
Έρχομαι στο προσκήνιο. Τα μάτια του κόσμου είναι κρεμασμένα επάνω μου. Νομίζω πώς βρίσκομαι στο τεσσαρακοστό όροφο ενός ουρανοξύστη στη Νέα Υόρκη. Ανεβασμένος στο παράθυρο του ψηλού κτιρίου κοιτάζω κάτω την Πέμπτη Λεωφόρο και τους ανθρώπους πού τρέχουν σαν μυρμήγκια. Ακούω τη φωνή του δρόμου πού με καλεί προς τα κάτω μ’ ένα μαγικό τρόπο. «Έλα» μου λέει «μη φοβάσαι» Αφουγκράζομαι προσεκτικότερα μήπως κάνω λάθος. Μα ή φωνή ξανάρχεται τώρα πιο επιτακτική. «Έλα, δοκίμασε και θα δεις ότι μπορείς να πετάξεις»... Με πιάνει πανικός. Είναι η δική μου φωνή ή είναι η φωνή του δρόμου πού με προστάζει; Λέω να δοκιμάσω. Έχω την εντύπωση πως μπορώ να πετάξω και ζυγώνω το ακροχείλι του παραθύρου. «Έλα» μου λέει η φωνή, «έλα»... συνέρχομαι. Τώρα με καλεί ή φωνή του κόσμου. «Έλα» μου λέει η πλατεία.
Τα μάτια της, σαν ένας μακρινός γαλαξίας πού προσγειώθηκε μπροστά μου. Ευκαιρία να ενταχθώ στον αστερισμό του πλήθους που τα μάτια του τρεμοπαίζουν σαν την μαρμαρυγή των άστρων. Νιώθω σαν να ’μαι πεφτάστερο που στροβιλίζεται με ίλιγγο έτοιμο να βουτήξει στο κενό.
Έχεις τη δύναμη να στήσεις τον εαυτό σου στον τοίχο; Μπορείς να τον τουφεκίσεις; Αν μπορείς κάντο. Είναι η συνείδηση πού αναφαίνεται σαν ηφαιστειακή έκρηξη. Μία έκρηξη πού μπορεί να είναι λογική εξομολόγηση, πολλές φορές όμως και παράλογη πράξη. Θα μπορούσαμε να την παρομοιάσουμε και με ένα εκκολαπτόμενο αυγό πού έρχεται ή ώρα του για να σπάσει και αντί να ξεπεταρίσει από μέσα του το πουλί ξεδιπλώνεται ένα φιδάκι. Νομίζω πως βρίσκομαι έξω απ’ τα όριά μου. Σαν να είμαι κάποιος άλλος πού στέκεται αντικρυστά με μένα και με κοιτάζει άλλοτε ειρωνικά κι άλλοτε με συγκατάβαση πάντα όμως ειλικρινά. Είμαι αυτός; Είμαι έτσι; Και πώς αλλιώς; Πρέπει να έχω χάσει το λογικό μου. Και τι είναι στο τέλος-τέλος λογικό; Μήπως δεν είναι η διαύγεια, η καθαρότητα του νου; Και έχω τόσο καθάριο μυαλό; Είμαι σε σύγχυση. Στέκομαι απέναντι στον εαυτό μου σαν κάτι άλλο. Εγώ και ο άλλος μου εαυτός πού ωστόσο δεν του μοιάζω. Δεν είναι δυνατόν. Προσπαθώ να ξεχάσω το άλλο είδωλο και δεν μπορώ. Κι όμως πρέπει να αρνηθώ ετούτη την ετερότητα και να επιστρέψω σε μένα. Και είμαι μόνο εγώ και ο άλλος μου εαυτός ή εγώ και ο άλλος και ο άλλος και ο άλλος οι χίλιοι μου εαυτοί σπαρμένοι στο άπειρο; Ίσως τούτη η διαίρεση της ύπαρξής μου με βοηθήσει σε μία ανίχνευση πού σίγουρα θα με λευτερώσει από κάποια ενδόμυχη ενοχή πού βρίσκεται βαθιά μέσα μου και να με οδηγήσει σε μία άλλη διάσταση ανερμήνευτη αλλά σίγουρα απαραίτητη. Είναι λοιπόν το ένστικτο πού με παροτρύνει σε πράξη αλτρουισμού η οι τύψεις πού έρχονται σαν ανάμνηση από παλαιότερες βίαιες η όχι πράξεις; Πρέπει να είναι όλα μαζί. Το μηλίγγι μου πάει να σπάσει. Κι αν όλο αυτό το σκηνικό παιγνίδι δεν είναι παρά ένα δόκανο πού το στήνει ο κακός μου εαυτός για να παγιδευτώ; Και ποιος είναι στο τέλος ο κακός; Εγώ ή ο άλλος; Έχω μπερδευτεί σαν κουβάρι. Ωχ αδερφέ καλέ η κακέ, ας γίνει ό,τι είναι να γίνει. Το παιγνίδι για το παιγνίδι. Μία άσκηση του νου, πάνω στην ίδια τη σκέψη...
Τώρα ο ανακριτής, νέος και όμορφος άντρας γύρω στα τριάντα πέντε, καπνίζει αρειμανίως κρατώντας σημειώσεις βιαστικά.
- Μπορώ να καπνίσω, κύριε ανακριτά; του λέω με τακτ.
- Βέβαια, βέβαια, βέβαια. Κι αν μάλιστα θέλετε, μπορείτε να πάρετε από τα δικά μου, μόνο που είναι ξένα…
- Ευχαριστώ, καπνίζω πίπα κι ο καπνός μου είναι Ολλανδικός.
- Δεν ξέρω άνθρωπο που να μην έχει κάποια αδυναμία. Είπε χωρίς να σηκώσει το κεφάλι του απ’ τα χαρτιά. Σε πέντε λεπτά τελειώνω αυτή την έκθεση που είναι κατεπείγουσα. Τώρα το καλοκαίρι, που τα δικαστήρια είναι κλειστά, μερικοί από μας είμαστε υποχρεωμένοι να διεκπεραιώνουμε διπλάσια και τριπλάσια εργασία… Μήπως θέλετε καφέ; Είπε σταματώντας το γράψιμο. Ήτανε μελαχρινός με γαλάζια μάτια.
- Σας ευχαριστώ. Σας ευχαριστώ πολύ του είπα. Πού τέτοιες ευγένειες στον καιρό μας, μονολόγησα. Αν τύχαινε να πιαστεί κανείς - πράγμα που γινότανε πολύ συχνά - μπαλαούρο, με όλα τα συνακόλουθα. Έβγαλα την πίπα μου, την καθάρισα διακριτικά, τη γέμισα κι άρχισα να καπνίζω. Είχα να κοιμηθώ δυο μερόνυχτα. Όμως το γραφείο κλιματιζότανε και η ατμόσφαιρα του όλου χώρου δημιουργούσε μια νωχέλεια. Κοίταξα έξω από το παράθυρο και είδα μία ψωραλέα ακακία που τα μισοκιτρινισμένα της φύλλα έμεναν ακίνητα. Σκέφτηκα προς στιγμή τους ευκαλύπτους της Μονής Πετράκη, που τώρα θα στέκονταν ασάλευτοι με όλη τη μεγαλοσύνη που έχουν τα θεόρατα δέντρα. Βολεύτηκα καλύτερα στην άνετη πολυθρόνα. Είχα πάνω από δέκα χρόνια να περάσω τόσο έντονα. Τι του ήρθε του Μένιου να ’ρθει να με βγάλει από τα ήρεμα νερά, με κείνα τα σώσε μας και σώσε μας φιλαράκο. Ίσως να φταίει και η δική μου ματαιοδοξία.
- Θα μας γράφεις λοιπόν το νούμερο; Στην αρχή δεν ήθελα. Κάποιος αδιόρατος φόβος με είχε κυκλώσει σα σβούρα. Και γύριζε και γύριζε... Ήξερα πως, αν δεχόμουν θα μπλεκόμουν σε κάποια ιστορία, που σίγουρα θα είχε απρόβλεπτα… Είχα προσωπικούς λόγους να μη θέλω κι ωστόσο...
- Θα μας γράψεις λοιπόν το νούμερο; Το φίλο είχα να τον δω καιρό. Ήταν ένας μέτριος ηθοποιός από αυτούς που δουλεύουνε συνέχεια στο θέατρο. Με λίγα λόγια χρήσιμος. Κάποτε έκανε τον λογιστή και ξαφνιάστηκα όταν αργότερα έμαθα πως έκανε τον ηθοποιό. Βέβαια εκεί στα Ιουλιανά και ενώ είχαμε μία κοινή δραστηριότητα στην οργάνωση αυτός λίγο έλειψε να μπερδευτεί σε φόνο όταν σκοτώθηκε κάποιος διαδηλωτής εκείνο το καλοκαίρι. Απ’ το πιστόλι που είχε επάνω του λείπανε τρεις σφαίρες, τα καταφέραμε να κουκουλώσουμε εκείνη την ιστορία. Στη σχολή ερχόταν για τις γκόμενες. Αυτό μου είχε δώσει να καταλάβω. Τον ήξερα είκοσι χρόνια και για ένα διάστημα μου ήτανε κολλητός. Είχαμε τελειώσει μαζί τη Σχολή Θεάτρου και κάθε τόσο μου έλεγε πως είχα κάνει λάθος που τα είχα παρατήσει.. Τα πρώτα χρόνια είχαμε συγκροτήσει κάποιους περιοδεύοντες θιάσους μαζί με άλλους ατάλαντους, κι όπως γυρίζαμε στην επαρχία και λέγαμε το ψωμί ψωμάκι πολλοί απ’ αυτούς μας άφηναν στη μέση κι έτσι υποχρεωνόμασταν ή να αλλάζουμε νούμερα ή να γράφουμε καινούργια, για να σώσουμε την κατάσταση. Μέσα στην τόση μας πρεμούρα, λοιπόν, είχα αρχίσει να πιστεύω ότι το γράψιμο κάπου θα με πάει. Δεν είχα καταλάβει ακόμη ότι στους στραβούς ο μονόφθαλμος βασιλεύει. Άρχισα λοιπόν να γράφω κάτι σαπουνόφουσκες με λίγη σάλτσα δικολαβίστικη, έβαζα μέσα και κάτι αρλούμπες με επίφαση δημοκρατική και η πρωτοπορία ήταν έτοιμη. Αργότερα ήρθε η επταετία. Οι σαπουνόφουσκες μου έσκαγαν, προτού φουσκώσουν ακόμη. Προσπάθησα να καταφύγω στην αλληγορία, μα ούτε τη δύναμη είχα ούτε και την τέχνη.
Γύρω στα τέλη του εξήντα μπήκα σε μια κεντρική σκηνή, δούλεψα πέντε έξη μήνες, μα έκανα να πάρω τα λεφτά μου ένα χρόνο και τότε κατάλαβα πως, αν έμενα στο θέατρο, θα ήμουνα λιγούρης για όλη μου τη ζωή. Το χειρότερο απ΄ όλα ήταν πως αυτός που είχε το θέατρο, ο θιασάρχης και πρωταγωνιστής, σπαταλούσε τα χρήματα των συναδέλφων στον ιππόδρομο και στο χαρτί. Κι’ έκανε τον κομμουνιστή. Λοιπόν κύριε, όταν πρόκειται για το προσωπικό συμφέρον, την ιδεολογία ο πάσα ένας την έχει χεσμένη.
- Λοιπόν Ηρακλή...
- Τι να σου πω φίλε μου. Ξέρεις πως τα ’χω παρατήσει.
Η αλήθεια είναι πως η πρότασή του με είχε τσιγγλίσει. Όταν έχεις ανέβει στο σανίδι, το μικρόβιο το ’χεις θαμμένο βαθιά και κάποια στιγμή θέλει να αναδυθεί. Μοιάζει με τους βρυκόλακες, που σπάζουν τις ταφόπετρες και βγαίνουν μέσα στη νύχτα αναζητώντας να ρουφήξουν ζεστό αίμα, για να ποτίσουν τη νεκρή τους φύση. Είναι σαράκι, που ροκανίζει τα σωθικά και σου αφήνει σακατιλίκι. Και είτε έχεις να δώσεις στη σκηνή είτε όχι, εσύ έχεις κολλήσει την αρρώστια και την παίρνεις μαζί σου στην άλλη ζωή. Δεν είχα ταλέντο, εντάξει. Κι αν είχα;
Σάμπως μου δόθηκε η ευκαιρία για να λάμψει; Πόσοι και πόσοι άνθρωποι δεν πήγαν στράφι, γιατί δεν είχαν το κουράγιο να συνεχίσουνε κάτι ή γιατί δεν βρέθηκε ο κατάλληλος που θα τους έπιανε απ’ το χέρι. Μωρέ κακά τα ψέματα. Ο κλαψής τρώει τον τραγουδιστή.
- Σε βλέπω, το σκέφτεσαι, θα μας βοηθήσεις, έτσι;
- Με έναν όρο.
- Δεκτός απριόρι...
- Απριόρι; Τι απριόρι...
- Θέλω να πω. . .
- Καλά, καλά...
Του είπα για να τον βγάλω απ’ τη δύσκολη θέση. Ήξερα ότι το σινάφι συνηθίζει τις εξεζητημένες φράσεις, για να εντυπωσιάζει. Έξω βέβαια κι απ 'το περίεργο που πίστευε ότι έχει μία ιδιαιτερότητα σε σχέση με το χώρο που ζει. Με τους άλλους δηλαδή. Στην ολότητά τους, νομίζουν πως είναι μεσάζοντες μεταξύ του κόσμου τούτου και κάποιου άλλου. Τώρα ποιου; Ποτέ μου δεν μπόρεσα να καταλάβω. Κι όταν πολλές φορές ακούω κάποιον που λέει «όταν παίζω, δημιουργώ» είναι σα να μου λέει ότι δίνω πνοή σε πηλό. Από ψώνια το θέατρο βρίθει. Ή κάποιοι άλλοι που λένε «εγώ έτσι λειτουργώ». Ο Θεός να φυλάει. Θυμάμαι όταν γράφαμε κάτι σκετσάκια μ’ έναν συνεργάτη, σε κάποια στιγμή μου ψέλλισε . Εμείς οι διανοούμενοι... Γύρισα να δω σε ποιόν το λέει... Ήμασταν οι δυο μας...
- Εμείς είμαστε οι διανοούμενοι; Ψιθύρισα με κάποια συστολή.
- Αν δεν πιστεύεις σ' αυτό που κάνεις τότε καλύτερα να τα παρατήσεις, με είχε κεραυνοβολήσει. Τόση ξιπασιά και πού αλήθεια να κρυφτεί. Βρε, βρε πόσο φτώχυνε η διανόηση….
- Υποπτεύομαι ότι θέλεις να παίξεις, γι’ αυτό σου μίλησα έτσι. Έπειτα μην ξεχνάς ότι πάντα μου πίστευα στις ικανότητες που έχεις. Πόσες φορές ρε Ηρακλή δε σούχω πει, εσένα η σκηνή σε θέλει.…
- Πάνε αυτά για μένα τώρα. Έχω μπει σε άλλο κανάλι...
- Όχι, όχι. Αυτό να μην το ξαναπείς. Είναι μια ευκαιρία για να αποδείξεις ότι αξίζεις.
- Σ’ ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια, μα ...
- Δεν έχει μα. Θα παίξεις. Σήμερα είναι Δευτέρα, όμως το βράδυ θα βρεθούμε όλοι οι συνάδελφοι για να μοντάρουνε αυτό που θα γράψεις...
- Θα προλάβω;
- Θα προλάβεις. Κάνε μια προσπάθεια φίλε μου, να δεις που θα με δικαιώσεις. Πάω να τηλεφωνήσω στα παιδιά γιατί ξέρω ότι θα χαρούνε πολύ. Το βράδυ στις εννιά στο θέατρο θα γιορτάσουμε την επιστροφή σου...
Η αλήθεια είναι πως είχα κολακευτεί. Έπειτα ήταν και το σαράκι. Ναι, ήθελα να ξαναβγώ στη σκηνή. Έχει το πάλκο μια γοητεία ανερμήνευτη. Την ώρα που μιλάς στο κοινό δέχεσαι τέτοιες ηλεκτρικές κενώσεις που δημιουργούν μέσα σου περίεργες εκρήξεις. Και τότε ανάβουν τα γλομπάκια σου κι εκπέμπουν ποικίλους χρωματικούς ήχους που φορτίζουν την αίθουσα και μετατρέπονται σε γέλια και συγκινήσεις. Είναι η σκηνική μαγεία, που σε παρασύρει σε πρωτόγνωρους εσωτερικούς ρυθμούς, που σαγηνεύουν τα μάτια του κόσμου, που σε κοιτάζει. Θυμάμαι εκείνους τους παλιούς ηθοποιούς που έβγαιναν στη σκηνή, ενώπιος ενωπίω, χωρίς καμιά συνταγή κι άρχιζαν με τις πρώτες φράσεις να παρασέρνουν το θεατή σε ένα διάλογο, που δημιουργούσε σεισμικές δονήσεις. Άλλες πάλι φορές καθώς είσαι έτοιμος να πεις τις ατάκες σου, σίγουρος πως θα δρέψεις δάφνες, σου φανερώνεται μπροστά σου ένα πελώριο μαύρο σεντόνι κι ο κόσμος μπροστά σου έχει σβηστεί. Και μένεις με το στόμα ανοιχτό ενώ η μιλιά σου είναι κομμένη. Κι αν έχεις τη δύναμη ή το ταλέντο που θα έλεγε κανείς, καταφέρνεις να σηκωθείς απ’ το χαντάκι που έχεις πέσει. Μα αν δεν τα καταφέρεις ή σου κλέβουν τις ατάκες οι καπάτσοι ή κλείνουν την αυλαία για να σωθείς. Το βράδυ λοιπόν στις εννιά έπρεπε να κάνω εντύπωση. Έπρεπε να κερδίσω το χαμένο χρόνο.
Πρέπει αυτό που θα κάτσω να γράψω νάναι απόσταγμα ζωής. Έλα όμως που ο κόσμος είναι αφελής. Ο κόσμος θέλει παραμύθι. Πάει στο θέατρο να ξεσκάσει. Θα πρέπει όμως πρώτα να ξεκαθαρίσω μέσα μου τι θέλω απ’ την τέχνη. Και πρώτα πρώτα είμαι καλλιτέχνης; Το ερώτημα σηκώνει συζήτηση. Μα υπάρχει η έξωθεν μαρτυρία κύριοι. Ήρθαν και με βρήκαν, πράγμα που σημαίνει ότι μου έχουν εμπιστοσύνη. Πάμε παρακάτω. Θα πρέπει λοιπόν να είμαι αληθινός. Να είμαι ειλικρινής με τον εαυτό μου. Η αλήθεια προέχει. Γιατί όντας ειλικρινής κανένας με τον εαυτό του γίνεται πιστευτός στον θεατή. Μα τότε θα πρέπει να καταθέσω τα προσωπικά μου βιώματα που δεν θα είναι παρά μια εξομολόγηση. Όχι, όχι. Η επικαιρότητα θα πρέπει να με απασχολήσει. Η επικαιρότητα στην επιθεώρηση μετράει. Οι σχολιασμοί της στο θέατρο έχουνε πέραση. Το κοινό με τέτοια ηδονίζεται. Όμως κάνοντας το χατίρι του θεατή ο καλλιτέχνης ξεστρατίζει. Γιατί αν τελικά θεωρώ τον εαυτό μου αποτυχημένο, είναι γιατί προσπαθούσα να κολακέψω το κοινό κι έγραφα εκείνες τις σαπουνόφουσκες που εξανεμίζονταν με τις πρώτες παραστάσεις. Τι πρέπει λοιπόν να κάνω; Το δίλημμα με προβληματίζει. Είμαι στο παρόν αλλά με καίει το παρελθόν. Είμαι παιδί της κατοχής. Ανδρώθηκα δηλαδή την εποχή εκείνη. Τον καιρό του πολέμου η ζωή έχει μια συμπύκνωση τρομακτική. Σαν θυμάμαι τα όσα έχω περάσει, μου κόβεται η αναπνοή. Το πώς υπάρχω το οφείλω στην τύχη. Πολλές φορές λέω στον εαυτό μου. Ρε Ηρακλή είσαι παλικάρι. Στην αντίσταση καρντάσης. Μια φορά κρατώντας το χωνί ντελάλιζα την επίθεση του κόκκινου στρατού... «Πατριώτες, απόψε στο Στάλινγκραντ ο φασισμός πεθαίνει».. Τώρα ποιοι ήταν οι πατριώτες; Εμείς ή οι άλλοι... Πέσανε ριπές, μας πήρανε φαλάγγι. Πηδάω μία μάντρα και βρίσκομαι μέσα σ’ ένα βαρέλι γεμάτο κρασί, που είχε γίνει ξύδι. Βγαίνω μετά από λίγο στουπί. Στο κεφάλι μου μια έκρηξη. Άρχισα να πυροβολώ στην τύχη. Η πολιτοφυλακή ήθελε να με καθαρίσει. Ότι είχα σκοτώσει τον αρχηγό της ομάδας για αντεκδίκηση. Ήμουν μεθυσμένος από το κρασί που είχα πιει ρε παιδιά και βαρούσα στην τύχη. Η καρδιά μου απ’ το φόβο είχε πάει στην Κούλουρη... Ο λεγάμενος είχε γκαστρώσει την αδερφή μου που είχε καταντήσει πόρνη... Ένα βράδυ καταφέρνω και το σκάω απ’ την απομόνωση. Σμίγω το λοιπόν με κάτι φιλαράκια που ενεργούσαν δίχως πολιτική βούληση. Η αντίσταση για την αντίσταση. Η παρανομία μού πήγαινε γάντι. Πηγαίναμε στα Μεσόγεια κι ό,τι βρίσκαμε, σταφίδα, μπομπότα, λάδι, τα μοσχοπουλούσαμε δέκα φορές πάνω απ’ την πραγματική τιμή. Ό,τι μας κατέβαζε η γκλάβα μας το εφαρμόζαμε στο πίτς φυτίλι. Τρεις φορές οι κερατάδες μου στήσανε καρτέρι. Τρία παράσημα έχει το κορμί μου απ’ την εποχή εκείνη. Στις αρχές του Δεκέμβρη φορούσα τη στολή... Οχυρωθήκαμε στου Μακρυγιάννη. Τρέμετε κουφάλες, θα σας κόψουμε το λαρύγγι...
Τότε κατάλαβα πού το πήγαιναν τα κουμμούνια. Είχαν αρχίσει να ξεκληρίζουν την αφρόκρεμα του τόπου γιατί δε συμφωνούσε με την κόκκινη γραμμή. Ας είναι καλά οι Τζώνηδες, που μας αγκάλιασαν κι έπεσε λεπίδι. Δεκάξι χρονώ και είχα γνωρίσει τη ζωή απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη. Μόλις όμως κάναμε δική μας κυβέρνηση την κοπανάω για τη Θεσσαλονίκη. Ματοκύλησαν τον τόπο οι πούστηδες γιατί δεν πέρασε το δικό τους χαρτί. Ευτυχώς που στην κρίσιμη ώρα πέσανε τα ντόλαρς και πήραμε επάνω μας κομμάτι. Το φυσάνε και δεν κρυώνει τώρα.… Κι όταν αργότερα ήρθαν οι συνταγματάρχες και ξανάνοιξαν τα ξερονήσια έκαναν λάθος που δε μας απάλλαξαν απ’ αυτά τα μιάσματα. Στερνή μου γνώση να σε είχα πρώτα... Ευτυχώς που οι καουμπόϊδες δεν σηκώνουνε ζορμπαλίκια. Θέλεις ευημερία κύριε, φάτηνα... Όχι που θα αφήναμε την Ελλαδίτσα μας να γίνει μουζικοχώρα... Τώρα γιατί τα σκέφτηκα όλα αυτά. Α ναι... Το κακό με μένα είναι ότι πάντοτε βρισκόμουνα έξω απ’ το κύριο θέμα. Πρέπει να τα ξεχάσω αυτά μια για πάντα. Έχω μία λέσχη και τα μαζεύω χοντρά. Δουλεύουν άλλοι για μένα. Καιρός λοιπόν να το παίξω καλλιτέχνης. Πρέπει να πνίξω το παρελθόν, που με κυνηγάει σαν ερινύα. Σηκώνομαι, ψήνω ένα μπρίκι καφέ και στρώνομαι στη δουλειά. Πρέπει να σχολιάσω την επικαιρότητα. Γράφω σαν τον τρελό όλη τη μέρα. Και ξαφνικά κοιτάζω το ρολόι μου. Η ώρα είναι εννέα παρά.… Μαζεύω τα χαρτιά μου και γίνομαι Λούης... Αυτά που έχω γράψει είναι ένα σκαρίφημα που θα αναπτυχθεί με τον αυτοσχεδιασμό. Αν δεν στηρίξω το παίξιμό μου πάνω στα παλιά πρότυπα δεν πετυχαίνω τίποτα. Μπαίνοντας στο θέατρο δέχομαι υποδοχή ήρωα. Παίρνω κουράγιο και τους λέω με λίγα λόγια αυτό που έχω ετοιμάσει και μένουνε σύμφωνοι.
Παρορμητικό το ένστικτο μου με παρότρυνε σε δράση. Ξαφνικά και εντελώς ανέλπιστα θα μπορούσα να πω άρχισα να σκέφτομαι το μέρος της δικής μου ευθύνης για τα όσα μας καταλόγιζαν οι αντιφρονούντες. Και βέβαια το μεγαλύτερο μερίδιο στην όλη υπόθεση έπεφτε στις συμπτώσεις. «Έφταιγα πού έχασα τον πατέρα μου;» Όχι. «Έφταιγα πού η μάνα μου πέθανε φθισικιά;» Όχι. «Έφταιγα πού η αδερφή μου κατάντησε πόρνη;» Όχι. Πεινούσα κι έπρεπε το λοιπόν να ζήσω. Με το δελτίο το ψωμί, απ' το φούρνο, με το δελτίο λίγη ζάχαρη, ρεβύθια, πλιγούρι, λούπινα και μερικά τσιγάρα απ' το μπακάλη, όταν η μάνα μου σταμάτησε να καπνίζει γιατί της έφερνε ακατάσχετο βήχα, πήρα τα τσιγάρα της μια κούτα ΕΘΝΟΣ και βγήκα και τα πουλούσα τρία στο τάληρο.
«Τα τρία του μπακάλη μ’ ένα τάληρο» φώναζα όλη τη μέρα. Στο κέντρο της Αθήνας κάποια μέρα γνώρισα το Λεωνίδα. Ήτανε πιο μεγάλος από μένα. Απ' την «Οσία Ξένη» δεν είσαι μου γυρίζει. Του λέω «ναι» «κι εγώ παλιός Κοκκινιώτης» μου λέει... «Μένω λίγο πιο πάνω. Καισαρείας». Δεν τον ήξερα. Έβγαλε απ’ την τσέπη του μια χούφτα σταφίδες και μου τις έβαλε στην τσέπη. Του ’δωσα ένα τσιγάρο, δεν ξέρω γιατί νόμιζα πως καπνίζει. Άναψε από έναν περαστικό. Δεν καπνίζεις εσύ; Έκανα νόημα όχι. «Μπράβο» μου κάνει, «οι άνθρωποι που έχουν μέλι και δε βουτάνε το δάχτυλο τους έχουνε χαρακτήρα». «Δεν έχω μέλι» του είπα γιατί δεν κατάλαβα. «Που δεν καπνίζεις εννοούσα.» «Τι δουλειά κάνεις» τον ρώτησα. Πολεμάω τον κατακτητή μου απαντά. Ήτανε είκοσι χρονώ και φαινόταν μικρότερος. Περπατούσαμε στους δρόμους της Αθήνας κουβεντιάζοντας. Μου έδειχνε εμπιστοσύνη κι αυτό με κολάκευε αρκετά. Πάντα ένας δεκατετράχρονος ονειρεύεται ένα μεγαλύτερό του για φίλο. Για πολύ ώρα τον άκουγα χωρίς να ενδιαφέρομαι να πουλήσω από την πραμάτεια μου. Φτάσαμε στις σχάρες της Ομόνοιας. Μερικά ανθρώπινα ρετάλια ήταν κουβαριασμένα πάνω στο ζεστό αέρα πού έβγαζαν οι σιδεριές του υπόγειου της πλατείας. Από κάτω μας τα μηχανήματα του εξαερισμού δούλευαν ασταμάτητα. Όλοι αυτοί οι φουκαράδες δεν θα προλάβουν να δουν λευτερωμένη την πατρίδα μας, μου είπε με μάτια βουρκωμένα. Μούκανε πρόταση να με κεράσει ένα γάλα στο Ολύμπια. Ξαφνιάστηκα μα δεν μπορούσα να αρνηθώ γιατί είχα να πιω γάλα από αρκετό καιρό. Οι περισσότεροι από τους πελάτες έτρωγαν μέλι με βούτυρο. Πρώτη φορά καθόμουν σε μαγαζί της Αθήνας κι ένιωθα ένα περίεργο συναίσθημα. Θυμήθηκα το Σαρλώ πού αλήτευε σε κάποια σοκάκια της Νέας Υόρκης και μύριζε κουνώντας χαρακτηριστικά τα μουστάκια του έξω από κάποια εστιατόριο. Ήτανε από μία ταινία πού μας είχανε προβάλει προπολεμικά στην κεντρική πλατεία της Κοκκινιάς. Έξω τα ανθοπωλεία της Ομόνοιας έμοιαζαν με νεκροταφείο. Κάποιος πελάτης του μαγαζιού με ζύγωσε ζητώντας τσιγάρα ΦΟΥΚΑ μα από τη ζαλάδα μου του έδινα μάρκα ΤΣΙΧΡΙΤΖΗ.
Ο Λεωνίδας ήξερε ποιος ήμουν μα δεν μου είπε τίποτα. Ήξερε θέλω να πω ότι ήμουν αδελφός της Ματίνας κι αυτό είναι πού δεν του συγχώρησα. Αυτό το λέω γιατί όταν κάποιο βράδυ τους έπιασα στα πράσα μου δικαιολογήθηκε ότι την γνώριζε προτού με συναντήσει τυχαία. Μα είτε το ένα συνέβαινε είτε το άλλο, είχε την ίδια βαρύτητα. Πάντως ο Λεωνίδας εκείνη τη μέρα μου έκανε συγκλονιστική εντύπωση. Μου μίλησε με αγάπη για χίλια πράγματα και πρώτα-πρώτα ότι είχαμε υποχρέωση να οργανωθούμε για να πολεμήσουμε το δυνάστη με κάθε τρόπο. Πότε γράφοντας συνθήματα στους τοίχους, πότε μεταδίδοντας με τον τηλεβόα τα νέα της Μέσης Ανατολής και του Ανατολικού μετώπου εμψυχώνοντας τον Ελληνικό λαό που υπέφερε και πώς θα έπρεπε να εναντιωθούμε στη σύναξη των εργατικών χειρών πού ετοίμαζαν οι Γερμανοί με εθελοντές πού ζητούσαν να επιστρατεύσουν στέλνοντας τους στη χώρα τους. Πως θάπρεπε να καλλιεργηθεί η αλληλεγγύη ώστε να καταστεί δυνατή η βοήθεια σε άτομα πού παρουσίαζαν προβλήματα πείνας και άλλα ειδικής ανάγκης. Μου έκανε εντύπωση πού μιλούσε ξεκάθαρα και προσπαθούσε να δώσει λύσεις. Ήταν γεννημένος αρχηγός και κείνη την ημέρα στο Ολύμπια κατάλαβα πως για να δώσω ξεχωριστό τόνο στη ζωή μου θα μπλεκόμουν μαζί του στην αντίσταση. Του πρόσφερα τσιγάρο μα αρνήθηκε να πάρει. «Έχω μάθει να καπνίζω τρία τσιγάρα την ημέρα κι αυτά όταν τα βρίσκω, δεν πρέπει να κακομαθαίνουμε Ηρακλή». Ήμουν ευτυχισμένος πού είχα ένα τέτοιο φίλο. Ήρθε το γκαρσόνι μας σερβίρισε και κείνος τον πλήρωσε. Είδα πως είχε χρήματα και πώς θα μπορούσε να αγοράσει τσιγάρα αν ήθελε. Όταν χωρίσαμε του είχα υποσχεθεί πως την επομένη θα βρισκόμασταν στην είσοδο του νεκροταφείου.
Τώρα ένοιωθα το κρύο να μου διαπερνάει τα κόκαλα. Κάτι σπουργίτια πετούσαν χαμηλά. Διάβαζα τα ονόματα και τις ημερομηνίες πάνω στους σταυρούς και μ' έπιανε ανατριχίλα. Στα τριάντα μνήματα πού μέτρησα τα είκοσι εννέα ήτανε του '42 και του '41... Κι άλλα δεκάδες μνήματα φρεσκοσκεπασμένα δίχως σταυρό και ταφόπλακα. Η ερημιά άρχισε να μου πλακώνει την καρδιά. Ξανακοίταξα ένα γύρω μα πουθενά δεν έβλεπα τον Λεωνίδα. Μήπως του είχε συμβεί τίποτα; Είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Τράβηξα προς την έξοδο. Τάχυνα το βηματισμό μου. Κάτι κοράκια έκρωξαν. Σε κάποια στιγμή νόμισα πως κάποια ταφόπετρα ανασηκώθηκε απ’ τον αέρα. Τρόμαξα. Άρχισα να τρέχω. Είχα την εντύπωση πως με κυνηγούσαν φαντάσματα. Στην έξοδο ένα κάρο του δήμου κουβαλούσε κάτι πτώματα. Αριστερά προς την πόρτα υπήρχε μία μεγάλη κάμαρα. Νόμισα πώς κάποιος με καλούσε μέσα. Ο Λεωνίδας θα είναι σκέφτηκα. Τράβηξα προς το μικρό κτίσμα πού δεν είχε ούτε πόρτες ούτε παράθυρα. Φτάνοντας στην πόρτα πάγωσα. Το δωμάτιο ήτανε γεμάτο νεκρούς πεταμένους τον έναν πάνω στους άλλους ολόγυμνους. Στοιβαγμένοι σαν τα σφαχτάρια που έβλεπα στη κεντρική αγορά.
Στο μεταξύ είχε κοντοζυγώσει και το κάρο και ένας μεσόκοπος κακοσούσουμος άρχισε να γδύνει τα πτώματα να τραβάει τους νεκρούς απ' τα πόδια και να τους απιθώνει επάνω στους άλλους σα σκουπίδια. Είχα μείνει μαρμαρωμένος κοιτώντας τον καροτσέρη που σαν να μην υπήρχα ξεγύμνωνε ένα αγόρι λίγο πιο μεγάλο από μένα. Φαινότανε καλοζωισμένο και τα ρούχα του δεν ήταν πολυκαιρισμένα. Δεν μιλούσα. Καθώς γύριζε το νεκρό αγόρι για να του βγάλει το παλτό από τα ξυλιασμένα του χέρια, πρόσεξα πώς πίσω στο κρανίο το παιδί είχε μια τρύπα από σφαίρα ενώ δεν έβλεπα ουσία. Έμοιαζε με καρβέλι που του είχανε αδειάσει την ψίχα. Κάποια αδέσποτη βρήκε το παλικαράκι σκέφτηκα και του στέρησε τη ζωούλα.
- Γιατί τους γυμνώνεις μάστορα;
Τόλμησα να ρωτήσω δειλά-δειλά. Εκείνος σαν να μην υπήρχα του έβγαζε τα εσώρουχα.
- Γιατί τους γυμνώνεις; τον ξαναρώτησα.
- Κάνε δουλειά σου. Μου απάντησε ξερά. Είχε αρχίσει να ξεπαπουτσώνει το άψυχο σώμα. Πρόσεξα ότι τα ρούχα του άτυχου νέου τα έβαζε σε μιά ιδιαίτερη στοίβα. Κοίταξα ότι το παλτό του παιδιού ήταν ολοκαίνουργιο με λεπτό χνούδι σε χρώμα καστανόξανθο. Αργότερα έμαθα ότι το λέγανε καμηλό.
- Τι τα κοιτάς βρε μούλικο. Τράβα στη δουλειά σου να μη σου σπάσω τα μούτρα. Δεν ξέρω πώς μούρθε, άρπαξα το όμορφο ρούχο και τόβαλα στα πόδια. Τον άκουγα να με βρίζει κωλόπαιδο τουρκοσπορίτη και άλλα τέτοια. Στην έξοδο έπεσα πάνω στο Λεωνίδα πού είχε ένα αναποδογυρισμένο ποδήλατο και κάτι έφτιαχνε με την αλυσίδα.
- Τι έγινε; Με ρώτησε αμήχανα. Από μέσα ο καροτσέρης έβριζε χυδαία. Του τα είπα όλα λαχανιασμένα.
- Καλά έκανες. Τόνισε χαμογελαστά. Πάμε τώρα γιατί αργήσαμε.
Μ’ έβαλε στο ποδήλατο ανάμεσα στα σκέλια του και κινήσαμε για τα Ταμπούρια. Κάπου προς το τέλος της Πέτρου Ράλλη κόψαμε δεξιά και σταματήσαμε σε ένα τσαγκαράδικο σε μία χαμοκέλα. Μπήκαμε μέσα στο μικρομάγαζο με το ποδήλατο αγκαλιά. Στο βάθος του τσαγκαριού υπήρχε ένας μπερντές περάσαμε μέσα. Άλλοι δυό νέοι πού δεν έμαθα ποτέ τα ονόματά τους μας περίμεναν κουβεντιάζοντας χαμηλόφωνα. Σε λίγο από ένα μικρό πορτί που έβγαζε στην πίσω μεριά μπήκε ένας καμπούρης εξηντάρης καλοσυνάτος. Εγώ φεύγω παιδιά μας είπε τρυφερά. Κάντε τη δουλειά σας. Σα στο σπίτι σας. Μόνο προσέξτε όταν θα φεύγετε να μη σας δει κανένας. Γεια σας... Έφυγε αθόρυβα όπως είχε μπει νωρίτερα. Ο Λεωνίδας με συνέστησε στους άλλους εκείνοι κάτι μου γύρισαν μα δεν κατάλαβα τίποτα. Ίσως και νάμουνα ζαλισμένος γιατί κρατούσα το παλτό στο στήθος μου σφιχτά. «Ξέρετε» πήγα να τους πω δείχνοντας το ρούχο, μα ο Λεωνίδας πέταξε ένα «καλά-καλά δε χρειάζεται», μου πήρε το παλτό και το κρέμασε σ’ ένα ράφι με καλαπόδια.
- Σε κάποια στιγμή θα μας χρειασθεί κι αυτό, αν δεν έχεις αντίρρηση, συμπλήρωσε κοιτώντας εμένα.
- Όχι - όχι δεν έχω αντίρρηση, πρόσθεσα. Το βούτηξα από αγανάκτηση.
- Καλά έκανες.
Έβγαλαν τσιγάρα άρχισαν να καπνίζουν. Τα νέα απ’ το Aνατολικό μέτωπο ήταν συγκλονιστικά. Τα Ρωσικά στρατεύματα είχαν αρχίσει να κυκλώνουν τους Γερμανούς γύρω από το Στάλινγκραντ . Έπρεπε να βγάλουν τηλεβόα.
- Πρέπει να μάθεις να κάνεις χωνί με χασαπόχαρτο μου λέει σε κάποια στιγμή ο Λεωνίδας
Μου δώσε ένα καλοκομένο χοντρό χαρτί δείχνοντάς μου πως να το στριφογυρίζω κάνοντας τηλεβόα. Ακούστηκαν μακρινοί πυροβολισμοί. 0 Λεωνίδας πέρασε στο τσαγκαριό άνοιξε το μικρό παραθυράκι πού το στόλιζε ένα όμορφο κουρτινάκι, έστησε αυτί. Λίγο αργότερα απ’ την Πέτρου Ράλλη περνούσε μιά Γερμανική περίπολος.
- Αναβάλλεται η αποψινή επιχείρηση παιδιά. Όταν βγήκαμε έξω είχε νυχτώσει για καλά. Μαρκάρισα τη γειτονιά όσο μπορούσα καλύτερα. Έπρεπε να έρχομαι στο τσαγκαριό με κλειστά μάτια, όπως μου είχε πει χαρακτηριστικά ο Λεωνίδας.
Κι άρχισε η περιπέτεια. Σχολείο και μικροπωλητής την ημέρα, ζορμπαλίκια τη νύχτα. Στην αρχή κρατούσα τσίλιες όταν οι άλλοι έγραφαν ή μιλούσαν με το χωνί. Έπειτα μου έδωσαν τον κουβά και καμιά φορά έγραφα κιόλας. Αργότερα έκανα το σύνδεσμο. Έπαιρνα κι’ έδινα κωδικά μηνύματα στο τρίγωνο, Κοκκινιά, Δραπετσώνα, Ταμπούρια. Είχα γίνει το τσιράκι του Λεωνίδα. Χαιρόμουν να βρίσκομαι στο πλευρό του να μου δίνει ορμήνιες για το πως θάπρεπε να μετακινούμαι. Κατεβαίναμε στα Παλούκια, στη Φρεαττύδα ή το Πασαλιμάνι και σμίγαμε με κάτι θαλασσινούς Κρητικούς πού έφερναν χαρούπια και μας εφοδίαζαν οπλισμό πού τον προωθούσαμε στο αντάρτικο. Μικροεφόδια βέβαια ήτανε αλλά τόσο χρήσιμα τότε στον αγώνα. Την πρώτη-πρώτη φορά θυμάμαι καθώς τράβηξα να φάω ένα χαρούπι είδα από κάτω ένα περίστροφο και μου κόπηκαν τα ποδιά. Σε όλη τη διαδρομή νόμιζα ότι οι άνθρωποι με κοιτούσαν ύποπτα. Ένα βράδυ στο τσαγκαράδικο περιμέναμε έναν αχτιδικό. Έτσι τον έλεγε ο Λεωνίδας. Θα ερχότανε από τον Ποδονίφτη όπου βρισκότανε ή κεντρική επιτροπή στην οποία υπαγόμαστε. Εκείνη τη φορά ο Λεωνίδας είχε μιά νευρικότητα. Πάντα ήτανε ψύχραιμος και θεωρούσα ανεξήγητη εκείνη του την συμπεριφορά. Για πρώτη φορά κάπνιζε το ένα τσιγάρο πάνω στο άλλο. Δεν κρατήθηκα του ζήτησα κι εγώ ένα. Στην αρχή με κοίταξε αυστηρά όμως αμέσως μετά γέλασε και μου είπε πολύ φιλικά «Καιρός να γίνεις κι εσύ άντρας»!
Είχα τη διαίσθηση ότι εκείνο το βράδυ θα μου αναθέτανε κάτι εξαιρετικό για την ομάδα μας. Σε λίγο χτύπησε το πίσω πορτί κάποιος συνθηματικά. Ο Λεωνίδας άνοιξε. «Χαιρετίζω τη σπίθα», ψιθύρισε ο αχτιδικός. «Κι εμείς τον Κεραυνό» πρόσθεσε ο Λεωνίδας.
Ο Λεωνίδας έπιασε ένα μπουκάλι από γκαζόζα που είχε πετρέλαιο, ξεβίδωσε το στόμιο της λάμπας, τη γέμισε και την άναψε. Τις πιο πολλές βραδιές την είχαμε σβηστή.
Πρώτη φορά άκουγα ότι την ομάδα μας, τη λέγανε «Σπίθα». Εκείνο το βράδυ συνειδητοποίησα ότι μου κρύβανε πολλά. Και πρώτα-πρώτα τα ονόματα των άλλων δύο. Ό Λεωνίδας όλο ντουέτο και ντουέτο. Το ντουέτο θα κάνει αυτό, το ντουέτο εκείνο. Ίσως και νάταν αδέρφια. Μπορεί και δίδυμοι, δεν ήξερα. Είχαν περίπου τα ίδια σουσούμια. Μόνο που ένας είχε πιο διογκωμένα τα καστανά του μάτια γι’ αυτό τον είχα βαφτίσει γουρλομάτη. Μαζί ερχόντουσαν μαζί έφευγαν. Κι όσες φορές έτυχε να βγούμε για να γράψουμε συνθήματα τους έβλεπες κολλητούς πάντα. Γι αυτό και πολλές φορές ο Λεωνίδας τους έβαζε τις φωνές όταν δεν κρατούσαν τις αποστάσεις ασφαλείας τις νύχτες που φέρνανε βόλτα τις γειτονιές. Όμως ήταν καλόβολα παιδιά μ' όλο πού πίστευα ότι δεν με συμπαθούσαν. Ίσως γι αυτό να έφταιγα εγώ γιατί πίστευα στο Λεωνίδα. Ποτέ δεν τους είδα να γκρινιάζουν ή να διαμαρτύρονται για ότι αποφάσιζε ο αρχηγός μας. Κι όταν καμιά φορά ο Λεωνίδας απηύθυνε το λόγο κι ο γουρλομάτης που ήταν πιο ετοιμόλογος δεν απαντούσε ακαριαία τον προλάβαινε ο άλλος κι ούτε γάτα ούτε ζημιά. Θα μπορούσα να πω ότι ήτανε δυό σώματα σε μια ψυχή κι αυτό μου άρεσε για να πω την αλήθεια. Δεν ξέρω, μπορεί και να ζήλευα. Ο «Κεραυνός» έβγαλε την καμπαρτίνα, έκατσε στη γωνιά κι άρχισε να μας κοιτάζει σχολαστικά. Σα να μας ζύγιζε. Ήταν πολύ αδύνατος γύρω στα τριάντα με μεγάλα κουρασμένα μαύρα μάτια και πρόσωπο ζαρωμένο πρόωρα.
Απόσπασμα από την Α΄ ΕΝΟΤΗΤΑ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΑΝΑΚΡΙΤΗ
ΤΟ ΔΙΛΛΗΜΑ
Αχιλλέας Τσουράκης
Συγγραφέας
