ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ :
giweather joomla module
Τετάρτη, 24 Απριλίου 2024 - 7:48:19μ.μ.
25
Φεβρουαρίου

Κριτική παράστασης - « Το Αμάρτημα της μητρός μου» το αυτοβιογραφικό έργο του Γεώργιου Βιζυηνού σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Γιαννακόπουλου στο θέατρο « Εν Αθήναις»

Κατηγορία Θέατρο και Χορός

Το απόλυτο έρεβος της στιβαρής πέτρας επί σκηνής αποκαλύπτει το άναμμα και η φλόγα ενός κεριού, θαρρείς ενός κεριού προσευχής, μετάνοιας, λύτρωσης, μνημόσυνου ή το κερί μιας ολάκερης ζωής.

RIGOPOULOU

« Το Αμάρτημα της μητρός μου» το αριστούργημα του Γεώργιου Βιζυηνού σε σκηνοθεσία και ερμηνεία του Κωνσταντίνου Γιαννακόπουλου στο θέατρο « Εν Αθήναις».


Ο Γεώργιος Βιζυηνός γεννήθηκε στη Βιζύη της Ανατολικής Θράκης και το πραγματικό του όνομα ήταν Γεώργιος Μιχαήλ Σύρμας.


« Το αμάρτημα της μητρός μου», ήταν το πρώτο διήγημα που δημοσίευσε ο Βιζυηνός μεταφρασμένο στα γαλλικά στη Nouvelle Revue το Μάρτιο του 1883 ενώ ο ίδιος βρισκόταν στο Λονδίνο και ένα μήνα αργότερα τον Απρίλιο δημοσιεύτηκε στα Ελληνικά και μάλιστα σε δύο συνέχειες στο περιοδικό « Εστία».
Το έργο αυτό του Βιζυηνού είναι ένα αυτοβιογραφικό κείμενο, καθώς εξιστορεί το οικογενειακό δράμα που βίωσε στην παιδική του ηλικία με πρωταγωνίστρια τη μητέρα του.


Το δράμα αυτό που ξετυλίγεται το νήμα του μέσα απ’ το έργο του Βιζυηνού εμπεριέχει πρώτον την ακούσια κα ανεπίγνωστη ενοχή, το μοιραίο έγκλημα που σημαδεύει για μια ολόκληρη ζωή καθώς και τον σπαραγμό, την απόγνωση και την απέλπιδα καθυστερημένη και ανώφελη πλέον θυσία.

 


Το αυτοβιογραφικό αριστουργηματικό έργο του Βιζυηνού αποτελεί το πρώτο καινοτόμο Ελληνικό διήγημα που έχει ψυχογραφικό χαρακτήρα, ανοίγοντας έτσι νέους δρόμους στην ανάλυση και εμβάθυνση του κειμένου και των ηρώων του.


Ο Γιωργής λοιπόν όπως τον έλεγε η μάνα του όταν ήταν μικρός, μας αφηγείται τη ζωή του μέσα στην οικογενειακή του εστία, το κύριο θέμα της οικογένειας η αρρώστια της αδελφής του της Αννιώς και η χήρα μητέρα του η οποία ευλαβικά προσηλωμένη στο ασθενικό κορίτσι, παραμελεί τα τρία αγόρια της.


Όμως όσες προσπάθειες κι αν έκανε, η αρρώστια της Αννιώς επιδεινωνόταν με αποτέλεσμα η Αννιώ να πεθάνει κι έτσι η μητέρα να οδηγηθεί στην υιοθεσία μιας ψυχοκόρης την οποία μεγαλώνει με όλη την αγάπη και τη στοργή της μέχρι που την παντρεύει και τότε αποφασίζει να συνεχίσει την προσφορά της υιοθετώντας ένα ακόμα πολύ μικρό κοριτσάκι, προς μεγάλη έκπληξη, αλλά και αντίδραση των αγοριών της.


Όταν πια οι αντιδράσεις του γιού της του Γιωργή γίνονται δυσθεώρητες, η μάνα του αναγκάζεται να του εξομολογηθεί το κρίμα της, το αμάρτημά της που κουβαλά τόσα χρόνια μέσα στην ψυχή της.


Το τραγικό γεγονός στο οποίο οφείλεται και η εμμονή της με τις υιοθεσίες των κοριτσιών και για το οποίο βιώνει ασύλληπτες τύψεις, είναι ότι κάποτε το μοναδικό κοριτσάκι που είχε τότε και ήταν βρέφος άθελά της κατά την ώρα του θηλασμού την πήρε ο ύπνος και το καταπλάκωσε με το σώμα της. Κι ο πατέρας, ο άντρας της την ενοχοποίησε τη Δεσποινιώ : « Το πλάκωσες γυναίκα το παιδί μου! Είπεν ο πατέρας σου και τον επήραν τα δάκρυα».
Όλες λοιπόν οι υιοθεσίες είχαν στόχο την εξιλέωση, την προσπάθεια ν’ απαλύνει ο πόνος μέσω της προσφοράς.


Όμως ακόμα και μετά την εξομολόγησή της στον Πατριάρχη Ιωακείμ στην Κωνσταντινούπολη, δεν κατάφερε να βρει γαλήνη μέσα της, η ψυχή της ήταν αυτή που την κατέτρωγε μέρα με τη μέρα γι’ αυτό και λέει στον Γιωργή: « Τι να πω παιδί μου! Ο Πατριάρχης είναι σοφός και Άγιος άνθρωπος. Γνωρίζει όλαις ταις βουλαίς και τα θελήματα του Θεού και συχωρνά ταις αμαρτίες όλου του κόσμου. Μα τι να σε πώ! Είναι καλόγερος, Δεν έκαμε παιδιά, για να μπορεί να γνωρίσει, τι πράγμα είναι το να σκοτώση κανείς το ίδιο το παιδί του!».


Το κείμενο γλωσσολογικά είναι βαθύπλουτο, μέσα του ο Βιζυηνός έχει συγκεράσει με τελετουργικό τρόπο την αρχαίζουσα κατά τη διάρκεια της αφήγησης και τη δημοτική γλώσσα στους διαλόγους την οποία έχει διανθίσει με ιδιωματισμούς της πατρίδας του.


Ο ίδιος ο τίτλος του έργου: « Το Αμάρτημα της μητρός μου» προϊδεάζει εξ’ αρχής ότι θα γίνει λόγος για μια αμαρτία χωρίς να προσδιορίζει με απόλυτη ακρίβεια το παράπτωμα αν δηλαδή πρόκειται για άνομη πράξη εκούσια ή ακούσια.


Αυτό αποκαλύπτεται πια με μια εγκιβωτισμένη αφήγηση της μητέρας προς το τέλος του έργου, ενισχύοντας διαρκώς την αινιγματική ατμόσφαιρα.
Η τελική αποκάλυψη έρχεται σταδιακά σ’ αυτό το αινιγματικό παζλ που κάθε κομμάτι- στοιχείο τοποθετείται επακριβώς προκειμένου να αξιοποιηθούν όλα τα δεδομένα που παρέχονται από το αρχικό μάλιστα στάδιο, έτσι θα μπορούσε κανείς να πει ότι λίγο προσομοιάζει το έργο του με αυτό του Edgar Allan Poe, υπερευαισθησία, κρίσεις μονομανίας, οδυνηρή ψυχολογική φθοροποιός δύναμη.


Ο Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος κινήθηκε με απόλυτο σεβασμό απέναντι στην ιδιαίτερη γλώσσα που χαρακτηρίζει το έργο του Βιζυηνού και την έκανε δική του, μια γλώσσα ρέουσα, όπου κάθε λέξη έχει τη σημασία της, όπου οι λέξεις δεν είναι άψυχα σημάδια στο χαρτί, έχουν υπόσταση, καταλαμβάνουν το χώρο τους, μια γλώσσα εύηχη, κραταιά και απολαυστική στ’ αυτιά και στην ψυχή των θεατών.


Τόσο η σκηνοθετική προσέγγιση του Κωνσταντίνου Γιαννακόπουλου που ρίχνει άπλετο φως πάνω σ’ αυτό το αέναο ψυχογράφημα των προσώπων, γίνεται σπουδή γι’ αυτό το έργο, όσο και η υποκριτική του δεινότητα δημιουργούν μια ανατριχιαστική – συγκλονιστική ερμηνεία, που συνοδεύει το θεατή πολλές ώρες μετά το πέρας της παράστασης.


Η οξυδερκής σκηνοθετική ματιά του Κωνσταντίνου Γιαννακόπουλου εμβαθύνει στα πολλά αμαρτήματα που διαπράττονται.


Δεν είναι μόνο ένα, με κορωνίδα και εφαλτήριο των αμαρτημάτων τον ακούσιο φόνο, ακολουθεί το ψέμα, η απόλυτη σιωπή της ακούσιας φονικής πράξης από όλους, έπεται η χρήση της μαγείας, η ακηδία της μητέρας για τα άλλα της παιδιά, η αχαριστία, η ανταλλακτική σχέση με το Θεό.


Ο Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος μας φέρνει όμως στην επιφάνεια πέρα από τον πραγματικό φόνο, έναν άλλο συμβολικό φόνο που η μάνα δεν τον αντιλαμβάνεται όταν ζητά από τον Χριστό να της πάρει το ένα αγόρι της προκειμένου να ζήσει η ετοιμοθάνατη κορούλα της η Αννιώ: « Πάρε μου όποιο θέλεις κι άσε μου το κορίτσι. Σου’ φερα δυο παιδιά μου στα πόδια σου».


Αυτά τα λόγια του πόνου της μάνας που την οδηγούν στον παραλογισμό, είναι ο δικός του σταυρός του Γιωργή, που μεγαλώνει νιώθοντας κάθε μέρα, κάθε λεπτό, κάθε στιγμή πως η μάνα του δεν τον αγαπά, πως ίσως δεν τον αγάπησε ποτέ κι οι χαρακιές στην ψυχή του γίνονται όλο και πιο βαθιές, όλο και πιο ανελέητες, πουθενά στοργή, πουθενά παρηγοριά, μόνο πόνος, κλαυθμός και οδυρμός κι ο κοπετός του είναι ίδιος, ίσως και μεγαλύτερος απ’ αυτόν της μητέρας του. Ακόμα κι ο πατέρας του τον αποκαλούσε : «Το αδικημένον του».


Και το ένα αμάρτημα διαδέχεται το άλλο, ενώ ζητά βοήθεια από τον Χριστό και προσεύχεται και παρακαλά και κάνει τάματα για τη θεραπεία της Αννιώς, από την άλλη θα προσχωρήσει ακόμα και στα μονοπάτια της δεισιδαιμονίας: « Πλησίον εις τον σταυρόν, επί του στήθους της Αννιώς, εκρέμασεν εν χαμαγλί με μυστηριώδεις αραβικές λέξεις. Τα αγιάσματα διεδέχθησαν αι γοητείαι και μετά τα ευχολόγια των ιερέων ήλθον τα σαλαβάτια των μαγγισών».
Κι οι μαγγανείες συνεχίζονται καθώς η μάνα ζητά βοήθεια ακόμα και από τον νεκρό άντρα της, καλεί την ψυχή του με τελετουργικό τρόπο για να θεραπεύσει την άρρωστη κόρη της και ω! του θαύματος μια χρυσαλλίδα που διέρχεται απ’ το λαβομάνο με το νερό, για κείνη συμβολίζει την παρουσία του ανδρός της.


Ο Βιζυηνός μέσα από το έργο του στηλιτεύει τις δεισιδαιμονίες γι’ αυτό και δεν αναφέρει την επίσκεψη γιατρού για να δει την άρρωστη Αννιώ, ούτε κ’ αν από τι έπασχε η Αννιώ μας λέει, ενισχύοντας έτι περισσότερο την μαγική – εξωπραγματική εκδοχή της τιμωρίας που έρχεται απ’ την ειμαρμένη για το ξεχρέωμα του παλαιού αμαρτήματος της μητέρας.


Κι ακολουθεί η ζήλεια από τα αδέλφια για την πρώτη υιοθετημένη αδερφή τους που γεύεται όλη τη στοργή, τη φροντίδα, την καλοπέραση από τη μάνα, ενώ εκείνα δουλεύουν αγόγγυστα και σκληρά στα εργαστήρια των μαστόρων και προσφέρουν τον μισθό τους προς ανακούφιση της μητρός τους, μέχρι που της έφτιαξε την προίκα και την πάντρεψε, παρότι εκείνη επέδειξε μεγάλη αχαριστία και αγνωμοσύνη μπροστά σ’ αυτήν την τόσο φιλόστοργη μητέρα.
Στη δεύτερη υιοθεσία όμως επαναστατούν όλοι οι γιοί, ακόμα κι ο Γιωργής ο οποίος λέγει: « Η θετή μου αδελφή ήταν ακόμα μικρά, καχεκτική, κακοσχηματισμένη, κακόγνωμος και προ πάντων δύσνους, τόσο δύσνους ώστε ευθύς εξαρχής μ’ ενέπνευσεν αντιπάθεια».

 

ACAMARTOLA2


Ο Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος ως Γιωργής εμφανίζεται επί σκηνής φορώντας μια μαύρη ρεντινγκότα δείγμα της θέσης του ως μορφωμένου γιού που ήταν, σ’ ένα σκηνικό λιτό, όπως θα ταίριαζε στο έργο ενός Βιζυηνού, τα πολλά φτιασίδια θα ήταν περιττά.


Ένα γραφείο, ένα μικρό ανθοδοχείο με λίγες μικρές μαργαρίτες, μια μικρή νότα ζωής και αισιοδοξίας σ’ αυτό το μαύρο σκηνικό της οδύνης, δυο κουβάδες κι ένα λευκό λαβομάνο, έγιναν όλη του η ζωή.


Ο Πάρις Μέξης που είχε τόσο την σκηνογραφική, όσο και την ενδυματολογική επιμέλεια, συνομίλησε άρτια με το πνεύμα του Βιζυηνού.
Στο ίδιο ύφος κινήθηκε η μουσική του Θοδωρή Οικονόμου, σαν βυζαντινός ψαλμός συνόδευε και άγγιζε κάθε λεπτή χορδή των ψυχικών διακυμάνσεων του Γιωργή.


Οι φωτισμοί της Ιφιγένειας Γιαννιού υπήρξαν τόσο υποβλητικοί, που συμπορευόντουσαν τόσο με τις ψυχολογικές κορυφώσεις του Κωνσταντίνου Γιαννακόπουλου, όσο και με τη διαμόρφωση του σκοτεινού και αινιγματικού σκηνικού τοπίου.


Ο Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος διαμόρφωσε τον Γιωργή επί σκηνής, έγινε ένα, βίωσε την οδύνη του, που πάντα πίστευε πως η μητέρα του δεν τον αγαπά, συγκλονίζεται μέσα από τις τραγικές αποκαλύψεις της μητέρας του, δεν είναι μόνο η μάνα του τραγικό πρόσωπο, είναι και ο ίδιος ίσως και περισσότερο.


Λιτός, πράος, μειλίχιος, ο Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος με άρθρωση καθαρή, στρογγυλή και στιβαρή, χωρίς ίχνος υπερβολής, με κινήσεις καλά δομημένες ως και την κάθε λεπτομέρειά τους, τα εύσημα για το κινησιολογικό μέρος πρέπει να αποδοθούν στην Βρισηίδα Σολωμού, οικοδομεί το ψυχογράφημα του ίδιου του Βιζυηνού και της μητέρα του.


Ένα γραφείο λειτουργικό μετατρέπεται σε εικόνα που τοποθετούνται τα τάματα υπέρ υγείας κι ύστερα πάλι γίνεται μανουάλι για το άναμμα των κεριών που συμβολίζουν την καθαρότητα της ψυχής, όπως το γνήσιο κερί που κατασκευάζεται από καθαρό κερί μέλισσας αλλά και το εύπλαστο της ψυχής μας είτε για το καλό, είτε για το κακό, αλλά και για να διαλυθούν τα ζοφερά σκοτάδια με το φως των κεριών.


Κι ύστερα γίνεται τάφος για να τοποθετηθεί η μικρή αδερφή του Αννιώ κι ένας σταυρός ξύλινος, βαρύς και μεγάλος, που μένει σταθερά στο κέντρο της σκηνής, σε ποιόν άραγε ανήκει, στην Αννιώ, στη μάνα του, στο πρώτο κορίτσι που χάθηκε ή μήπως στον ίδιο το Γιωργή που τον σηκώνει αγόγγυστα.
Κι έπειτα λίγο νερό απ’ το ολόλευκο λαβομάνο, χοές στο νεκρό κορίτσι, ή μήπως γιατρειά στις πληγές της ψυχής, ή λίγη δροσιά για ν’ απαλύνουν οι τύψεις.


Ο Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος συνθέτει αριστοτεχνικά μέσα από το μονόλογο του Γιωργή μια τραγωδία υψηλής αισθητικής, ξεδιπλώνεται αργά και σταθερά επί σκηνής, εισχωρώντας όλο και πιο βαθιά στους ψυχικούς παραλογισμούς της μητέρας που εξηγούνται ωστόσο και γίνεται καθηλωτικός κάθε λεπτό που περνάει με την έξοχη ερμηνεία του, ανατριχιαστικός όταν πονά απ’ την απορριπτική αγάπη της μητέρας του και συγκλονιστικός όταν αποκαλύπτεται πλέον το αμάρτημα.


Ένας μονόλογος ακέραιος, ακραιφνής, με πλούσιο σημειολογικό υπόβαθρο, που αναδεικνύει ολόκληρο το μεγαλείο της Ελληνικής γλώσσας, μα πάνω από όλα μια παράσταση μοναδική, που μαγνητίζει τον θεατή, που τον παρασύρει και τον εγκλωβίζει στην οδύνη που κουβαλά, που τον οδηγεί στην ολοκληρωτική κάθαρση της ψυχής που ίπταται, που καθαγιάζεται από το φως των κεριών κι απ’ τον εξαγνισμό του ύδατος, μια παράσταση εγκώμιο στον Γεώργιο Βιζυηνό κι ένα μεγαλείο ερμηνείας από τον Κωνσταντίνο Γιαννακόπουλο.

 

 

 

 

 

 

 

 

Μαριλιάνα Ρηγοπούλου
Εκπαιδευτικός, σοπράνο, κριτικός θεάτρου

Διαβάστηκε 175 φορές
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(6 ψήφοι)

Πολιτιστικο Σωματειο «οι κορυφαιοι»

Ποιοι Ειμαστε

Το mcnews.gr είναι ένα site, που φιλοδοξεί να δώσει στους αναγνώστες του αντικειμενική και ανεξάρτητη ενημέρωση, χωρίς υπερβολές, παραποιήσεις και σκοπιμότητες...

Διαβάστε περισσότερα