ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ :
giweather joomla module
Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2024 - 5:17:13π.μ.
04
Σεπτεμβρίου

Το σαράκι - Διήγημα του Πότη Κατράκη

Κατηγορία Πεζογραφία

«Εγώ να πάρω μπράβους για προστασία μου, θεός φυλάξει! Ποιον πείραξα, ποιον ενόχλησα, ποιον αδίκησα για να έχει λόγο και να μπορεί να μου κάνει κακό; Έγινα στα τριάντα δύο μου το πρώτο όνομα στο τραγούδι, ο κόσμος με λατρεύει και μου ζητάει αυτόγραφα, με χειροκροτάει, μου βγάζει το καπέλο του, με αγαπάει».

KATRAKISΑυτά έλεγε και ξανάλεγε ο Αντωνάκης και κοιμότανε με το κεφάλι του ήσυχο. Έβγαζε πολλά λεφτά, γιατί τα κέντρα που τραγουδούσε τα βράδυα γέμιζαν από κόσμο και ήταν περιζήτητος. Με τα λεφτά αυτά έφτιαξε ένα βρεφονηπιακό σταθμό στη γειτονιά του, έκανε εισφορές στο γηροκομείο και στην εκκλησία και όλοι τον φώναζαν «Ο δίκαιος Αντωνάκης» και είχαν να λένε όχι μόνο για το ταλέντο και την αξιοσύνη του, αλλά και για το φιλότιμο και την καλοσύνη του.

 

Περήφανοι και ο πατέρας του, η μάνα του, η αδελφή του όχι μόνο, γιατί τους έβγαλε από τη φτώχεια που ζούσαν, αλλά και για την ιδιαίτερη εκτίμηση, που τους είχε ο κόσμος. Όμως η θεία του η Στεφάνια δεν τα έβλεπε όλα αυτά με καλό μάτι και κάθε φορά που τον έβλεπε συνέχιζε να του λέει:

 

«Πρόσεχε, παιδί μου, να μην κυκλοφορείς μόνος σου έξω, να πληρώνεις και να έχεις πάντα ένα φρουρό μαζί σου, γιατί θα μας βρει κάνα μεγάλο κακό».

 

Αλλά ο Αντωνάκης τα έπαιρνε για αφέλειες της θείας Στεφανίας. Νόμιζε ότι του τα ’λεγε, έτσι για να χει να του πει κάτι ή για να τον παινέψει και όχι γιατί πραγματικά τα πίστευε. Και της απαντούσε, για να την ησυχάσει.

«Μα τι έκανα θεία Στεφάνια, ποιόνε πείραξα, ποιόνε έβλαψα, ποιος μπορεί να θέλει να μου κάνει κακό;»

«Ο φθόνος παιδί μου. Ανέβηκες τόσο ψηλά, απόχτησες δημοσιότητα, χρήμα και αυτό δεν το ανέχονται μερικοί και θέλουν να σε κατεβάσουν και να σε φέρουν στα μέτρα τους. Να πάρεις ένα φρουρό και να αμπαρώνεις καλά το βράδυ τις πόρτες σου. Να αγοράσεις και έναν σκύλο».

Ένα βράδυ ο Αντωνάκης άκουσε ένα μυρμήγκι να του χτυπάει τενεκέδες και να του φωνάζει:

«Περίμενε, περίμενε». Βγήκε γρήγορα από τον τάφο που τον είχαν ενταφιάσει και άρχισε να φωνάζει:

 

«Εεε... σταμάτα... ποιος είσαι και τι ζητάς από μένα».

 

 

Δεν έπαιρνε όμως απάντηση, αλλά άκουσε τα πέταλα ενός αλόγου που κάλπαζε στο καλντερίμι του πεζοδρομίου και τη φωνή της θείας του της Στεφανίας να του λέει:

 

 

«Οι φονιάδες είναι παιδί μου, φυλάξου, φυλάξου... Βγήκαν από τα λαγούμια της ασχήμιας και ληστεύουνε την ομορφιά του κόσμου, αδειάζουνε τα διαμάντια της περηφάνιας στου ωκεανού το καπέλο.

 

 

Μέσα στην ομίχλη του πόνου βαφτίζουν την αλήθεια, την ονομάζουν ανάσταση και λένε σάπια λόγια για την κορδέλα που έδωσε το φιλί στην πίκρα και άλλαξε το χρώμα της γαλήνης από άσπρο σε μπλε σκούρο. Μικρό θολό τριαντάφυλλο και το καταμεσήμερο ντυμένο με κίτρινη προβιά χορεύει χασάπικο στο πέρασμα του θυμιατού από της αντοχής το παράθυρο. Και δεν υπάρχει άλλος κόκορας την πίκρα να ρουφήξει της Ελλάδας».

 

 

Ήτανε βράδυ, βαθύ σκοτάδι, άστραφτε, βροντούσ ε και έβρεχε καταρρακτωδώς. Ο πατέρας του έπαθε εγκεφαλικό, τον πήρε και τον πήγε με το αυτοκίνητο του στο εφημερεύον νοσοκομείο. Τον ακολούθησε και η μητέρα του. Τον έβαλαν στην εντατική, ενώ οι γιατροί τον καθησύχασαν ότι θα είναι κάτι περαστικό και υπάρχουν ελπίδες να αν αρρώσει. Η μητέρα του έμεινε στο νοσοκομείο, ο ίδιος κάθισε δυο ώρες και έπειτα γύρισε στο σπίτι.

 

Ήταν μόνος και χωρίς σκύλο, μα δε φοβότανε. Όλοι τον αγαπούσαν, όλοι τον λάτρευαν, ποιος να του κάνει κακό; Ξάπλωσε να κοιμηθεί, χωρίς να τον παίρνει ο ύπνος. Σε κάποια στιγμή ένιωσε ένα θόρυβο, μια μυρωδιά από βενζίνη, μια λάμψη, μια έκρηξη. Οι φλόγες τον τύλιξαν και τον έκαψαν ζωντανό μαζί με το σπίτι. 


Ο γείτονας του πήρε μια βαθιά ανάσα και αισθάνθηκε μια ανακούφιση. Δε θα άκουγε πια τον κόσμο να τον φωνάζει «Ο δίκαιος Αντωνάκης» δε θα τον έβλεπε να τραγουδάει στην τηλεόραση, δε θα έβλεπε να τον περιμένουν με την ουρά μπρο στά στην πόρτα του για να τους υπογράψει αυτόγ ραφα, να... να., να... και να μην μπορεί να κλείσει μάτι από το κακό του. Θα μπορούσε πια να κοιμάται ήσυχος, το σαράκι του φθόνου που του σιγότρωγε τόσον καιρό τα σωθικά ήταν ήδη νεκρό. Όσο για τα υπόλοιπα, ατύχημα θα πουν ότι ήτανε και ας πρόσεχε.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πότης Κατράκης
Πεζογράφος-Ποιητής-Στιχουργός
Μέλος της "World Academy of Arts and Culture"
Επίτιμος Διδάκτωρ Λογοτεχνίας
Επίτιμος Αντιπρόεδρος του Δικ.Συλλ.Πειραιά
Από το βιβλίο "Διηγήματα και Νουβέλες" - Δεύτερος Τόμος
Εκδόσεις Λεξίτυπον

Διαβάστηκε 180 φορές
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)

Πολιτιστικο Σωματειο «οι κορυφαιοι»

Ποιοι Ειμαστε

Το mcnews.gr μετά από δέκα χρόνια συνεχούς λειτουργίας είναι ένα site που βοηθάει, ενημερώνει, ψυχαγωγεί και συναρπάζει τους αναγνώστες του παγκοσμίως.

Διαβάστε περισσότερα