Τρέχων Καιρός
33°C
αίθριος καιρός
ΜεταξουργείοΠρόγνωση 3 Ημερών (Ωριαία)
-
Τρί 09:0033°Cαίθριος καιρός -
Τρί 12:0034°Cαίθριος καιρός -
Τρί 15:0034°Cαίθριος καιρός -
Τρί 18:0031°Cαίθριος καιρός -
Τρί 21:0030°Cαίθριος καιρός -
Τετ 00:0028°Cαίθριος καιρός -
Τετ 03:0027°Cαίθριος καιρός -
Τετ 06:0032°Cαίθριος καιρός -
Τετ 09:0035°Cαίθριος καιρός -
Τετ 12:0036°Cαίθριος καιρός -
Τετ 15:0034°Cαίθριος καιρός -
Τετ 18:0031°Cαίθριος καιρός -
Τετ 21:0031°Cαίθριος καιρός -
Πέμ 00:0028°Cαίθριος καιρός -
Πέμ 03:0024°Cαίθριος καιρός -
Πέμ 06:0028°Cαίθριος καιρός -
Πέμ 09:0032°Cαίθριος καιρός -
Πέμ 12:0032°Cαίθριος καιρός -
Πέμ 15:0033°Cαίθριος καιρός -
Πέμ 18:0029°Cαίθριος καιρός -
Πέμ 21:0026°Cαίθριος καιρός -
Παρ 00:0024°Cαίθριος καιρός -
Παρ 03:0022°Cαίθριος καιρός -
Παρ 06:0026°Cαίθριος καιρός
« Χλιμίντρισμα» Το Κύκνειο Άσμα Του Μάριου Ποντίκα για πρώτη φορά στη σκηνή του θεάτρου Bios σε σκηνοθεσία Δημήτρη Τσιάμη
Μια παράσταση πρόκληση….
Στη σκηνή του θεάτρου BIOS για πρώτη φορά ανεβαίνει το
έργο του Μάριου Ποντίκα « Χλιμίντρισμα» που αποτελεί το
ρέκβιεμ της τόσο σημαντικής συγγραφικής τους πορείας, σε
σκηνοθεσία Δημήτρη Τσιάμη.
Ο Δημήτρης Τσιάμης αναλαμβάνει αυτό το εγχείρημα εν
πλήρει συνειδήσει των δυσκολιών του κειμένου που είναι ότι
πιο διαφορετικό έχει γράψει ένας από τους σημαντικότερους
θεατρικούς συγγραφείς της μεταπολεμικής γενιάς στην Ελλάδα
ο Μάριος Ποντίκας.

Ο συγγραφέας Μάριος Ποντίκας δεν αποτελεί μια συμβατική
λογοτεχνική μορφή, πρόκειται για ένα ιδιαίτερα οξύνου νου,
με σκέψη και λόγο πρωτοποριακό και ρηξικέλευθο, δεν
ασχολείται με το περιττό, κρατά πάντα την ουσία των
πραγμάτων και εστιάζει σ’ αυτήν τόσο εύστοχα, τόσο
ευθύβολα ώστε να καυτηριάζει το κάθε ζήτημα με μια
φιλοσοφική διάσταση πάμβοτη, που παιδεύει τους
αναγνώστες του και εν συνεχεία τους θεατές.
Το « Χλιμίντρισμα» το ονομάζει ο ίδιος ο Ποντίκας ως
« Σκηνικό τρίπτυχο», από το οποίο το πρώτο μέρος του είχε
παρουσιαστεί στο θέατρο « Άττις» σε σκηνοθεσία του
Θεόδωρου Τερζόπουλου με τον τίτλο: « Η Κασσάνδρα
απευθύνεται στους νεκρούς».
Ο Μάριος Ποντίκας στα πρώτα του έργα ασχολείται,
καυτηριάζει, θίγει και ρίχνει άπλετο φως στα ζητήματα εκείνα
που αφορούν τόσο την οικογένεια όσο και την κοινωνία στο
σύνολό της.
Σε αντίθεση με τα τελευταία του έργα όπως: « Ο δολοφόνος
του Λάϊου και τα κοράκια», « Η Κασσάνδρα απευθύνεται
στους νεκρούς» και φυσικά το « Χλιμίντρισμα» μέσα στο οποίο
εμπεριέχεται και η Κασσάνδρα, εφ’ όσων πρόκειται για
σκηνικό τρίπτυχο, στα οποία τελείται μια αγωνιώδης
εντρύφηση στο ορυχείο του αρχαίου Ελληνικού μύθου και μια
πραγμάτωση ενός άλλου κειμένου που ξεφεύγει από τον
κοινωνικό ρεαλισμό που διατρέχει τα προγενέστερα έργα του
στα οποία οι ήρωες καθηλώνονται σ’ ένα υπαρξιακό αδιέξοδο,
αγωνιζόμενοι για λύση, παλεύουν για να βρουν μια ικμάδα
φωτός, ένα διέξοδο, τη σήραγγα από τη μαυρίλα προς το
λυκαυγές, για να καταλήξει σε μια υπερρεαλιστική γραφή,
ωστόσο η απόλυτη αποξένωση, αποστροφή και συνειδητή
απομάκρυνση απ’ την πραγματικότητα με τη μετάβαση στο
μεταφυσικό στοιχείο, στο μεταλογικό όπου κυρίαρχη θέση
καταλαμβάνει η Αχρονία και η ου- τοπία του Μύθου συμβαίνει
καθ’ ολοκληρία μόνο στο « Χλιμίντρισμα».
Μ’ αυτό το κείμενο ο Μάριος Ποντίκας δημιουργεί τη δική
του καινοτόμα συγγραφική πραγματικότητα που ταράσσει τα
λογοτεχνικά ύδατα, το έργο του πλέον είναι ποιητικό,
διερευνητικό, αναμοχλεύει τον αρχαίο μύθο και
δραματουργικά βασίζεται σε ενότητες αποσπασματικές και
ισχυρά συγκλονιστικές και πεσιμιστικές.
« Κάπου εδώ εκεί και παντού από κάπου φως.
Και σκοτάδι. Σκοτεινό φως. Λαμπερό σκοτάδι.
Ο ήλιος ανήλιαγος. Το σκοτάδι να φωτίζει τον Ήλιο που
φωτίζει τη γη κάτι τέτοιο.»
Κι έτσι ανοίγει το λόγο σ’ αυτό το προφητικό κείμενο ο
Κένταυρος Χείρων.
Παρότι ο Κένταυρος Χείρων όπως και όλα τα χιμαιρικά
πλάσματα της μυθολογίας κατέχει αυτή την υβριδική μορφή,
ωστόσο ο ίδιος ξεχωρίζει για τη σοφία του από όλους τους
άλλους οι οποίοι χαρακτηρίζονταν για την κτηνωδία τους.
Ο Χείρωνας σύμφωνα με το μύθο υπήρξε δάσκαλος του
Αχιλλέα και όλες οι γνώσεις του και τα χαρίσματά του είχαν
δοθεί άνωθεν από Θεϊκές δυνάμεις, πάνω στην αστρονομία, τη
θεραπεία, την πολεμική Τέχνη, τη φιλοσοφία, γιός του Κρόνου
και της νύμφης Φιλύρας, με σκοπό του Δία να διδάξει τη
μαγεία στους νεότερους.
Ο Απολλόδωρος τον περιγράφει ως δίμορφο, όπως άλλωστε
ήταν όλοι τους οι Κένταυροι, όχι για να τονίσει το κοινό
χαρακτηριστικό των Κενταύρων, αλλά κυρίως τη δυική του
υπόσταση και συνάμα ικανότητα να γεφυρώνει το χάσμα
ανάμεσα στην αγριότητα της φύσης και το κάλλος του
πολιτισμού, ως διαβιβαστής μόνο της ωραιότητας της φύσης
στον πολιτισμό.
Αυτόν τον Κένταυρο, τον φιλόσοφο, αυτόν ο Μάριος Ποντίκας
τοποθετεί μέσα σ’ έναν ου τόπο, άχρονο, άμορφο που μπορεί
να είναι ο Άδης, αλλά δεν είναι και που οι άνθρωποι είναι
ζωντανοί, αλλά έχουν πεθάνει. Ο ίδιος μισός πια,
αποσπασμένος από την αλογίσια υπόστασή του, κουρασμένος
από τις ελπίδες του Προμηθέα που τους υποσχέθηκε
αυτονομία και εξύψωση πάνω από τα ζωώδη ταπεινά ένστικτα
προς μια ζωή διαφορετική γεμάτη γνώση και δύναμη που
κατείχαν μόνο οι Θεοί, πόσο σύγχρονη αναγωγή των αιώνιων
υποσχέσεων προόδου απ’ τα εκάστοτε δίμορφα φερέφωνα.
Σ’ αυτόν τον τόπο οι χθόνιες Θεότητες Ερινύες η Αληκτώ η
προσωποποίηση της οργής, η Μέγαιρα του μίσους και του
φθόνου και η Τισιφόνη της εκδίκησης που δεν λειτουργούσαν
ποτέ με τη λογική, παρά με τη θύμηση γι’ αυτό και επέβαλλαν
τιμωρίες στους ανθρώπους για εγκλήματα που είχαν
διαπράξει, οδηγώντας τους συχνά στην τρέλα, γεννημένες από
τις σταγόνες αίματος του ακρωτηριασμένου Ουρανού, ο δε
Βιργίλιος τις θεωρούσε ενεργά όργανα της μοίρας που
οδηγούσαν τους ανθρώπους σε αποτρόπαιες πράξεις.
Γι’ αυτό και οι Ερινύες εδώ από τη μια κυνηγούν τον Σοφό
Κένταυρο να τον τιμωρήσουν γιατί δεν κατόρθωσε να
υλοποιήσει τα όσα υπόσχονταν οι φρούδες ελπίδες του
Προμηθέα για πρόοδο και διαφωτισμό, τις στήριξε, τις
ασπάστηκε, αλλά δεν τις πραγμάτωσε κι απ’ την άλλη
αναγγέλλουν την εμφάνιση της Κασσάνδρας η οποία
καταγγέλλει την Ύβρι της Αναγέννησης και ως άγγελος-
εξάγγελος προοιωνίζει τα δεινά που θα ακολουθούσαν.
Την Κασσάνδρα σύμφωνα με το μύθο την ερωτεύτηκε για την
απαράμιλλη ομορφιά της ο Απόλλωνας γι’ αυτό και την
προίκισε με το χάρισμα της μαντικής Τέχνης, όταν όμως εκείνη
αρνήθηκε να γίνουν ζευγάρι, τότε εκείνος την καταράστηκε να
μην την πιστεύει ποτέ κανένας για όσα προέβλεπε.
Αυτή η κατάρα κατατρύχει την Κασσάνδρα καθιστώντας το
λόγο της ακατάληπτο και στην απέλπιδα προσπάθειά της να
επαναφέρει τους ανθρώπους στο μέτρο, (ως προς τις σκέψεις
και τις πράξεις τους), η γλώσσα της γίνεται άναρθρη,
αλαλάζουσα, κραυγάζει χωρίς αναπαμό.

Ο Κένταυρος μόνος, ταπεινωμένος από τις Ερινύες που τον
μαστιγώνουν με τον σαρκασμό τους, καταφεύγει στο τέναγος
της ζωής του στη βαθιά, νεκρική, απόλυτη σιωπή, δεν θα
ξαναμιλήσει ποτέ, ελπίζοντας μόνο ότι ίσως κάποτε
κατορθώσει να ενωθεί πάλι με το αλογίσιο μέλος του, όμως οι
Ερινύες δεν τον αφήνουν ήρεμο ούτε τώρα στη δακέθυμη
στιγμή του βίου του, αλλά τον βαραίνουν με μια ακόμα
κατάρα πως δεν θ’ αντέξει για πάντα στη σιωπή λόγω της
ανθρώπινης φύσης του και δη της φιλοσοφικής του διάστασης
και θα θελήσει να αναπτύξει νέες θεωρίες για πρόοδο και
εξέλιξη.
Αναπόδραστα, μη μπορώντας να αντέξει αυτόν τον
σπαραγμό, αυτό τον όλεθρο, μεταμορφώνεται κι εκείνος σε
Κασσάνδρα παράγοντας άναρθρες, σπαρακτικές κραυγές,
καταραμένος στο διηνεκές να μην ενωθεί ποτέ με τον αλογίσιο
του εαυτό.
Το έργο του Μάριου Ποντίκα το « Χλιμίντρισμα» αφήνει πίσω
του τον ρεαλισμό, για να κινηθεί σε φόρμες βαθιά
φιλοσοφικές, σαρκαστικές, σ’ ένα τοπίο ανοίκειο και
μεταφυσικό όπου το άλογο στοιχείο κυριαρχεί, πειραματίζεται
σε φόρμες ενός μεταδραματικού είδους θεάτρου,
αποτάσσεται τη συνήθη γραμμική πλοκή και συντάσσει ένα
σκηνικό τρίπτυχο με την « Κασσάνδρα, Λόγος προς τους
νεκρούς», « Κένταυρος Χείρων», « Ταπείνωση» και
ολοκληρώνει « Η Αντοχή της Σιωπής, Επίλογος».
Η καθαρά ποιητική γλώσσα του Μάριου Ποντίκα σε
συνδυασμό με τα μυθολογικά ευρήματα, την ανατρεπτική του
θεώρηση που στηλιτεύει αιχμηρά την ανθρώπινη εξαθλίωση,
οι μεταφυσικές αναγωγές και μια γραφή βαθιά φιλοσοφική
καθώς και η πολυειδία των υπαρξιακών αναζητήσεων και
προβληματισμών, φέρουν τον σκηνοθέτη Δημήτρη Τσιάμη,
μπροστά σ’ ένα καθήκον υψηλό σ’ αυτό το εγκαλλώπισμα
θεατρικού έργου.
Θεωρώ πως ο Δημήτρης Τσιάμης σκηνοθετικά, αλλά και
ερμηνευτικά είχε να αντιμετωπίσει μια τεράστια πρόκληση
απέναντι σ’ αυτό το τόσο ιδιότυπο έργο του Μάριου Ποντίκα,
πιστεύω δε ακράδαντα πως είναι ο μοναδικός σκηνοθέτης,
( μαζί με τον Θεόδωρο Τερζόπουλο) που θα μπορούσε να
ανεβάσει επί σκηνής με τόση εμβρίθεια, χρησιμοποιώντας
αρκούντως τις φόρμες ενός σωματικού θεάτρου που
εμβαθύνει ενδελεχώς και με απόλυτη επιτυχία στην ανάδειξη
και των πιο μύχιων συμβολισμών.
Ο Δημήτρης Τσιάμης με την οξυδερκή και διεισδυτική του
σκηνοθετική προσέγγιση, ξεδιπλώνει επαρκώς την
πλουραλιστική σημειολογία του έργου.
Μας βάζει στον κόσμο του Ποντίκα με τρόπο αγαστό και
συνάμα τόσο άπεφθο, μεγαλουργεί σκηνοθετικά χωρίς
ν’ αντιγράφει, καταυγάζει τις αλήθειες του συγγραφέα,
κινείται επί ξηρού ακμής στους δύο τύπους νόησης τον
απόλυτα φιλοσοφικό που μοναδικός δρόμος κατάληξης είναι η
γνώση και στην αισθητική νόηση που γόνιμα αφήνει
ελεύθερες τις συνειδήσεις και τις ψυχές ν’ αντιληφθούν και να
γευτούν τα μονοπάτια της.
Η σκηνοθετική του οπτική διαρρηγνύει τα ιμάτια του
φαινομενικά αντιληπτού, θέτει σε παρένθεση την
αντικειμενική ύπαρξη του κόσμου κι επικεντρώνεται στη
συγκρότηση του κόσμου μέσα στη συνείδηση, οδηγεί τους
θεατές στην υπερβατολογική φαινομενολογία.
Ρίχνει άπλετο φως στο υπαρξιακό αδιέξοδο του Κενταύρου,
που βιώνει εσωτερικά την έσχατη ταπείνωση, οδηγούμενος
στην κοινωνική απομόνωση, όπως κάθε σώφρων, νοήμων και
έλλογος άνθρωπος, βιώνει έντονα τη μοναξιά του ως τιμωρία
για τη γνώση που κουβαλά, για τη γλώσσα που μικραίνει, που
χάνεται, που γίνεται ελλιπής, μια γλώσσα πένητας όπου οι
λέξεις χάνουν την αξία τους, το νόημά τους, εξαϋλώνονται,
κραυγάζουν τη φυγή, την απόγνωση και την εξαφάνισή τους
ώσπου να μεταμορφωθούν σε άναρθρες κραυγές.
Όμως αυτή η αμφισημία δηλωτική του σώματος, αποτελεί
την αντίπερα όχθη των φρούδων υποσχέσεων της εξέλιξης, της
προόδου, που χρησιμοποιείται πάντα ως άλλος Δούρειος
Ίππος της εξαπάτησης.
Ο Δημήτρης Τσιάμης κινείται ανάμεσα στον κόσμο των
νεκρών και των ζώντων, των ήχων και των σιωπών, στον Άδη
που δεν είναι Άδης, μας λέει ο Κένταυρος:
« …οι συναντήσεις των βλεμμάτων αδρανείς, οι ομιλίες
παφλασμός , πνιχτές φωνές σε άβυσσο ριγμένες, σκέψη κενή
γεμάτη σκέψεις, νωθρός ο στοχασμός, υπήκοος ο λόγος…», ο
τόπος ζοφερός, σιβυλλικός, βασάλτης, ο σκηνοθετικός ρόλος
του Δημήτρη Τσιάμη αποκαλυπτικός στο κείμενο του Μάριου
Ποντίκα, επιτελεί τον στόχο του στην ολότητά του, στην
ακεραιότητά του, αναδεικνύει όλη τη φιλοσοφία του
σύμπαντος του Μπέκετ που διατρέχει καλπάζοντας σε όλο το
κείμενο, ευκρινής ο απόλυτος μηδενισμός, η απουσία
αντικειμενικού σκοπού, η εκμηδένιση της λογικής μέσα απ’ τη
σαρκαστική διάθεση των Ερινυών, το παρακμιακό πνεύμα, η
διάβρωση των διαύλων επικοινωνίας, η γλώσσα φαλκιδευμένη
που εργαλειοποιείται για την προβολή του ανείπωτου χάους.
Η ευθύνη όμως του Δημήτρη Τσιάμη υπήρξε διττή καθώς
υποδύεται τον ρόλο του Κενταύρου συγκλονιστικά.
Ανατριχιαστική η εγκλωβισμένη παρουσία του επί σκηνής,
προσηνής αρχικά αναδεικνύει την πραότητα του χαρακτήρα
του συνοδευτικό στοιχείο της σοφίας, της διανόησης, της
φιλοσοφικής διάστασης των πραγμάτων, κατορθώνει μόνο με
το μισό άνω μέρος του σώματος να μιλά, να εναντιώνεται, ο
αγώνας του είναι κοπιώδης σ’ ένα θλιβερά σκοτεινό-
αινιγματικό και μεταφυσικό τοπίο, ενώ σταδιακά μετά από
κάθε απέλπιδά προσπάθεια, οδηγείται στην απελπισία,
εξουθενωμένος απ’ τον αέναο μόχθο, εξαθλιωμένος ηθικά, το
χλιμίντρισμά του μετατρέπεται σε κραυγές άναρθρες, σε
κραυγές απόγνωσης, κραυγές σωτηρίας, κραυγές ταλαπείριες,
οιμωγές αλαλάζουσες, αλυχτά, ολοφύρεται, σπαράζει μέχρι
τον επιθανάτιο ρόγχο του, τη Σιωπή.
Ερμηνεία άξια συγχαρητηρίων!
Στο ρόλο της Κασσάνδρας η Ρόζυ Μονάκη σε μια ερμηνεία
συγκλονιστική αυτής της τραγικής φιγούρας, της καταραμένης
μάντισσας η οποία λέγει με το που εμφανίζεται :
« Άλλος με υπεροψία
Άλλος με γαλιφιές
Άλλος με φοβέρες
Κι άλλος με δώρα ακριβά
Τριγυρίζουν σαν μύγες τον Κέρβερο
Και του ζητούν να σας αφήσει να ανέλθετε
Αμετανόητοι θρασείς κι ανυποψίαστοι
Φαύλοι στυγεροί κι απεχθείς πολιτικάντηδες
Μεσολαβούν για την Ανάστασή σας
Ελπίζοντας να ελπίζετε
Απάτη».
Όπως στις «Τρωάδες» του Ευριπίδη η μορφή της Κασσάνδρας
υπήρξε κεντρική, αντιπροσωπεύει το τραγικό στοιχείο του
παραλόγου, δεμένο άρρηκτα τόσο με το Θεϊκό στοιχείο, όσο
και με την προσωπική της συμφορά και εμφανίζεται σε
αλλόφρονα κατάσταση, έτσι κι εδώ η Κασσάνδρα ( κατά κόσμο
Ρόζυ Μονάκη) αρχίζει το λόγο της με προφητεία σε κατάσταση
ένθεης μανίας, οιστρήλατη, ολοφύρεται και μέσα στην
τελετουργική της προέλαση αυτή η αρχετυπική μορφή σε μια
αέναη και αδιέξοδη χρονικότητα στο δυστοπικό επέκεινα,
παραληρεί ενώ συγχρόνως φωτίζει το αδιέξοδο, τη φενάκη του
ανθρώπινου γένους μ’ ένα τρόπο μοναδικό κι αξεπέραστο,
προοικονομώντας το Μεγάλο Τέλος της ανθρώπινης ελπίδας.
Οι Ερινύες επί σκηνής ενσαρκώνονται από τις Μιράντα
Ζησιμοπούλου, Ειρήνη Δένδη και Κατερίνα Αμπλιανίτη σε μια
έξοχη ερμηνεία.
Ξεχύνονται οι Ερινύες επάνω στη σκηνή καταλαμβάνοντάς τη
με την παρουσία τους, προκλητικές με σώμα και βλέμμα
επιθετικό, που δεν χαρίζονται, « Γι΄ αυτόν εδώ που κλαίγεται
το θύμα παριστάνοντας, ετούτο το τραγούδι, παράφορο το νου
σαλεύει, ξέφρενο των Ερινύων ο ύμνος», ακούμε την Αληκτώ
να λέει, περιτριγυρίζουν τον Κένταυρο σαρκάζοντάς τον,
υποτιμώντας τον, εξευτελίζοντάς τον, μοιάζουν θαρρείς και
θέλουν να τον κατασπαράξουν: « Τισιφόνη: Άνοος νους
αυτοδοξαζόμενος
Αληκτώ: των τυφλών ελπίδων επινοητής,
Τισιφόνη: των διαφωτισμών δηλαδή εφευρέτης
Μέγαιρα: και δι’ αυτών εσαεί αταπείνωτος,
Τισιφόνη: νους υβριστής του παντός
Αληκτώ: της Νεμέσεως εκπορνευτής επιτήδειος
Μέγαιρα: ό,τι θα’ χει μείνει απ’ τον κόσμο μακάρι να μην είναι
ο άνθρωπος!»
Οι τρείς Ερινύες Μιράντα Ζησιμοπούλου, Ειρήνη Δένδη και
Κατερίνα Αμπλιανίτη, είναι αποκαλυπτικές, με μια μοναδική
ενάργεια επί σκηνής, με όλα τα εκφραστικά μέσα να
ξεδιπλώνονται σε κάθε τους κίνηση, σε κάθε τους λέξη, σε
κάθε τους έκφραση, τα βλέμματά τους αντανακλούν ένα
χθόνιο μίσος, μια υφέρπουσα εκδίκηση, βλέμματα σκοτεινά,
βλοσυρά και παγερά που αλυχτούν κι αυτά μαζί με τις κραυγές
τους, τις οιμωγές τους, τους διαρρηγμένους λυγμούς, τους
μυγμούς τους βγαλμένα θαρρείς απ’ τα έγκατα της γης,
ανατριχιαστικά, απρόσιτα, προκαλούν τους θεατές, ζητούν την
τιμωρία, δεν θα ησυχάσουν αν δεν τα καταφέρουν, οι ήχοι που
παράγουν τρομακτικοί με μια φωνητική σταθερότητα που
εδραιώνει την παρουσία τους και ζητά την Άτη, την πνευματική
τύφλωση του Κενταύρου, ώστε να χάσει τη λογική του, να γίνει
άλογο όν, ν’ ακολουθήσει η Νέμεσις για την αλαζονικότητά του
μέχρι την ολοκληρωτική τιμωρία της απόλυτης ταπείνωσης,
της συντριβής, της Τίσις.
Σ’ αυτές τις εξαιρετικές ερμηνείες όλων, θα πρέπει να
τονίσουμε τη σημασία της κινησιολογικής προσέγγισης, η
οποία επετεύχθη με απόλυτη αρτιότητα και να αποδοθούν τα
εύσημα στην χορογράφο Ελένη Χατζηγεωργίου.
Η Ελένη Χατζηγεωργίου έχοντας όλη την επιμέλεια της
κίνησης, αλλά και τις χορογραφίες, υφαίνει κινησιολογικά τον
ιστό μιας τραγωδίας αρχαιοπρεπούς και σύγχρονης μαζί, οι
λέξεις ακολουθούν τη κίνηση, η κίνηση αποτελεί το εναρκτήριο
λάκτισμα για να ειπωθούν οι λέξεις, οι σιωπές εκρήγνυνται
εννοιολογικά μέσα απ’ τις χορογραφίες.
Η λεπτομερειακή δουλειά που έχει γίνει από την χορογράφο
Ελένη Χατζηγεωργίου δεν αφήνει περιθώρια λάθους, κάθε
κίνηση είναι δηλωτική της πράξης που έπεται, οι Ερινύες
μυσταγωγικά περικλείουν με τα σώματά τους τον Κένταυρο, οι
κινήσεις τους είναι αργές, νωχελικές σαν το άγριο ζώο που
προσεγγίζει το θήραμά του κι ύστερα πάλι ωσάν χορός
αρχαίας τραγωδίας όλες μαζί λένε: « Νους υβριστής του
παντός», μέχρι την κορύφωση το απόλυτο κρεσέντο των
Ερινυών η μουσική από κρουστά δίνει ένα τέμπο στα σώματά
τους που εξεγείρονται, πάλλονται, δονούνται, η απόλυτη
κορύφωση σώματος, ψυχής, πνεύματος.
Οι χορογραφίες της Ελένης Χατζηγεωργίου δημιουργούν
σκηνικό χώρο, μετουσιώνουν τις σιωπές σε πράξη,
ενσαρκώνουν τις κραυγές σε κίνηση, δίνουν υπόσταση στις
μορφές, ο χορός της Κασσάνδρας, ο αέναος στροβιλισμός της
μέχρι την τελική της πτώση, μέχρι τη φθορά, την συντέλεια,
την καταβύθιση είναι τόσο αριστοτεχνικά δομημένος, ένα
μοναδικής υφής ψυχογράφημα.
Η δυσκολότερη θεωρώ κινησιολογική προσέγγιση ήταν αυτή
του Κενταύρου, που επικεντρωνόταν αποκλειστικά στο άνω
μέρος του κορμού, χωρίς ευχέρεια και των υπολοίπων μελών,
υπήρξε λεπτομερής με καθαρές γραμμές και δυναμική
ανάδειξη των συμβολισμών.
Τόσο η σκηνογραφική , όσο και η ενδυματολογική επιμέλεια,
ενδύουν μοναδικά το έργο του Μάριου Ποντίκα και
συμπορεύονται, συμπλέουν με τη διεισδυτική, σκηνοθετική
ματιά του Δημήτρη Τσιάμη, ολοκληρώνοντας αισθητικά το
αρχιτεκτόνημα του αυτό του απόκοσμου, του μεταφυσικού,
του χαώδους, του ερεβώδους τοπίου, μέσα από τα σκηνικά
του Σήφη Λυκάκη που προσδιορίζουν απόλυτα την αποκοπή
του αλογίσιου μέλους του Κενταύρου μ’ ένα σκηνογραφικό
τέχνασμα εξόχως ευφυές σε συνδυασμό με την περίτεχνη
μάσκα απ’ τη Ζωή Κελέση που τονίζει πιο έντονα και ευκρινώς
τα χαρακτηριστικά του Κενταύρου υπό τους υποβλητικούς
φωτισμούς σε κόκκινες φωτοσκιάσεις του Δημήτρη Κασιμάτη
και το βίντεο με τις φωτιές που καίνε στον Κάτω Κόσμο
δημιουργούν το μυσταγωγικό χώρο στον οποίο
διαδραματίζονται τα της τραγωδίας πάθη.
Τα εξαιρετικά κοστούμια σε σχεδιασμό της Agata Uchman και
κατασκευές Αναστασίας Καρατζά, είναι απόλυτα
εναρμονισμένα με το υπόλοιπο ζοφερό τοπίο, μακρύς χιτώνες
με φθορές που διατρέχουν όλη την ύφανση, χαϊδεύουν το
χώμα, έρχονται σ’ επαφή με τη γη, έρπονται στα σκοτάδια στις
χθόνιες στοές όπου το φως δεν φτάνει, θλιβερά σαν την
αποστολή τους.
Ο Μάριος Ποντίκας με το έργο του « Χλιμίντρισμα» οικοδομεί
ένα νέο, καινοτόμο είδος γραφής, διαφορετικό από τα ως
είθισται, άρρηκτου συνδυασμού αρχαιοπρεπούς μύθου,
φαντασίας και υψηλής διανόησης.
Στα χέρια του οι λέξεις έχουν ψυχή, υπόσταση, βαρύτητα δεν
είναι έπεα πτερόεντα, όπως έλεγε και ο Κωνσταντίνος
Τσάτσος: « Το μόνο ιλαρό μέσα στη ζωή του παντός είναι ο
Λόγος. Έξω από το Λόγο γίνεται το παν τραγικό. Έξω από το
Λόγο το παν ζεί κάτω από τον ίσκιο του θανάτου. Χωρίς το
Λόγο ο πόνος και η κακότητα του κόσμου θα μένανε χωρίς
εξήγηση. Γιατί ο κόσμος παρόλες τις αθλιότητές του, έγινε για
να ενσαρκωθεί ο Λόγος. Γι’ αυτό μονάχα εκείνοι που δεν
απαρνήθηκαν το λόγο, μπορεί και να μην απελπίζονται. Και
της φύσεως ακόμη η τραγικότητα γίνεται ωραία, μόνο και
μόνο διότι εγκλείει την εντελέχεια του Λόγου».
Ο Δημήτρης Τσιάμης ενορχήστρωσε το ρέκβιεμ του Μάριου
Ποντίκα αριστοτεχνικά, με απόλυτο σεβασμό στο κείμενο,
αλλά και στο μύθο.
Με αφετηρία και κεντρομόλο δύναμη τους τρείς
σημειολογικούς πυρήνες πρώτον του Κενταύρου που
συμβολίζει τη γνώση, τη διανόηση, τη φιλοσοφική διάσταση ,
δεύτερον της Κασσάνδρας που συμβολίζει τη μοναξιά που
ελεοχεύει στα σπλάχνα της αλήθειας και τρίτον τις Ερινύες που
συμβολίζουν τη δικαίωση, την τιμωρία και την επιστροφή στο
μέτρο αναπτύσσει μια φυγόκεντρο δύναμη προς του θεατές,
πάντα με τη συγχορδία του σωματικού θεάτρου, χρήζοντάς
τους κοινωνούς.
Η μεγαλοφυΐα του συγγραφέα δεν έγκειται μόνο στα ποικίλα
χαρίσματά του, αλλά κυρίως στα αντιθετικά χαρακτηριστικά
της προσωπικότητάς του που κατορθώνει να συγκεράσει, να
εναρμονίσει και να εκφράσει ολοκληρωμένα με δεξιοτεχνία
όπως είπε κι ο Buffon στον εναρκτήριο λόγο του στη Γαλλική
Ακαδημία: « Les choses sont hors de l’ home, le style est de l’
home meme » που σημαίνει: « Τα πράγματα είναι έξω από τον
άνθρωπο, το ύφος είναι ο ίδιος ο άνθρωπος», το στυλ, το
μοναδικό ύφος, αυτό καθιστά και τη μοναδικότητα ενός έργου.
Σ’ αυτή την περίπτωση, μια ευτυχισμένη συγκυρία ένωσε δυο
μοναδικούς καλλιτέχνες τόσο τον σπουδαίο συγγραφέα Μάριο
Ποντίκα, όσο και τον ιδιαίτερο σκηνοθέτη με προσωπική
σφραγίδα στο χώρο του θεάτρου Δημήτρη Τσιάμη, να
μεγαλουργήσουν σε μια παράσταση όπου το αρχετυπικό,
γίνεται σύγχρονο, δηκτικό, το απόκοσμο, συμβολικό του
κόσμου μας, οι οιμωγές, κραυγές επικοινωνίας, σωτηρίας
δηλωτικές της απόγνωσης, ας ενστερνιστούμε το λόγο του
Μάριου Ποντίκα μέσα από την ιδιοφυή σκηνοθετική ματιά του
Δημήτρη Τσιάμη κι ας αφουγκραστούμε το πνεύμα τους που
διαχέεται σε κάθε λέξη, σε κάθε ομιλούσα σιωπή, σε κάθε
βόρβορη ανάσα, μέσα από την εξιλέωση, την
αυτοπραγμάτωση και τη συνείδηση θα γίνουμε πλουσιότεροι
και ίσως πιο σοφοί.
Μαριλιάνα Ρηγοπούλου
Εκπαιδευτικός, σοπράνο, κριτικός θεάτρου
