ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ :
giweather joomla module
Σάββατο, 15 Ιουνίου 2024 - 10:37:03μ.μ.
12
Φεβρουαρίου

Το μπαστούνι- Διήγημα της Ζαχαρούλας Γαϊτανάκη

Κατηγορία Πεζογραφία

Ο Αλέξανδρος κοίταξε το ρολόι του. Ήτανε περασμένες οκτώ. Η γραμματέας του είχε φύγει από τις πέντε για το σπίτι της όπως και οι άλλοι υπάλληλοι της επιχείρησής του.

ACAHAROYLAΜόνον δύο φύλακες, ένας που τριγυρνούσε στα γραφεία και στις αποθήκες κι ο άλλος που στεκόταν στην είσοδο, βρίσκονταν αυτή την ώρα στο κτίριο μαζί του.

 

Σηκώθηκε από το γραφείο του. Πλησίασε με κουρασμένα βήματα το μεγάλο παράθυρο. Έξω ψιλόβρεχε κι είχαν ανάψει τα φώτα στις κολώνες. Η κίνηση στο δρόμο ήταν πυκνή. Αυτοκίνητα κυκλοφορούσαν και στις δύο λωρίδες ενώ στα πεζοδρόμια οι λιγοστοί διαβάτες προχωρούσαν βιαστικοί για να μην τους πιάσει η μπόρα. Τράβηξε την βαριά κουρτίνα και κάθισε στο γραφείο του.

 

Πήρε ξανά στα χέρια του το γράμμα που του έστειλαν με το σημερινό ταχυδρομείο. Κάποια οργάνωση που δεν την είχε ακούσει ποτέ του, απειλούσε ότι θα τον σκοτώσει. Οι συντάκτες της επιστολής τον αποκαλούσαν «εκπρόσωπο του μεγάλου κεφαλαίου» και «εκμεταλλευτή του ιδρώτα των εργαζομένων», που «πλούτιζε εις βάρος τους, ζώντας μια ζωή μέσα στη χλιδή». Το βλέμμα του έπεσε στο τέλος του δακτυλογραφημένου χαρτιού. Η απειλή τους ήταν ξεκάθαρη. «Ένας τέτοιος άνθρωπος δεν πρέπει να ζει. Εμείς θα φροντίσουμε γι’ αυτό. Όσο και να φυλαχθείς δεν θα την γλιτώσεις.» Υπέγραφαν τις φοβέρες τους με κεφαλαία γράμματα: «ΟΙ ΤΙΜΩΡΟΙ».

 

«ΟΙ ΤΙΜΩΡΟΙ». Δεν ήξερε τίποτα γι’ αυτούς. Δεν είχε λάβει ποτέ ως τώρα τέτοιο γράμμα. Ήταν εβδομήντα χρονών κι από τα τριάντα του εργαζόταν σκληρά να στήσει την επιχείρησή του. Απασχολούσε πάνω από ενενήντα υπαλλήλους, πολλοί είχαν γεράσει μαζί του παρακολουθώντας τον να παλεύει για να πετύχει και να κάνει την εταιρεία του βιώσιμη και μια από τις καλύτερες στον τομέα της. Δούλεψε με μεράκι και επιμονή. Τον βοήθησε κι η τύχη και τα κατάφερε. «Άκου να με ονομάζουν εκπρόσωπο του μεγάλου κεφαλαίου» μονολόγησε. «Αν ήξεραν…»

 

Ξεκίνησε από το τίποτα. Νέος ήταν, όνειρα είχε, μα οι ανάγκες της ζωής δεν τον άφηναν να ονειροπολεί. Έκανε πολλές δουλειές μέχρι που κάποιος φίλος του τού πρότεινε να συνεργαστούν, να συνεταιριστούν σε μια εισαγωγική εταιρεία. «Μα δεν ξέρω τίποτε από εισαγωγές» είπε στον φίλο του ο Αλέξανδρος, όταν του έκανε λόγο. «Θα μάθουμε» του απάντησε κείνος. Κι έτσι ξεκίνησαν. Κάποτε ο φίλος του αποσύρθηκε κι ο Αλέξανδρος έμεινε το μοναδικό αφεντικό. Η επιχείρηση πήγαινε καλά, επεκτάθηκε, μεταφέρθηκε σε καινούργιο ιδιόκτητο κτίριο, προσέλαβε περισσότερους υπαλλήλους. Ο Αλέξανδρος παρότι είχε κουραστεί τόσα χρόνια, δεν έλεγε ν’ αποσυρθεί. Δούλευε στο γραφείο του όπως στο ξεκίνημα και βοηθούσε τον γιό του και τον γαμπρό του που είχαν αναλάβει διευθυντικές θέσεις στην εταιρεία. Όλα αυτά τα χρόνια της προσπάθειάς του δεν είχε αδικήσει κανέναν από τους εργαζομένους κοντά του. Κανείς τους δεν είχε παραπονεθεί για το παραμικρό. «…Εκμεταλλευτή του ιδρώτα των εργαζομένων» έγραφαν στο γράμμα. Τον έπνιξε η οργή. Σηκώθηκε από την καρέκλα του. Έκανε το γύρο του γραφείου του. Πήρε πάλι στα χέρια του την απειλητική επιστολή, την τσαλάκωσε και την πέταξε στο καλάθι των αχρήστων.

 

«Δεν έχω κανέναν και τίποτα να φοβηθώ» είπε δυνατά. «Ας έρθουν να με σκοτώσουν» συμπλήρωσε. «Ούτε στο παρελθόν, ούτε μέχρι σήμερα αδίκησα κάποιον εν γνώσει μου. Ας τολμήσουν λοιπόν» κατέληξε. Έσβησε τα φώτα και βγήκε από το δωμάτιο κλείνοντας με δύναμη την πόρτα. Στον διάδρομο φάνηκε ο φύλακας που είχε ακούσει τον θόρυβο.


- Εσείς είστε, κύριε Αλέξανδρε; είπε μόλις τον είδε.
- Καλησπέρα, Γιάννη. Εγώ είμαι, μην ανησυχείς. Όλα καλά;
- Δόξα σοι ο Θεός, αφεντικό, απάντησε ο φύλακας και απομακρύνθηκε.

 

Ο Αλέξανδρος βγήκε από το κτίριο αποχαιρετώντας στην είσοδο τον άλλο φρουρό. Το ψιλόβροχο είχε δυναμώσει. Κατευθύνθηκε στο αυτοκίνητό του που ήταν σταθμευμένο σε χώρο δίπλα- δίπλα από την εταιρεία. Μπήκε και κάθισε στη θέση του οδηγού. Ξανακοίταξε το ρολόι του. Εννέα και δέκα. Ετοιμάστηκε να ξεκινήσει για το σπίτι του. Η γυναίκα του θα του έβαζε τις φωνές που είχε αργήσει τόσο. «Στην ηλικία σου» του έλεγε, «τι θέλεις χριστιανέ μου και δουλεύεις; Τώρα έχουν αναλάβει τα παιδιά μας την επιχείρηση. Καιρός σου είναι να ξεκουραστείς. Φτάνει πια.» Χαμογέλασε καθώς ήρθαν στο νου του τα λόγια της. «Ίσως ήρθε η ώρα να αποσυρθώ» σκέφτηκε. «Να κάνω και το χατίρι της γυναίκας μου της Φανής…»

 

Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τις σκέψεις του. Τη στιγμή που το χέρι του ακουμπούσε στο κλειδί για ν’ ανάψει την μηχανή, το μπροστινό τζάμι του αυτοκινήτου του ράγισε και μια σφαίρα καρφώθηκε στον αριστερό του ώμο. Άνοιξε την πόρτα να βγει έξω. Μια δεύτερη σφαίρα σφηνώθηκε στο πόδι του, στον μηρό. Δεν πρόλαβε να δει κανέναν. Άκουσε κάποιους να φωνάζουν και ο Γιάννης, ο φύλακας, ήρθε κοντά του.


- Κάλεσε ένα ασθενοφόρο αμέσως, φώναξε εκείνος στον άλλο φρουρό. Χτύπησαν το αφεντικό. Άντε, κάνε γρήγορα.
Δυο – τρεις περαστικοί στάθηκαν παρακολουθώντας το θέαμα. Η βροχή που έπεφτε δεν τους ενοχλούσε. Σε λίγο ο δρόμος γέμισε από περιπολικά. Το ασθενοφόρο μετέφερε τον Αλέξανδρο στο πλησιέστερο νοσοκομείο όπου μπήκε αμέσως στο χειρουργείο για να του αφαιρεθούν οι σφαίρες. Το τραύμα στο χέρι του ήταν επιπόλαιο, στο πόδι του όμως είχε πάθει μεγαλύτερη ζημιά. Θα έμενε αρκετές μέρες στο κρεβάτι μέχρι ν’ αναρρώσει.

 

Ο γιατρός που τον χειρούργησε, είπε στη γυναίκα του ότι ο άντρας της θα είχε κάποιο μικρό πρόβλημα με το πόδι του και για να διευκολύνεται στην μετακίνησή του θα έπρεπε να χρησιμοποιεί ένα στήριγμα.


- Μια μαγκούρα εννοείτε, γιατρέ μου; ρώτησε η γυναίκα.
- Είναι απαραίτητη για να κινείται άνετα, ξανάπε ο γιατρός. Σημασία έχει ότι ο άντρας σας είναι ζωντανός. Είμαι βέβαιος πως θα συμφωνήσει μαζί μου και θα χρησιμοποιήσει το μπαστούνι όταν περπατά.

 

Ο Αλέξανδρος άκουσε με προσοχή τον γιατρό να του μιλάει για την κατάστασή του. Καταβεβλημένος από την επέμβαση και σοκαρισμένος από την περιπέτειά του, περιορίστηκε να ρωτήσει:


- Θα μείνω ανάπηρος;
- Όχι, του απάντησε κατηγορηματικά ο γιατρός του. Θα χρειαστείς όμως βοήθεια. Και το μπαστούνι θα σου την προσφέρει.

 

Δες το σαν έναν καινούργιο φίλο σου.


- Καινούργιος φίλος, επανέλαβε ο Αλέξανδρος.
- Ναι, είπε ο γιατρός. Και μπορείς να διαλέξεις αυτό που σου αρέσει. Θα το συνηθίσεις γρήγορα, θα δεις. Σημασία έχει πως είσαι ζωντανός. Πες πως ήταν όλα ένα κακό όνειρο και συνέχισε την ζωή σου. Υπάρχουν πολλά πράγματα που μπορείς να κάνεις. Σήμερα είναι μια καινούργια μέρα. Και το  Αύριο σίγουρα θα είναι καλύτερο για σένα, κατέληξε ο γιατρός και βγήκε από το δωμάτιο του ασθενούς.

 

Δύο εβδομάδες αργότερα, ο Αλέξανδρος εγκατέλειπε το νοσοκομείο. Είχε έρθει ο γιος του και η γυναίκα του να τον πάρουν στο σπίτι. Ο νέος τον βοήθησε να μπει στο αυτοκίνητο και να καθίσει αναπαυτικά. Στο διπλανό κάθισμα υπήρχε ένα μπαστούνι.


- Είναι αυτό που διάλεξες, πατέρα, του είπε ο γιος του. Κι έχει πάνω του χαραγμένες τις λέξεις που ζήτησες να γράψουνε.

 

Ο Αλέξανδρος πήρε την μαγκούρα και την περιεργάστηκε. Στο χερούλι της ο τεχνίτης είχε σκαλίσει με όμορφα γράμματα:
«ΒΑΣΤΑ ΜΕ ΣΤΑ ΓΕΡΑΜΑΤΑ ΜΟΥ».


- Ξεκίνα, πρόσταξε τον γιό του.
Συνέχισε να κρατά στα χέρια του το μπαστούνι, καθώς το όχημα άφηνε πίσω του το νοσοκομείο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ζαχαρούλα Γαϊτανάκη
Ισόβιο Μέλος της WAAC/World Congress of Poets
Μέλος της International Writers Association (IWA)
Μέλος των Poetas del Mundo – Ποιητές του Κόσμου
Μέλος της World Poets Society (WPS)

Διαβάστηκε 331 φορές
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(36 ψήφοι)

Πολιτιστικο Σωματειο «οι κορυφαιοι»

Ποιοι Ειμαστε

Το mcnews.gr μετά από δέκα χρόνια συνεχούς λειτουργίας είναι ένα site που βοηθάει, ενημερώνει, ψυχαγωγεί και συναρπάζει τους αναγνώστες του παγκοσμίως.

Διαβάστε περισσότερα